Saturday, March 01, 2008

Παραμύθι 2

Το δημοσιεύω αδιόρθωτο, θα επανέλθω....


Το μυστικό της σιωπής.


Στον ύπνο του μίλαγε. Στον ξύπνιο του το ίδιο. Οι φωνητικές του χορδές είχαν χαλάσει από την πολλή χρήση. Και δεν μίλαγε γιατί το απαιτούσε η δουλειά του. Ούτε γιατί το απαιτούσε η περίσταση. Σπάνια άλλωστε οι περιστάσεις απαιτούν να το κάνεις. Μίλαγε στο λεωφορείο. Μίλαγε στο δρόμο. Μίλαγε στο σπίτι του και στη δουλειά του. Μίλαγε.
Οι άνθρωποι που τον ήξεραν απέφευγαν να διασταυρωθούν μαζί του, να πέσουν επάνω του, γιατί όταν μίλαγε, δεν άφηνε κανέναν άλλο να σχολιάσει το παραμικρό. Δεν είχε ανάγκη δηλαδή τον άλλο για να μιλήσει. Αν έκανες το λάθος να του πεις καλημέρα, έχανες το μεροκάματο. Αν το ακόμα σοβαρότερο λάθος να ρωτήσεις τι κάνει, ουε κι αλίμονο. Μίλαγε.
Η δουλειά του ήταν δημοσιογράφος. Αλλά όχι της τηλεόρασης. Όταν διάβαζες τα άρθρα του στην εφημερίδα, είχες την αίσθηση ότι γράφει ένας πραγματικά φωτισμένος άνθρωπος. Ένας πραγματικά ταλαντούχος και βαθύς γνώστης του θεματός του άνθρωπος. Ως όνομα λοιπόν έχαιρε του σεβασμού των πάντων. Κι όσοι τον ήξεραν μόνο από τα άρθρα του τον εκτιμούσαν.
Μίλαγαν γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια. Μίλαγαν.
Μια μέρα μέσα στο λεωφορείο χαιρετήθηκε με μια εκκολαπτόμενη δημοσιογράφο που την ήξερε από την εφημερίδα. "-Πως τα πας με τη δουλειά; Σου έχουν παραχωρήσει καμιά στήλη να γράφεις; Τι γράφεις;" Τη ρώτησε. Η νεαρή δημοσιογράφος που του έτρεφε μεγάλο σεβασμό, άρχισε να του λέει για τις μικρές της επιτυχίες στην εφημερίδα και τις ελπίδες της. Ωστόσο αυτός που μίλαγε πολύ δεν την άφησε. "-θυμάμαι, όταν εγώ ήμουν εκεί που είσαι τώρα και είχα τη στήλη σου, τον τάδε τον ξέρεις; Με τον τάδε λοιπόν είχαμε κάνει μια πλάκα που τόσα χρόνια μετά την θυμούνται όλοι και γελούν, και κοίτα εσύ τώρα να μην πάρεις στα σοβαρά τον εαυτό σου και κοίτα να κάνεις αυτό και να μη κάνεις εκείνο, και να έχεις τ' αυτιά σου και τα μάτια σου ανοιχτά, και να λειτουργείς σαν δημοσιογράφος ακόμα και στο σπίτι σου και, και, και"
Αφού της έκανε το κεφάλι καζάνι, η κοπέλα κατέβηκε σε δυο στάσεις και πήρε το επόμενο λεωφορείο, εκείνος όμως είδε ένα παιδάκι που το κρατούσε η μαμά του από το χέρι και συνέχισε να μιλάει σ' αυτό. "Πως σε λένε; πας σχολείο; τι τάξη πας, ποιο μάθημα σ' αρέσει; ποιο παιχνίδι σ' αρέσει; βλέπεις τηλεόραση; διαβάζεις εφημερίδα;" Η μάνα έβαλε το παιδί πίσω από το σώμα της για να μη το βλέπει αυτός και το ζαλίζει μέχρι να κατέβουν, αλλά ο κύριος δημοσιογράφος ήταν απτόητος. Μίλαγε.
Γύριζε στο σπίτι, πέταγε τα παπούτσια του με επιφώνημα ανακούφισης, άνοιγε το ψυγείο του μιλώντας, έβγαζε έξω το φαγητό του που είχε μαγειρέψει από το προηγούμενο βράδυ και καθόταν να φάει.
"Σου είπα βάλε λιγότερο αλάτι, εσύ το βιολί σου, πας να με ξεκάνεις μαλάκα, αφού το ξέρεις ότι έχω πίεση κι αν εσύ σαμποτάρεις τον εαυτό σου, πως είναι δυνατόν να μη το κάνουν οι άλλοι; Αν δεν ήσουν τόσο παλιός θα είχες πάρει πόδι από την εφημερίδα, είδες οι καινούργιοι τι αρπαχτικά είναι, γέμισε ο κόσμος αρπαχτικά, ένα βλέμμα καθαρό δεν βλέπεις πια, κι εσύ εκεί να συνεχίζεις να σαμποτάρεις τον εαυτό σου σαν να μη σου έφταναν όλοι οι άλλοι. Νομίζουν πως δεν τους παίρνεις είδηση όταν σε ειρωνεύονται και σε περιγελούν, μα εσύ τα βλέπεις όλα και τα χώνεις όταν γράφεις τα άρθρα σου κι αυτοί διαισθάνονται πως τα καρφιά είναι γι' αυτούς αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, το βουλώνουν για λίγο και μετά ξαναρχίζουν, μέχρι το επόμενο άρθρο. Και πρέπει να γράφεις συνέχεια, συνέχεια να γράφεις, γιατί αλλιώς θα σε φάνε λάχανο, είναι το μόνο πράγμα που σε καταξιώνει στη δουλειά σου γιατί σαν άνθρωπο σε έχουν χεσμένο κι ας έχεις βοηθήσεις τόσους, γράψε μαλάκα".
Πήγαινε το πιάτο του στο νεροχύτη και μετά καθόταν στο γραφείο του να ετοιμάσει το καινούργιο του άρθρο κι εκεί σταμάταγε να μιλάει. Εκεί μπροστά στην φωτογραφία της κόρης του μαζί με την γυναίκα του αγκαλιά που τον κοίταζαν γελαστές και προσπαθούσαν να του πουν πως δεν τον περιγελούν, αλλά συνεχίζουν να διασκεδάζουν με τα αστεία του, αυτά που εκείνος δεν φρόντιζε να τους πει για αστείο, αλλά το έπαιρναν έτσι πάντα και γελούσαν, βλέποντας τη σουρεαλιστική πλευρά του θέματος, ενώ αυτός κοκκίνιζε και νευρίαζε που δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά. Τι δεν θα έδινε να τις είχε πάλι κοντά του και να τις βλέπει να γελούν μαζί του, άλλα τόσα θα έλεγε για να τις ακούσει ενθουσιασμένες να τον λένε γκρινιάρη, αξιολάτρευτο. Αλλά το γέλιο τους, τη φωνή τους, δεν τα άκουγε ποτέ ξανά.
Όταν η καρδιά του μίλαγε αυτός σώπαινε. Και η μόνη φορά που μίλαγε η καρδιά του ήταν μπροστά σ' αυτή τη φωτογραφία, την ώρα που καθόταν να γράψει τα άρθρα του. Πουθενά αλλού δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Έσκυβε το κεφάλι του με τον ήχο της φωνής τους στ' αυτιά του και άρχιζε να γράφει. Σώπαινε.
Είχε τη στήλη με τα καλλιτεχνικά. Πιο συγκεκριμένα, ήταν κριτικός θεάτρου. Τη συνήθεια να πηγαίνει στο θέατρο και να σχολιάζει μετά την παράσταση την είχε αποκτήσει με τη γυναίκα του, που τον τραβούσε σε κάθε καινούργιο έργο που ανέβαινε, δεν είχαν χάσει μαζί παράσταση, λάτρευε εκείνη το θέατρο. Μαζί της, έμαθε να το αγαπάει κι αυτός. Ήταν ο μόνος τρόπος για να τον κρατήσεις σιωπηλό για μία μιάμισι ώρα και να τον κάνεις να ακούσει λόγια, φράσεις από άλλους ανθρώπους. Η γυναίκα του το ήξερε αυτό. Η γυναίκα του ήταν έξυπνη, ευρηματική, πνευματώδης. Μαζί της είχε μάθει να ξεχωρίζει την ποιότητα στα έργα, να επικεντρώνει την προσοχή του στους διαλόγους, στην εκφορά του λόγου, στη γλώσσα του σώματος. Μαζί της είχε ακόμα μάθει τον τρόπο να τα μεταφέρει όλα αυτά σε ένα χαρτί, να τα κάνει υλικό αξιόλογο γι' αυτούς που ενδιαφέρονταν για το θέατρο. Μαζί της είχε καταφέρει να κερδίσει τη στήλη του, μετά από μερικές επιτυχημένες κριτικές που είχε παρουσιάσει στον αρχισυντάκτη του. Και με την κόρη του, είχε μάθει τι είναι μοντέρνο, τι τραβάει τη νεολαία, τι την απωθεί, τι ζητάει να δει ένας νέος σε μια παράσταση για να τη θεωρήσει καλή και έννοιες για το σύγχρονο θέατρο που δεν είχε ξανακούσει ποτέ καθώς εκείνη αποζητούσε πιο πρωτοποριακά πράγματα στο χώρο του θεάτρου.
Όταν έσκυβε λοιπόν το κεφάλι του να γράψει, άκουγε τις φωνές τους, τις παραινέσεις, και τις διαφωνίες τους στ' αυτιά του. Κι έγραφε πολύ για να τις ακούει πολύ. Έγραφε.
Του είχε περάσει από τη σκέψη να γράψει και ο ίδιος ένα θεατρικό με βασικές ηρωίδες τη γυναίκα και την κόρη του μέχρι τη στιγμή του δυστυχήματος όπου τις έχασε με τη μία και τις δύο, αλλά μια άλλη σκέψη τον σταμάτησε. Αν ολοκλήρωνε αυτό το έργο, θα έπρεπε να αποδεχτεί το γεγονός του ατυχήματος και το γεγονός ότι εκείνες δεν βρισκόντουσαν πια κοντά του. Θα σταματούσε να ακούει τις φωνές τους κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη αγωνία του. Το άφηνε λοιπόν μισό μέσα στα συρτάρια του και ποτέ δεν επιχείρησε να δώσει απάντηση στα ερωτηματά του για τις συνθήκες του θανάτου τους. Πως έγινε δηλαδή να πνιγούν προσπαθώντας να βοηθήσει η μία την άλλη, η κόρη του ήταν δεινή κολυμβήτρια, που ήταν οι άλλοι άνθρωποι όταν γινόταν αυτό στην παραλία, τι έκανε τη γυναίκα του που δεν ανοιγόταν ποτέ στα βαθιά να το κάνει αυτή τη φορά, πως δεν πρόλαβαν να φωνάξουν βοήθεια; πως έτσι μέσα σε δευτερόλεπτα έπιασε πάτο η ζωή του εν απουσία του; πως;
Λέγοντας αυτό το "πως" μέσα του, ένας βαθύς πόνος τον διαπερνούσε στο στήθος που σταματούσε κάθε σκέψη και τον καθιστούσε ανίκανο να γράψει οτιδήποτε κι αυτός έπρεπε να γράψει να γράψει να γράψει χωρίς να μιλάει. Έγραφε.
Άρπαζε ένα πρόγραμμα, το έβαζε μπροστά του, έφερνε στη σκέψη του το έργο και στα αυτιά του τις φωνές, τις διαφωνίες και τα γέλια.
Ξόδευε τις νύχτες του όλες κάνοντας αυτό, κοιμόταν ελάχιστα, το πολύ τέσσερις ώρες μέσα στο εικοσιτετράωρο. Το πρωί έπαιρνε το κείμενο και το πήγαινε στην εφημερίδα. Και μετά, μετά ήταν ελεύθερος να μιλήσει όσο ήθελε. Στο δρόμο, στο λεωφορείο, στο γραφείο, σε όλο το υπόλοιπο σπίτι εκτός από το γραφείο του, όσο ήθελε.
Κανείς δεν τον άντεχε. Κανείς απολύτως. Κανείς δεν τον καλούσε στο σπίτι του, σε τραπέζι, σε εκδήλωση, κανείς δεν πήγαινε μαζί του πουθενά, καμιά γυναίκα δεν του απήθυνε ποτέ το λόγο, δεν τον κοιτούσε, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γι' αυτόν κι αυτός ποτέ δεν απασχόλησε τη σκέψη του με αυτό.
Μέχρι εκείνη την αποφράδα ημέρα που έπεσε επάνω σε μια συνάδελφο, παλιά δημοσιογράφο που ήρθε από άλλη εφημερίδα στη δική του και είχε γίνει ο τρόμος και ο φόβος όλων των υπολοίπων. Ο λόγος ήταν ότι μίλαγε πολύ. Μίλαγε.
Ο άνθρωπος που μίλαγε πολύ την καλωσόρισε αρχικά, πήγε να αρχίσει το γνωστό του τροπάρι, αλλά δεν βρήκε χρόνο. Η άλλη, ήταν πολύ πιο γρήγορη από αυτόν. Αφού μάταια επιχείρησε δυο και τρεις φορές να της πάρει το λόγο, η άλλη μηχανάκι δεν σταματούσε καθόλου, έβαλε ξαφνικά το χέρι του στο στόμα της και της το έκλεισε. "-Κάτι θα έχει να σου πει και ο απεναντί σου, άκου και κανέναν άλλον επιτέλους, όλο εσύ μιλάς".
Το περιστατικό αυτό έγινε το ανέκδοτο στην εφημερίδα, το συζητούσαν σε όλα τα γραφεία και τους διαδρόμους, έλεγαν όλοι πως είχε βρει το δασκαλό του επιτελους ο άνθρωπος που μίλαγε πολύ και περίμεναν με έξαρση να δουν ποια θα ήταν η συνέχεια της σχέσης του με την καινούργια.
Δυο τέτοιοι άνθρωποι ήταν αρκετοί για να διαλύσουν την εφημερίδα, για να μη συμβεί λοιπόν αυτό ο διευθυντής τους έβαλε να δουλεύουν μαζί στο ίδιο γραφείο τις ώρες που βρίσκονταν εκεί, για να μην απασχολούν τους άλλους. Επειδή αυτός δεν είχε μαζί του τη φωτογραφία έμπνευση κι αυτή όσο έβλεπε άνθρωπο απεναντί της δεν σταματούσε να μιλάει, της πρότεινε να μοιράζονται το γραφείο με βάρδιες, ώστε να απασχολούνται αφενός μεταξύ τους, αφετέρου να έχει φέρει από το σπίτι τη δουλειά του έτοιμη και να κάνει εκεί μόνο τις περικοπές και τις διορθώσεις του, πράγμα που δεν θα του έτρωγε τόση πολύ ώρα. Άρα το γραφείο θα ήταν στη διαθεσή της τον περισσότερο χρόνο.
Παραδόξως δεν της άρεσε αυτή η πρόταση. "Δεν μπορώ να γράψω αν δεν έχω έναν άνθρωπο απεναντί μου" του είπε.
Τότε εκείνος της υποσχέθηκε ότι θα το κάνει αυτό για κείνη με τον όρο πως όση ώρα βρισκόταν εκεί πέρα, δεν θα του απήθυνε την παραμικρή κουβέντα. Θα έγραφε μόνο. Αλλιώς δεν θα τον ξανάβλεπε στο γραφείο. Τι να κάνει η λαλίστατη κυρία, δέχτηκε τον όρο του και ω του θαύματος, δυο άνθρωποι σιωπηλοί εργαζόντουσαν πια στο ίδιο γραφείο, την ίδια στιγμή κι αυτό ήταν το μεγάλο νέο για τους συναδέλφους τους που έβρισκαν κάθε δικαιολογία να μπουν μέσα, για να δουν ιδίοις όμμασι το θαύμα. Δεν ήξεραν που να το αποδώσουν.
Μια μέρα αυτός που μιλούσε πολύ, έδειξε σ' αυτήν που μιλούσε πολύ τη φωτογραφία που είχε φέρει από το σπίτι με τις δυο γυναίκες της ζωής του. Τότε εκείνη, έβγαλε από την τσάντα της μια άλλη φωτογραφία, ενός μικρού αγοριού που ήταν το παιδί της το οποίο απέκτησε ανύπαντρη, και χάθηκε παίζοντας στην αυλή με τραγικό τρόπο.
Ο άντρας και η γυναίκα κοιτάχτηκαν με δάκρυα στα μάτια, αγκαλιάστηκαν, βουβάθηκαν ταυτοχρόνως, άφησαν τα κείμενα τους ανοιχτά πάνω στα γραφεία κι έτσι αγκαλιασμένοι βγήκαν από την εφημερίδα και πήγαν να μιλήσουν σε ένα καφέ. Μπήκαν μέσα στο καφέ στις μία το μεσημέρι και βγήκαν από αυτό περασμένες οκτώ. Επτά ολόκληρες ώρες μιλούσαν ο ένας στον άλλον και μετά από αυτό, δεν είχαν κουράγιο να πουν τίποτε άλλο.
Από την άλλη μέρα η φωνή τους δεν ξακούστηκε ούτε μέσα στην εφημερίδα, ούτε έξω από αυτήν παρά μόνο για τους απαραίτητους λόγους, ούτε στο λεωφορείο, ούτε στο δρόμο, ούτε στα σπίτια τους παρά μόνο όταν μιλούσε ο ένας στον άλλο.
Αφότου έγινε αυτό, άνοιξαν οι πόρτες γι' αυτούς, άρχισαν να δέχονται προσκλήσεις από δεξιά κι αριστερά, να τους πλησιάζουν όλοι, να θέλουν την γνώμη και την αποψή τους επί παντός επιστητού, να επιδιώκουν γενικώς τη συντροφιά τους. Αλλά πλέον αυτοί, είχαν βρει ο ένας τον άλλο, δεν είχαν την ανάγκη πια να μιλούν, τους ήταν πολύ κουραστικό να το κάνουν με τον καθένα, τους ήταν πολύ βαρετές οι εκδηλώσεις και τα τραπεζώματα με τους άλλους, περνούσαν πολύ καλύτερα οι δυο τους, τα έκαναν όλα μαζί.
Ήταν ένα ζευγάρι σιωπηλό και χαμογελαστό παντού, που έβλεπε τα τεκταινόμενα με βαθύ βλέμμα κατανόησης και συμπάθειας, που άκουγε τους άλλους με περισυλλογή και τελικά όσο περισσότερο γέμιζε ο ένας από τον άλλο, τόσο μεγαλύτερο σεβασμό ενέπνεε στους άλλους και τόσο λιγότερο ανάγκη τους είχε.
Τρεις φωτογραφίες μπήκαν επάνω στο μπουφέ του καινούργιου σπιτιού, τρια πρόσωπα αγαπημένα που χαμογελούσαν μειλίχια, ειρηνικά κι απόλυτα ευχαριστημένα στους κατόχους τους.
Το μυστικό της σιωπής, δεν το είπαν ποτέ σε κανέναν.

2 comments:

Ελένη Στασινού said...

Απόψε Ελένη μου, μου κράτησες υπέροχη συντροφιά. Παράλληλα έλυσα και την απορία μου γιατί μιλάω πολύ κατά καιρούς. Φωνάζαν οι σκέψεις μου και δεν το είχα αντιληφθεί. Σευχαριστώ. Καλό βράδυ να έχεις.
Υ.Γ Επειδή είμαι άσχετη...συγνώμη αν δεν μπορέσω να πάρω το sos κείμενο.

Herinna said...

Καλημέρα Λενιώ μου
χαίρομαι που σου κράτησα συντροφιά. Ελπίζω να πέρασες καλά.