Monday, July 29, 2013

Για τους παλιούς φίλους

Πίτυλε και φίλοι παλιοί που μπαίνετε εδώ ακόμα πάει να πει με πεθυμήσατε και θέλετε να μάθετε νέα μου. Ότι τηλέφωνά σας είχα τα έχασα μαζί με το κινητό μου δυστυχώς. Γράφω στην herinna2.blogspot.com από τότε που σταμάτησα να γράφω μέσα εδώ. Επανήλθα εκτάκτως σήμερα για να σας ενημερώσω ξανά. Ελάτε από κει και διαβάστε ό,τι νέο από τη ζωή μου στην Πάρο. Φιλώ σας.

Sunday, February 24, 2013

Γουελ, τα έχω σκατώσει λίγο έως πολύ; Υπάρχουν αναγνώστες μου από την herinna2 που δεν γνωρίζουν ότι γράφω εδώ, κι άλλοι από εδώ που δεν γνωρίζουν ότι γράφω εκεί. Ενώ ακόμη κάποιοι, περιμένουν να αναρτήσω κείμενο στο refene.com Η άχρηστη, δεν κατάφερα τόσο καιρό να συνενώσω τα τρία blog. Και μάλλον χωρίς βοήθεια θα παραμείνει έτσι. Μπορώ όμως να πω για μία ακόμα φορά επειδή είδα παλιούς φίλους (στις στατιστικές να μπαίνουν) ότι μπορείτε να βλέπετε περισσότερα από μένα στο www.herinna2.blogspot.com. Δεν πάει να πει πως είστε υποχρωμένοι να πάτε, εκεί γράφω πάντως αυτό τον καιρό. Θενκς ολ οφ γιου.

Thursday, February 14, 2013

Γυρίζω στους δρόμους και καταγράφω ιστορίες. Τα μπρελόκ έτσι κι αλλιώς δεν πουλάνε. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το έχω καταλάβει από την αρχή. Θα έπρεπε να έχω παραιτηθεί, αλλά μου αρέσει να γυρίζω στους δρόμους. Απίστευτα πράγματα είδαν τα μάτια μου και άνοιξε το μυαλό μου. Όταν είσαι έξω ανακατεμένος με ανθρώπους και εικόνες, συλλαμβάνεις διαφορετικά τον κόσμο. Τον κόσμο της μέρας τον γνώρισα από την καλή και την ανάποδη. Μπορώ πια να το πω με σιγουριά. Από τον κόσμο της νύχτας εξακολουθώ να μη γνωρίζω τίποτα. Σκέπτομαι η επόμενη δουλειά που θα κάνω, να σχετίζεται με τη νύχτα. Ίσως εκεί να καταφέρω να βγάλω και κανένα μεροκάματο της προκοπής να καλύψω τις βασικές μου ανάγκες. Μπορεί να καταφέρω να πληρώσω και κανένα λογαριασμό. Μεγάλα όνειρα, μεγάλες βλέψεις. Εν τούτοις, προτιμώ ως άφραγκη να γυρνάω έξω κυνηγώντας το ένα ευρώ αντί να κάθομαι μέσα στο σπίτι άπρακτη. Το περπάτημα κάνει καλό. Ρίχνει τη χοληστερίνη, δυναμώνει τους μυς, σε γεμίζει αγάπη για τη ζωή και αισιοδοξία ακόμα και στις πιο δύσκολες μέρες. Όταν βρέχει και πρέπει να συνεχίσω τη δουλειά, φαντάζομαι τον εαυτό μου σαν ηρωίδα μυθιστορήματος. Να βρέχεσαι, να μη μπορείς να χρησιμοποιήσεις ομπρέλα γιατί μπαίνεις από τη μια πόρτα στην άλλη, να πρέπει να βρεις τα λόγια σου αμέσως εξαφανίζοντας το τρέμουλο από το κρύο και την ταλαιπωρία, να πρέπει να έχεις βλέμμα ευθύ και δυνατό, επαγγελματικό στήσιμο, και χιούμορ. Η γυναίκα της βροχής, μάλιστα, αυτό είμαι, μόνο που μου λείπει ο συγγραφέας και ο σκηνοθέτης. Ως εκ τούτου προχωράμε στην επόμενη χίμαιρα. Δεν μπορώ να γράψω πια ιστορία καλή, φανταστική γιατί η πραγματικότητά μου ξεπερνάει την φαντασία μου. Το αποδεικνύω και στο φουλάρι με το μονόγραμμα. Είναι ότι πιο χειρότερο έγραψα ποτέ μου στα χρονικά μου. Και το αφήνω επίτηδες εκτεθειμένο, για να δουν οι άνθρωποι που με ξέρουν σαν γραφιά, πόσο μακρινός από σένα μπορεί να γίνει ο εαυτός σου. Αισθάνομαι ότι ενώ έχω αλλάξει επιμένω στο φουλάρι με το μονόγραμμα να θέλω να κρατήσω τον παλιό μου εαυτό. Και το αποτέλεσμα ήταν οικτρό.
Μου λείπει το θάρρος. Δεν ξέρω γιατί μου λείπει, γιατί στη ζωή έμεινα μόνη μου, δεν έχω κοντά μου κανέναν από εκείνους που δεν ήθελα να θίξω, κανέναν από αυτούς που σίγουρα θα πληγώνονταν διαβάζοντας τις αλήθειες μου. Ωστόσο αισθάνομαι πως θα είναι σα να ανοίγω πόλεμο με κείνους που εδώ και χρόνια με έχουν ξεχάσει, ακόμα κι αν δεν χρησιμοποιήσω τα πραγματικά τους ονόματα. Έχει κανένα νόημα; Αν είχα επισκεφτεί έναν ψυχίατρο είμαι σίγουρη πως θα με ενθάρρυνε να το κάνω, αλλά εξακολουθώ να μην είμαι έτοιμη γι' αυτό. Φοβάμαι πως τα πιο σημαντικά θα τα πάρω μαζί μου στον τάφο. Κι αν γίνει αυτό θα είναι εκεί μέσα μαζί μου να με τριβιλίζουν στον αιώνα τον άπαντα να μη με αφήνουν να αναπαυτώ. Κολλάω σε δύο πράγματα. Πρώτον. Συγγραφέας δεν είναι αυτός που κάθεται και γράφει μια αυτοβιογραφία, όσο συγκολονιστικά κι αν νομίζει πως είναι τα γεγονότα της ζωής του. Όλοι οι άνθρωποι το έχουν αυτό. Στα μαγαζιά που μπήκα άκουσα πολλές φορές τη φράση "Αν ήμουν συγγραφέας εγώ κοπέλα μου, τη ζωή μου μόνο να έγραφα θα γινόταν μπεστ σέλερ". Διότι οι άνθρωποι πιστεύουν πως αυτά που έζησαν είναι τόσο πιο συγκλονιστικά, τόσο πιο εξτρίμ, από τη ζωή ενός οποιουδήποτε άλλου. Αυτό είναι παγίδα για έναν συγγραφέα. Ακόμα και στο πρώτο μου βιβλίο που ήταν κατά μεγάλο μέρος αυτοβιογραφικό,  την απέφυγα αυτή την παγίδα. Αν υποχρεωθώ να λειτουργήσω τώρα έτσι, πάει να πει πως έχω αποτύχει.
Δεύτερον. Όχι για το τι μπορεί να μου κάνει κάποιος, αλλά για το τι μπορεί να κάνω εγώ σε κάποιους που όσο κι αν το αξίζουν σαν μονάδες, δεν το αξίζουν σαν ανθρώπινες οντότητες. Δεν βρέθηκα με το στυλό και το πληκτρολόγιο στα χέρια για να παίξω το ρόλο του εκδικητή. Δεν θέλω να με αφορά αυτή η υπόθεση. Γνωρίζω όμως καλά ότι τα κλειδιά της απελευθερωσής μου, βρίσκονται εκεί. Επίσης φοβάμαι και για την εικόνα μου. Έζησαν σα ηλίθια σε πολλές καταστάσεις, σαν άνθρωπος που δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τα στραβά του πατήματα, κυριαρχημένη άλλοτε από το πάθος μου για την ελευθερία κι άλλοτε από το πάθος μου γενικά. Εισέπραξα πολύ αποδοχή σε καλούς καιρούς, αμφισβήτηση, υποτίμηση, περιφρόνηση, σε άλλους. Σο γουότ; Οι περισσότεροι αν όχι όλοι τα έχουν εισπράξει.
Και ο τρίτος λόγος, είναι το iq μου. Τον καιρό που έγραφα τις δυνατές ιστορίες, ήταν κάπου στο 120. Το μέτρησα τελευταία και έχει πέσει κάτω από το εκατό. Δηλαδή αποχάζεψα. Πως είναι δυνατόν να πέσει τριάντα ολόκληρες μονάδες το iq ενός ανθρώπου μέσα σε λίγα χρόνια, θα πει κανείς. Δεν ξέρω, αν με πάρει η επιστήμη όταν τα τινάξω να κάνει πειράματα. Ας πάει και στους χώρους που κινήθηκα ο ερευνητής και δούλεψα, μπας βρει καμιά απάντηση.
Οκ, τα είπα όλα όσα ήθελα να πω για την ώρα. Η Ελλάδα υποφέρει, μαζί της κι εγώ. Όχι γιατί υποφέρει εκείνη, αλλά γιατί αισθάνομαι πως είμαι η Ελλάδα. Όποιον πόνο δω στο δρόμο μου τον αναγνωρίζω. Αν δω κάποιον που μου είναι άγνωστος, ξεσκονίζω την πέτρα και κάθομαι να τον ακούσω. Ξεσκόνισα πολλές πέτρες. Άκουσα ανθρώπους πολλούς. Οι υποθέσεις τους ήρθαν και κάθισαν μέσα μου και μπερδεύτηκαν με τις υποθέσεις μου. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί, είναι επίσης η Ελλάδα.
Δεν θυμάμαι τι ξεκίνησα να πω. Ποιος χέστηκε όμως....

Sunday, May 09, 2010

Επιστροφή στην Ηerinna,

Μετά από δυο χρόνια, βρήκα τι έφταιγε στην αρχική Herinna. Είχε χαθεί η διάταξη και τώρα βαρέθηκε να είναι χαμένη και γύρισε πίσω.

Saturday, June 28, 2008

μούσες και πανούκλες

Είναι μερικοί άνθρωποι που η αύρα τους σε φτάνει από πολλά χιλιόμετρα αν έχεις την τύχη με κάποιον τρόπο να τους γνωρίσεις και να επηρεαστείς από την υπαρξή τους. Είναι και κάτι άλλοι που αμέσως μετά την γνωριμία σου μαζί τους αισθάνεσαι σαν ψεκασμένος με πυροσβεστική φιάλη, άσπρος και κοκαλωμένος εσωτερικά, νιώθοντας αυτό το είδος πνευματικού θανάτου να εισχωρεί στα κυτταρά σου λεπτό προς λεπτό, αλλά ταυτόχρονα αδύναμος να αντιδράσεις, να κάνεις οτιδήποτε για να το σταματήσεις.
Οι πρώτοι αποτελούν ένα είδος μούσας στις πνευματικές σου αναζητήσεις, οι άλλοι είναι απλώς οι καταστολείς του πνευματός σου με όποιον τρόπο κι αν σου συστήνονται, όποια επικοινωνιακά τερτίπια κι αν χρησιμοποιούν για να σε παγιδεύσουν.
Τα ελεύθερα πνεύματα γίνονται πόλος έλξης και θαυμασμού, ενώ εκείνοι που διακατέχονται από το κόμπλεξ της ανεπαρκειάς τους, κάνουν ότι είναι απανθρώπως δυνατόν για να καταστρέψουν ένα υγιές πνεύμα μόνο και μόνο για την ικανοποίηση του ότι το κατάφεραν. Σε τέτοιους ανθρώπους δεν ισχύουν έννοιες που είναι παγιωμένες σαν αξία μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Σεβασμός, σεμνότητα, κατανόηση, αναγνώριση, ντροπή, είναι άγνωστα πράγματα σ' αυτούς.
Κάποτε είχα βρεθεί σε μια σκασκιστική λέσχη κι ως πολλά υποσχόμενη νεαρή σκακίστρια τότε, είχα καθίσει να παίξω ένα παιχνίδι με έναν βετεράνο του είδους. Ήταν ένας Καραγκιόζης. Ένας βρώμικος παίχτης που χρησιμοποιούσε την υπεροψία και την απαξία του για το προσωπό μου για να με κάμψει ηθικά. Ένας σαρκαστής που σχολίαζε καυστικά και με άσχημο προσβλητικό τρόπο την κάθε μου κίνηση, έκανε νεύματα στους θεατές μας κοροϊδευτικά για μένα, κι ότι τέλος πάντων πέρναγε από τη βρώμικη σκέψη του να κάνει, για να κερδίσει εκείνη την παρτίδα. Ποτέ όσα χρόνια ζω, δεν ξέχασα αυτόν τον άνθρωπο, αυτό το κέρδισε περισσότερο από την παρτίδα εκείνη που μου πήρε με τα μέσα αυτά. Γιατί εγώ σαν νέο παιδί, γεμάτο χαρά κι ενθουσιασμό που έπαιζα με έναν τόσο καλό συμπαίχτη όπως τον έβλεπα αρχικά, γεμάτη σεβασμό για το προσωπό του, ξαφνιάστηκα όταν είδα αυτή τη συμπεριφορά, αναποδογύρισε η εικόνα του στα μάτια μου και την ίδια στιγμή ένιωσα ότι δεν έχω τον τρόπο να αποδείξω ότι δεν είμαι τόσο ηλίθια όσο εκείνος επιδεικτικά έκανε γνωστό σε όλους πως ήμουν. Έχασα κάθε αυτοπεποίθηση και άρχισαν να πέφτουν τα κομμάτια μου στο πι και φι, ένας αποδεκατισμός τόσο ταπεινωτικός για μόνο το λόγο ότι κάποιος, ψέκασε την ψυχή μου και το πνεύμα μου, με την πυροσβεστική του φιάλη.
Βεβαίως ήθελα να του ορμήξω, να του ρίξω μια μπουνιά μέσα στη μούρη, να του πάρω το σκαλπ, αλλά δεν ήθελα να επιβαρύνω την ήττα μου με μια τέτοια κίνηση και διατηρώντας μιαν υποτυπώδη ψυχραιμία μέχρι το τέλος, του έδωσα συγχαρητήρια και σηκώθηκα από το τραπέζι. Το ενδιαφέρον όλων των παρισταμένων στράφηκε τώρα σ΄αυτόν τον γελοίο τύπο που όλοι ανυπομονούσαν να παίξουν μαζί του και δεν έβρισκαν την ώρα να ξεκουμπιστώ εγώ για να πάρουν τη θέση μου.
Καθώς έπαιρνα το σακάκι μου για να φύγω έχοντας πάρει την απόφαση να μην ξαναπατήσω εκεί μέσα, ένας από τους παίχτες με πλησίασε.
-Αυτόν πρέπει να κάτσεις να μελετήσεις, όχι το σκάκι.
-Τι εννοείς; τον ρώτησα ψιλοενοχλημένη γιατί δεν ήμουν και σε κατάσταση για πολλά πολλά.
-Μέχρι ένα σημείο πίστεψα ότι πραγματικά θα έπαιρνες αυτή την παρτίδα. Αλλά τον άφησες να σε επηρεάσει. Το ίδιο κάνει με όλους. Με αυτό τον τρόπο παίρνει τις παρτίδες αυτός και ψαρώνει τους νέους. Επειδή προβλέπω πως πρόκειται να εξαφανιστείς, σου λέω πως θα είναι λάθος να το κάνεις. Αν κάποιος μπορεί να τον κερδίσει εδώ μέσα αυτή είσαι εσύ.
-Δεν ξέρω πως να αντιμετωπίσω τέτοιες συμπεριφορές. Όχι. Αυτός θα κερδίζει πάντα γιατί από τους άλλους, δεν έχει κανείς την ξιπασιά του. Κι εγώ αυτή την ξιπασιά δεν μπορώ να την αντικρύζω μπροστά μου.
-Δεστο αλλιώς. Αν έναν τέτοιο τύπο τον είχες στη δουλειά σου κι επρόκειτο για το ψωμί σου τι θα έκανες; Αν ήσουν υποχρεωμένη να τον τρως στη μάπα μέσα στο ίδιο σου το σπίτι;
-Στη δουλειά μου θα τον αγνοούσα και στο σπίτι μου μέσα δεν υπάρχει περίπτωση να ζω με έναν τέτοιο κρετίνο.
-Το λες τώρα. Μπορεί κάλλιστα να σου συμβεί κάποια στιγμή στη ζωή σου όμως. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι ζουν με τέτοιους;
-Τι μου ζητάς εν πάση περιπτώσει, να ανοίξω πόλεμο μαζί του;
-Σου ζητώ να κάτσεις να σκεφτείς καλά τις μεθόδους του και το πως αντέδρασες εσύ σ' αυτές. Ξέρεις Ελένη το σκάκι, είναι ένας μεγάλος δάσκαλος γι' αυτούς που παίζουν. Μια παρτίδα σκάκι είναι όλη μας η ζωή κι αν το σκεφτείς έτσι και να μην ξαναπατήσεις εδώ, θα τον συναντήσεις αυτό τον τύπο στη ζωή σου ξανά και ξανά. Και πάντα θα τρέχεις να κρυφτείς.
-Πες μου λοιπόν τι κάνω εγώ, που αυτός παίρνει είδηση και πατάει σ' αυτό για να με χτυπήσει;
-Μα είναι ολοφάνερο. Κατάφερε να σου επιβάλλει την ιδέα πως είναι καλύτερος. Τον αντιμετωπίζεις σαν τέτοιο. Τον σέβεσαι και πάνω απ' όλα τον φοβάσαι και το ξέρει. Ένας μαλάκας είναι. Δεν παίζει σκάκι αυτός ο τύπος, δεν συγκεντρώνει τη σκέψη του επάνω στη σκακιέρα αλλά επάνω σου. Καταφέρνει με τα κόλπα του να σε αποσυγκεντρώσει και σένα, μόλις σου πάρει ένα σημαντικό κομμάτι, εσύ μέσα σου παραιτείσαι κι εκεί έρχεται ο αποδεκατισμός.
-Αφού ξέρεις τόσα γι' αυτόν γιατί δεν πας να τον αντιμετωπίσεις εσύ και να τον κερδίσεις;
-Γιατί δεν έχω τη φαντασία σου. Μόνο εσύ μπορείς να τον αντιμετωπίσεις αυτό τον τύπο".

Έτσι χωρίς λόγο, γιατί ένας άνθρωπος μου είπε πόσο πιστεύει σε μένα, γιατί ένας άγνωστος βρέθηκε να μου απαλύνει την "απογοήτευση" την κατάλληλη στιγμή, γιατί ένας άνθρωπος απλώς μου μίλησε, έφυγα έχοντας αλλάξει απόφαση. Θα ξαναγύριζα σε αυτό το μέρος.
Επί δυο εβδομάδες δεν έκανα άλλο από το να μελετώ το Σιαπέρα και να παίζω φανταστικές παρτίδες μόνη μου. Είχα στ' αυτιά μου συνέχεια την αντιπαθητική φωνή του συμπαίχτη μου, τον άκουγα να σαρκάζει, τον έβλεπα να κάνει νεύματα στους άλλους, και προσπαθούσα να τον αγνοώ. Είχα σκεφτεί να βάλω και ωτασπίδες όταν θα πήγαινα να τον βρω αλλά κατάφερα κάτι καλύτερο. Την απόσπαση. Θα έπαιζα αποσπασμένη από το χώρο και το τι γινόταν μέσα σε αυτόν. Για να το πετύχω αυτό πήγαινα σε πολυθόρυβους χώρους κι έπαιζα τις παρτίδες μου εκεί. Μαγαζιά με τέρμα το χέβι μέταλ, όπου όλοι χτυπιόντουσαν κι έπιναν κι εγώ να προσπαθώ να διατηρήσω τη συγκεντρωσή μου στην επόμενη κίνηση. Στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας είχα την αίσθηση πως ο χρόνος, ήταν πολύ λίγος για να χτίσω μέσα μου το αδιαπέραστο τείχος προστασίας και ανέβαλα την επισκεψή μου στη λέσχη.
Δεν γύρισα ποτέ. Ποτέ το τείχος δεν ήταν αρκετά γερό και αδιάβλητο. Έπεσα όμως επάνω σε πολλούς τέτοιους τύπους στη διάρκεια της ζωής μου. Και ήξερα ακριβώς τι να κάνω.
Εκεί που τα έχασα και ξέχασα τελείως κάθε μου εξάσκηση και κάθε μου σκακιστική εμπειρία, ήταν όταν ένας τέτοιος άνθρωπος μπήκε τελικά και στη ζωή μου. Τον πρώτο καιρό που η δύναμη της επιρροής του ήταν μεγάλη πάνω μου, τότε που είχα ξεχάσει τα πάντα, είχαμε παίξει μαζί σκάκι και όπως ήταν φυσικό με είχε κερδίσει. Γύρισε τότε έχοντας καβαλημένο το καλάμι και μου είπε.
"Απορώ γιατί σε είχαν για τόσο καλή, δεν βρίσκω να παίζεις καθόλου καλά, στην πραγματικότητα είσαι ακόμα αρχάρια. Και δεν είναι δικαιολογία ότι έχεις να παίξεις δεκαπέντε χρόνια, γιατί το σκάκι είναι σαν το ποδήλατο. Δεν ξεχνιέται".
Δεν είχα τι να πω στην παρατηρησή του αυτή και σήκωσα τους ώμους μου.
"-Ίσως το πνεύμα μου να έχει φθαρεί, ποιος ξέρει..."
Και μπλοκάρισα την τρελή μου παρόρμηση να του πετάξω στα μούτρα ότι τον είδα, την ώρα που πήρε τον ψεκαστήρα της πυροσβεστικής και άρχισε να ψεκάζει τα πάντα μέσα μου.
Δεν ήμουν έτοιμη.
Κατέβασα από τα ράφια μου το σκονισμένο Σιαπέρα και άρχισα να μελετώ συστηματικά πάλι. Ωστόσο δεν έφτανε. Παρατηρώντας τον συμπαίχτη μου στη ζωή μου πια, βρήκα ένα πλήθος από τρύπες και κενά στις αμυνές του. Τη μέρα που τον κέρδισα στο σκάκι, ήξερα πως το τέλος της σχέσης μας ήταν κοντά. Μου είπε,
"Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν είσαι τόσο καλή όσο πιστεύεις για τον εαυτό σου.
-Ούτε κι εσύ όμως". Του απάντησα με ήρεμο ύφος που ίσως δεν κατάφερε να κρύψει την άγρια χαρά μου, ούτε να αποτρέψει το τέλος που ερχόταν.
Ναι οι εχθροί έχουν μπει και μέσα στην πόλη. Αλλά δεν ζουν μόνο αυτοί μέσα της. Ζουν και κάτι τύποι σαν αυτόν που μου είχε μιλήσει στη λέσχη. Ζουν οι άνθρωποι που στα χέρια τους δεν κρατούν τον ψεκαστήρα αλλά το βάλσαμο της ψυχής. Ζουν τα ελεύθερα πνεύματα που γνώρισα και γίνανε οι μούσες μου. Ζουν όλοι αυτοί που βρέθηκαν δίπλα μου στα χοντρά λούκια μου, όλοι αυτοί που δεν θέλησαν να δεχτούν ότι ένα πνεύμα που κάμπτεται από τις βρώμικες μεθόδους ενός συμπαίχτη καίγεται για πάντα. Δεν καίγεται. Γυρίζει στα κρυφά του καταφύγια ανακαλώντας τη δύναμη και την πίστη του, τις μνήμες και τις επαφές του με τα ελεύθερα πνεύματα, ξαναγεννιέται και συνεχίζει. Γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Και γιατί το φως που κατοικεί μέσα μας απαγορεύει την επικράτηση της απόλυτης νύχτας.
Κι ας υπάρξουν όσες πανούκλες θέλουνε. Όσοι βρώμικοι παίχτες θέλουν για να επιβάλλουν το δικό τους στάτους στο δικό μας γίγνεσθαι. Η αποτυχία είναι ζωγραφισμένη στο νικηφόρο βλέμμα τους και δεν αντιφάσκω.
Με ή χωρίς σκάκι εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω με τις μούσες μου. θα συνεχίσω να ευχαριστώ για πάντα εκείνον τον τύπο στη λέσχη, όπως κάθε άλλον ή άλλη βρέθηκε στο δρόμο μου για να μου δώσει την ώθηση μιας συνέχειας. Ναι Νίκο (vromios), ναι πολίτη Πήττα, ναι Κώστα Γκορτζή, ναι Βαγγέλη Μαργαρίτη που με χαιρετάς από τους ουρανούς, ναι Άκη Πρίντεζη, ναι κόσμε άγνωστε γνωστέ που μπαίνεις εδώ μέσα για να φυσήξεις την πνοή της δικής σου δύναμης, στο πνεύμα που οι ψεκαστήρες δεν μπόρεσαν να αφανίσουν, γιατί απλούστατα δεν είναι μόνο δικό μου. Είναι όλων μας. Είναι το πνεύμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και υπόστασης που όλοι προστατεύουμε, με η χωρίς σκάκι.

Tuesday, June 24, 2008

Λόγω του ότι δεν είχα το χρόνο να το κοιτάξω, το παρακάτω κείμενο που γράφτηκε κατευθείαν εδώ, δημοσιεύτηκε αμέσως μετά την τελευταία τελεία κι έτσι ζητώ συγνώμη από αυτούς που πρόλαβαν και το διάβασαν πριν να του κάνω κάποιες διορθώσεις. Όχι ότι τις έκανα όλες, αλλά τουλάχιστον τώρα διαβάζεται.

Τα άχρωμα φανάρια



Μέσα στην πολύβουη αυτή πόλη, όπου όλοι προσπερνούν τον διπλανό τους χωρίς να του ρίξουν ούτε μια ματιά, ένας φτωχός Δον Κιχώτης παίρνει μέσα στο τροχοσπιτό του τους άστεγους, ζητιανεύει για να συντηρεί τον εαυτό του και το σκύλο του, σηκώνει από την άσφαλτο τα ξαπλωμένα πρεζόνια, δίνει το μοναδικό του πεντοευρώ στο πιτσιρίκι που του απλώνει το χέρι, τρώει στην αίθουσα για τους φιλόπτωχους της εκκλησίας, και τραγουδάει πάντα τον ροζ Πάνθηρα. Ταρα ταρά ταραταρατατα ταρατατααα τα.

Λένε πως τα φαινόμενα συχνά απατούν. Τις περισσότερες φορές όμως, το ξέρουμε πως είναι απατηλά κι απλώς τα δεχόμαστε σαν πραγματικά. Γιατί έτσι θέλουμε να τα βλέπουμε. Γιατί αυτό έχουμε ανάγκη να πιστεύουμε.

Σάματις η Μαρίνα δεν ήξερε ότι ζει με έναν άνθρωπο με οριακή πνευματική κατάσταση; Αλλά ήταν ένας κεφάτος και πρόσχαρος άνθρωπος. Το βλέμμα του το αποσπούσαν όλα τα περίεργα και αστεία όχι μόνο πάνω στους ανθρώπους, αλλά και στα ζώα, τα κτίρια, τη φύση, τον ουρανό.

Είχε κι ένα πάθος με τις φωτογραφίες ο Κούλης. Η αλήθεια είναι πως μίλαγε ελάχιστα παρά τη χαρούμενη φυσιογνωμία του. Είτε θα τον έβλεπες με την κάμερα κρεμασμένη στον ώμο να γυρίζει τις γειτονιές και να φωτογραφίζει ότι του καθόταν στο μάτι, είτε θα κρατούσε ένα μολύβι,. και θα σκιτσάριζε (πάντα ασπρόμαυρα τα σκίτσα του γιατί είχε αχρωματοψία και ήθελε να βλέπει το χρώμα που χρησιμοποιεί) την ώρα που η Μαρίνα του μιλούσε, είτε έπαιζε μπουγιέλο στην αυλή με τους φίλους του παρασύροντας στο παιχνίδι αυτό και την σοβαρή κοπέλα που θύμωνε με τα παιδιαρίσματα.

Ο Κούλης όμως είχε καταφέρει να την βάλει στον κόσμο του. Το πιο μεγάλο του προσόν ήταν ότι ήταν ο μοναδικός άντρας που κατάφερνε να παραμείνει έξω από τον δικό της κόσμο, χωρίς διαμαρτυρία και σκηνές ζηλοτυπίας. Γιατί η Μαρίνα, ήθελε κάποιες ώρες καταδικές της, να μη την ενοχλεί κανείς, να μην είναι υποχρεωμένη να ασχοληθεί με τίποτε άλλο εκτός από τις μελέτες της.

Και δεν υπήρχε καλύτερος συγκάτοικος ως προς αυτό από τον Κούλη. Ο οποίος για να πάει να μείνει μαζί της στο μικρό διαμερισμά της, είχε έρθει σε ρήξη με το σπίτι του. Και η μάνα του, τον είχε απειλήσει ότι θα τον αποκληρώσει αν συνεχίσει να είναι μαζί με αυτή την αδέκαρη κουλτουριάρα, που ποιος ξέρει πόσους άλλους είχε πριν από αυτόν και με ποιο τρόπο σκόπευε να τον ξεφορτωθεί.

Βλέπεις το κύριο ζητούμενο της μάνας του δεν ήταν να μη της πάρει καμιά τον κανακάρη της όπως κάνουν άλλες μάνες με τους γιούς τους που αντιπαθούν τις νύφες εξ αιτίας αυτού, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Να βρεθεί κάποια που να δεχτεί να φορτωθεί τον Κούλη εφόρου ζωής, ώστε κι αυτή να ησυχάσει από δαύτον. Με την Μαρίνα δεν έβλεπε όμως να γίνεται κάτι τέτοιο.

Κάποια φορά που τους έκανε έφοδο στο σπίτι που μαζί έμεναν, τη ρώτησε τι σκοπεύει να κάνει με το παιδί της, αν έχει καλό σκοπό μαζί του ή θα τον παρατήσει σύξυλο μια μέρα και δεν θα ξέρει τι θα τον κάνει. Η Μαρίνα αντί να της απαντήσει είχε γελάσει πάρα πολύ, μέσα στα μούτρα της, κι αυτή δεν μπορούσε να καταλάβει τι την έπιασε, τι της φάνηκε τόσο αστείο από αυτά που της είπε. Δεν είχε το δικαίωμα σαν μάνα να ανησυχεί για την τύχη του παιδιού της; Έτσι ευθέως τη ρώτησε κι αυτό αλλά η Μαρίνα άλλο δεν έκανε από το να γελάει. Έφυγε από το σπίτι χωρίς να πάρει καμιά απάντηση στην αγωνιώδη της ερώτηση, μόνο την ειρωνική διαβεβαίωση της εικοσιπεντάχρονης τότε κοπέλας, ότι αν είναι να χωρίσουν, θα φροντίσει ώστε ο κανακάρης της να μη μείνει στο δρόμο χωρίς μοίρα στον ήλιο. Όχι ότι είχαν καμιά περιουσία, αλλά παλιά της τέχνη κόσκινο να φεύγει με μια μοναδική βαλίτσα αφήνοντας ότι είχε φτιάξει μέχρι τότε στη ζωή της, σε κάποιον άλλο. Είχε βγει από μικρή στη ζωή, ήξερε πως είναι να ξαναρχίζεις και τρεις φορές που μέχρι τότε είχε υποχρεωθεί να το κάνει αυτό, τα είχε καταφέρει μια χαρά. Οι δυο προηγούμενες αφορούσαν η μια το πατρικό της σπίτι και η άλλη τη συμβιωσή της με έναν άλλο άντρα, χρόνια πριν της προκύψει ο Κούλης.

Και το λέω έτσι γιατί ο Κούλης πραγματικά της προέκυψε. Η αλήθεια είναι πως κάτι στην αύρα της τραβούσε τις ιδιόρρυθμες καταστάσεις. Σπάνια άνθρωπος χωρίς παραξενιά της τράβηξε το ενδιαφέρον. Η Μαρίνα είχε σκεφτεί πολλές φορές το πώς η ίδια σκεπτόταν τον ιδανικό σύντροφο. Ήξερε πως εκεί που με το μυαλό της και την καρδιά της πετούσε, δεν υπήρχε περίπτωση ν’ απαντήσει πλάσμα ανθρώπινο με σάρκα και οστά. Οι περίοδοι της μοναξιάς της ήταν μεγάλες και μέσα σε αυτές είχε βολέψει τους βιορυθμούς της με τρόπο που να είναι ευχαριστημένη, αυτάρκης και δημιουργική. Για όσο μακρύ διάστημα παραγκώνιζε το θέμα της ερωτικής της κάλυψης, έμπαινε σε μια κατάσταση αισθησιακής ύπνωσης, σαν να μην είχε τις ίδιες με τους άλλους ανθρώπους ανάγκες, σαν να είχε βρει το μυστικό της ευτυχίας σ’ αυτά που έκανε και την κάλυπταν. Εδώ που τα λέμε δεν έβλεπε και τον εαυτό της σαν την σούπερ γκόμενα που θα έπεφταν σαν μύγες τ’ αρσενικά στο διάβα της. Μάλλον δεν της άρεσε και πολύ ο εαυτός της σαν εμφάνιση, γι’ αυτό και είχε βγάλει από τη σκέψη της κάθε ιδέα που είχε να κάνει με την ιδανική συνεύρεση και μάλιστα με τον τύπο του άντρα που γι’ αυτήν θα συμπλήρωνε όλα τα ατου και τα προτερήματα για να την κατακτήσει ολοκληρωτικά.

Δεν έφταναν αυτά σαν προβλήματα, πήγε κι αυτή να μορφωθεί, τι άλλο να κάνει εδώ που τα λέμε, να κατεβάζει όλα τα βιβλία από τις βιβλιοθήκες στις πνευματικές στέγες, να δανείζεται από φίλους, γνωστούς, δασκάλους, συγγενείς και τελικά να αποκτήσει μέσω αυτών μια κοσμοθεώρηση που δύσκολα θα έβαζε στην άκρη για να δεχτεί το ρόλο της σαν γυναίκα, μέσα στα στενά πλαίσια που την καθόριζε η Ελληνική κοινωνία, χωρίς και πάλι να ξέρει τι γινόταν έξω από τη χώρα της.

Η Μαρίνα την εποχή που γνώρισε τον Κούλη, είχε καταφέρει να περάσει σε μια σχολή των ΤΕΙ η οποία δεν της άρεσε και διάβαζε για να ξαναδώσει εξετάσεις για τη φιλοσοφική. Έμενε στο νοίκι, δούλευε περιστασιακά ίσα για να πληρώνει το ενοίκιο, το ψωμοτύρι της και τα τσιγάρα της, διάβαζε δεκαπέντε ώρες την ημέρα και ευελπιστούσε πως οι κόποι της δεν θα πήγαιναν χαμένοι.

Ο Κούλης, εμφανίστηκε στο σπίτι της ένα βράδυ ξαφνικά με έναν παλιό της συμμαθητή που είχε πάει να την επισκεφτεί και σκόπευαν μετά από κει να πάνε να συναντήσουν την παρέα τους. Ο συμμαθητής της είχε φέρει κάτι βοηθήματα του αδελφού του που θα της χρησίμευαν για τις εξετάσεις, ο ίδιος όμως είχε αποφασίσει να μην προχωρήσει σε σπουδές και δούλευε σε ένα μαγαζί σαν dj.

Όταν ο Νίκος της έλεγε, «παίζω σήμερα στο μαγαζί» εκείνη πάντα μπερδευόταν γιατί είχε συνδέσει το «παίζω» με κάποιο μουσικό όργανο ή με κάποιο συγκρότημα και πάντα του έκανε την ίδια αφελή ερώτηση. «Παίζεις; Τι παίζεις; Κιθάρα; -Όχι ρε, μουσική δεν σου έχω πει ότι είμαι dj? –Α, εννοείς θα βάζεις μουσική να την ακούει ο κόσμος. –Όχι Μαρίνα, θα παίξω μουσική. Γιατί δεν έρχεσαι μια μέρα να δεις πως είναι; -Δεν προλαβαίνω για τέτοια, έχω διάβασμα. Άλλωστε δεν έχω λεφτά για εξόδους»

Τη μέρα εκείνη λοιπόν την έψηναν και οι δυο να τους ακολουθήσει στο μαγαζί που θα έπαιζε ο Νίκος, αλλά δεν τα κατάφεραν. Η Μαρίνα είχε άλλα σημαντικότερα πράγματα να κάνει. Να μαγειρέψει το ρύζι της, να φτιάξει τον καφέ της, να κάνει εξάσκηση στην κιθάρα της για λίγη ώρα και τελικά να μελετήσει μέχρι το πρωί. Τίποτα δεν ήταν καλύτερο από την ησυχία της εκείνη την περίοδο.

Ο Κούλης παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ιδιαίτερα οξυδερκής, αγκιστρώθηκε συναισθηματικά από την δύναμη και την επιμονή της Μαρίνας να περάσει στη σχολή που ήθελε και το θεώρησε άδικο γι’ αυτή να παιδεύεται. Χωρίς να αναφέρει ξανά στον Νίκο τίποτα, άρχισε να παραφυλάει έξω από το σπίτι της και μόλις εκείνη έφευγε να πάει για κανένα μεροκάματο ή στη σχολή που ήδη φοιτούσε, της άφηνε μια τσάντα γεμάτη με φαγητά έξω από την πόρτα. Καλομαγειρεμένο φαγητό που η Μαρίνα είχε να φάει από την εποχή που ζούσε με την οικογενειά της, τότε που η μάνα της έσπαγε το κεφάλι της τι να της φτιάξει που να της αρέσει, γιατί ήταν πράγματι μίζερη και δεν έτρωγε πολλά.

Είτε γιατί το φαγητό που έβρισκε η Μαρίνα στην πόρτα ήταν πράγματι καλό, είτε γιατί πολύ καιρό είχε ν’ απολαύσει σπιτική κουζίνα, το έτρωγε με μεγάλη ευχαρίστηση και αίσθημα ευγνωμοσύνης για κείνον που της το πήγαινε.

Είχαν περάσει δυο βδομάδες και δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει ποιος την σκεπτόταν τόσο τακτικά, οι επισκέψεις του παράξενου ευεργέτη είχαν γίνει καθημερινές κι αυτή πια το έβαλε σκοπό να τον ανακαλύψει. Έκανε λοιπόν ένα μεσημέρι ότι φεύγει για δουλειά, περπάτησε δυο τετράγωνα γύρω από το σπίτι της και μετά κρύφτηκε στην αυλή του απέναντι σπιτιού για να δει ποιος θα πάει να της αφήσει την τσάντα με τα τρόφιμα.

Κατά τις τέσσερις, είδε τον Κούλη να έρχεται φορτωμένος με την τσάντα, κοίταζε τριγύρω για να δει αν τον βλέπει κανείς, χτύπησε και το κουδούνι της για να σιγουρευτεί ότι εκείνη λείπει, μετά άφησε την τσάντα μπροστά στην πόρτα της και απομακρύνθηκε.

«Σ’ έπιασα!» Του φωνάζει η Μαρίνα πίσω από την πλάτη του κι αυτός καρφώθηκε στη θέση του.

Από κει και μετά όλα εξελίχθηκαν γρήγορα. Συγκινημένη από το πραγματικό του ενδιαφέρον γι’ αυτήν η Μαρίνα άρχισε να τον βλέπει ζεστά και να περνά κάμποσες ώρες μαζί του τα βράδια. Ο Κούλης δεν ήταν τύπος υστερόβουλος, πήγαινε εκεί φανερά πια με την τσάντα τα τρόφιμα και έτρωγαν παρέα, μετά έβγαζε από έναν φάκελο τα συνεργά του που ήταν μολύβια, κάρβουνα και πινέλα και ενώ η Μαρίνα διάβαζε μέσα στη νύχτα χαμένη στον κόσμο της, αυτός ζωγράφιζε ακούγοντας μουσική από το γουόκμαν. Όταν η κοπέλα κουραζόταν και ήθελε να κοιμηθεί, του έλεγε… «Έλα Κούλη, ώρα να το διαλύσουμε, κουτουλάω από τη νύστα». Κι αυτός μάζευε τα συνεργά του και έφευγε.

Αυτή ήταν η σχέση των δυο νέων τους πρώτους μήνες της γνωριμίας τους. Συζητούσαν, μιλούσαν για όλα και είχε μάθει από αυτήν αρκετά από το παρελθόν της, ενώ ο ίδιος δεν είχε μέχρι τότε δημιουργήσει καμιά σταθερή σχέση.

Ένα βράδυ η Μαρίνα γυρίζοντας στο σπίτι δεν βρήκε ούτε τον ίδιο απέξω, ούτε καμιά τσάντα με φαγητό να την περιμένει, αλλά δεν ανησύχησε. Έβγαλε το ρύζι από το ντουλάπι κι άρχισε αν το μαγειρεύει, με τη σκέψη πως αν δεν εμφανιστεί και την άλλη μέρα ο Κούλης θα τηλεφωνούσε στο σπίτι του να μάθει αν είναι καλά. Ύστερα άλλαξε γνώμη κι αποφάσισε να του τηλεφωνήσει το ίδιο εκείνο βράδυ, ώστε αν χρειαζόταν την βοηθειά της να έτρεχε να του συμπαρασταθεί.

Έσβησε λοιπόν τη φωτιά με το φαγητό και πήγε στον τηλεφωνικό θάλαμο της γειτονιάς. Η μάνα του της είπε ότι έπεσε με το ποδηλατό του, χτύπησε στο κεφάλι του και τον μετέφεραν στον Ευαγγελισμό. Η Μαρίνα βρέθηκε την άλλη στιγμή στο νοσοκομείο να του κρατάει το χέρι και να προσπαθεί να καταλάβει πως έγινε το ατύχημα. Η καταστασή του δεν ήταν σοβαρή, μια ελαφριά διάσειση είχε πάθει από το χτύπημα, που το έπαθε επειδή δεν ξεχώρισε το κόκκινο χρώμα στα φανάρια όπως της είπε και αφού κάθισε μαζί του αρκετή ώρα, τον άφησε να κοιμηθεί τη νύχτα και πήγε στο σπίτι της να τελειώσει εκείνο το μαγείρεμα, κόντευε να πέσει κάτω από την πείνα.

Έτσι νόμιζε. Από την πείνα. Ωστόσο της ήρθε μια μεγάλη ζαλάδα στο δρόμο και στηρίχθηκε για λίγα δευτερόλεπτα σε μια κολόνα, πήρε δυο βαθιές ανάσες και πήγε να συνεχίσει το δρόμο της αλλά διαπίστωσε πως την είχε πιάσει ακατάσχετη αιμορραγία και το αίμα έτρεχε ανάμεσα στα πόδια μέχρι κάτω στο δρόμο. Καταντροπιασμένη έδιωχνε κάθε περαστικό που σταματούσε για να τη βοηθήσει και παίζοντας το κρυφτό από τους ανθρώπους έφτασε στο σπίτι της, έκανε μπάνιο, φόρεσε καθαρά ρούχα και ξάπλωσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της συνέβη, πέραν του γεγονότος ότι από την ημέρα που χώρισε με τον άνθρωπο που συζούσε, εδώ και τρεις μήνες δηλαδή δεν είχε έμμηνα, αλλά το είχε θεωρήσει απίθανο να είναι έγκυος και είχε αποδώσει την καθυστέρηση στο στρες για τις εξετάσεις.

Σκέφτηκε παρηγορημένη κάπως ότι λόγο αυτής της μεγάλης καθυστέρησης λοιπόν της είχε έρθει απότομα τώρα το αίμα και προσπάθησε να ηρεμήσει και να κοιμηθεί αλλά ακολούθησε κάτι που δεν γινόταν πλέον να αγνοήσει. Ένα μεγάλο κομμάτι από κάτι, βγήκε από μήτρα της σπρώχνοντας και έπεσε μέσα στην κιλότα της. Εντελώς σοκαρισμένη, σηκώθηκε επάνω κι έτρεχε στην τουαλέτα. Είδε πως επρόκειτο για ένα στρογγυλό ζεστό κρέας με φλέβες και αρτηρίες αλλά δεν ήθελε να δει περισσότερα.

«-Τι είναι αυτό το πράγμα τώρα εδώ θεε μου; Τι να το κάνω τώρα αυτό; Από πού μου ήρθε;» Μονολογούσε μέσα στον πανικό της και κάνει μια και το πετάει μέσα στη λεκάνη και τραβάει το καζανάκι. Είχε χάσει τόσο πολύ αίμα που δεν είχε δυνάμεις πια να πάει από την τουαλέτα στο δωμάτιο, κι έμεινε καθισμένη κατάχαμα στο μπάνιο, ημιαναίσθητη κι έτσι την βρήκε ο Κούλης που στο μεταξύ δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στο νοσοκομείο και γυρίζοντας στο σπίτι του, πέρασε να της πει μια καληνύχτα.

Ήταν αναπόφευκτο. Η Μαρίνα αφού νοσηλεύτηκε για λίγες μέρες στο νοσοκομείο και χάρη στην έγκαιρη παρέμβαση του Κούλη σώθηκε, αποφάσισε να του επιτρέψει να μένει στο σπίτι της μιας κι εκείνος ήθελε να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον του σπιτιού του. Οι δυο νέοι ήρθαν κοντά και αυτό που μεταξύ τους υπήρχε δεν είχε τη βάση του σε έναν κεραυνοβόλο έρωτα, αλλά στην ιδέα μιας ανθρώπινης μεταχείρισης, στην έγνοια του ενός για τον άλλον, και σε μια σειρά από θετικές παραμέτρους όπως το χιούμορ και η ανεμελιά που τους έδιναν μοναδικά καλές στιγμές και απολάμβαναν ο ένας τη συντροφιά του άλλου.

Ωστόσο ο Κούλης δεν ήταν για πολλά και δύσκολα. Δεν μπορούσες να απαιτήσεις από αυτόν να παρακολουθήσει μια φιλοσοφική συζήτηση, ούτε την ανάλυση μιας σκέψης που τραβούσε σε βάθος, όταν έμπαιναν σε τέτοια θέματα εκείνος χασμιουριόταν, κοκκίνιζαν τα μάτια του έβλεπε το κόκκινο καθαρά στις περιπτώσεις αυτές και με το ζόρι κρατιόταν όρθιος.

Το θέμα αγάπη πάλι, δεν ήταν ένα θέμα που είχε απασχολήσει σοβαρά τον Κούλη μέχρι τότε. Πίστευε ότι οι άνθρωποι αξίζουν ένα ενδιαφέρον, μια συμπαράσταση, οι άνθρωποι που είναι αδύνατοι οικονομικά και υποφέρουν από τη φτώχεια, αγαπούσε την Μαρίνα με τον ίδιο τρόπο που αγαπούσε τον ξέμπαρκο που έκανε οτοστόπ στην εθνική όταν ξαμολιόντουσαν με το σαράβαλο για μακρινές διαδρομές. Ο θαυμασμός του για το προσωπό της και η απόλυτη αποδοχή δεν τον άφησαν να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς του συνέβαινε μαζί της, αλλά σύντομα γι’ αυτόν η Μαρίνα αποτέλεσε το άλφα και το ωμέγα του. Μαζί της γνώρισε όχι μόνο τη γυναίκα αλλά και το πώς είναι να ζει κανείς με μια γυναίκα χωρίς σεξουαλικές αναστολές, που ήταν πρόθυμη να παίξει με τις φαντασιώσεις του και όλα αυτά με τρόπο ανάλαφρο και χιουμοριστικό, κυρίως όταν μια προσπάθεια αποτύγχανε και ψάχνανε στο κάμα σούτρα να βρουν που έγινε το λάθος. Κοιμόντουσαν με γέλια, ξυπνούσαν με γέλια, ερωτευόντουσαν με γέλια, περνούσαν πολύ καλά μαζί οι δυο τους και αυτό κράτησε μερικά χρόνια.

Η Μαρίνα όμως ήταν άνθρωπος με πνευματικές ανησυχίες και δεν έπαψε να ασχολείται με τα βιβλία και τα διαβάσματα, είχε κι ανάγκη να ανταλλάξει και απόψεις για διάφορα θέματα στα οποία ο Κούλης δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, επιπλέον ο Κούλης, έπαιρνε τη γραμμή της ηθικής συμπεριφοράς από την ίδια, καθότι ο ίδιος είχε μεν ένα σωστό ένστικτο κυρίως σε ότι αφορούσε τον συνανθρωπό του, αλλά μια παρανοημένη αντίληψη σε σχέση με το καλό και το κακό, πράγμα που τον έκανε ευάλωτο σε λάθη, που μπορούσαν να τον εμπλέξουν ακόμα και σε ποινικά αδικήματα. Έτσι πολλές φορές η συντροφός του βρέθηκε στη θέση να του τονίσει, ότι είναι μια κακή πράξη το να κλέψουμε από το σπίτι της μάνας μας αντικείμενα για να πάμε να τα πουλήσουμε, είναι προτιμότερο να έχουμε μια δουλειά και να τα βγάζουμε πέρα, ή είναι ανήθικο να δέχεσαι να συνοδεύεις μέχρι έξω από την πόρτα μια κοπέλα που πάει να εκδοθεί, επειδή σου ζήτησε να είσαι εκεί για να αισθάνεται ασφαλής, κι ότι αμα το κάνεις αυτό γίνεσαι νταβατζής, που σημαίνει σε πήρε η κάτω βόλτα, άσχετα αν δεν παίρνεις λεφτά από αυτό και το κάνεις από τα φιλικά και αλτρουιστικά σου συναισθήματα.

Άπειρες τέτοιες συζητήσεις έγιναν η αφορμή για καυγάδες, ειδικά τότε που της ανάφερε πως έχει γνωρίσει μια μικρή που θέλει να το σκάσει από το σπίτι της γιατί δεν άντεχε την κακομεταχείριση των γονιών της και ήθελε να τη βοηθήσει. Τότε είχε ζητήσει από τη Μαρίνα να τη φιλοξενήσουν στο σπίτι που έμεναν μαζί και η τελευταία έχοντας χάσει την υπομονή της προσπαθούσε να του εξηγήσει σε τι μπελάδες πήγαινε να βάλει τον εαυτό του κι αυτήν. Τελικά συμφώνησε να συμβουλέψει την κοπέλα να πάει να καταγγείλει τους γονείς της στις αρχές και να ζητήσει τη βοήθεια κοινωνικού λειτουργού και μετά από αυτό να μη την ξαναδεί.

Τέτοια ευτράπελα ήταν τα ξαφνικά του Κούλη που σου έσκαγε σαν κεραυνό εν αιθρία και η Μαρίνα δεν ήξερε από πού να φυλαχτεί. Ευτυχώς όσο εκείνος βρισκόταν στην άμεση επιρροή της έκανε πάντα στο τέλος ότι του έλεγε, ακόμα και με διαμαρτυρίες κι έτσι, με αυτό τον τρόπο κατάφερνε να τον προφυλάξει από τα χειρότερα. Γιατί μη φανταστείς ότι του έλεγε μόνο τι χρώμα έχει το φανάρι στο δρόμο όταν κυκλοφορούσαν με το αυτόματο.

Αλλά είπαμε. Ο καιρός περνούσε και ο Κούλης ένιωθε ολοένα και περισσότερο την ευθύνη του απέναντι στην κοινή τους συμβίωση. Δούλευε, κουραζόταν, γκρίνιαζε, η δε Μαρίνα είχε φορτσάρει για την τελευταία της προσπάθεια να περάσει στη φιλοσοφική, κι ο Κούλης ένιωθε ότι έχασε την διασκεδασή του τόσο μαζί της, όσο και με τους φίλους του που εξαιτίας της είχε κάνει στην άκρη. Η Μαρίνα του υποσχέθηκε πως αμέσως μετά τις εξετάσεις που ήταν κοντά, θα έβρισκε κι αυτή μια δουλειά και θα του έπαιρνε από την πλάτη την ευθύνη της συντήρησης τους, αλλά ο Κούλης δεν έβλεπε πια τα πράγματα με χιούμορ, είχε μπει στο λούκι της παραγωγής και ένιωθε πως η Μαρίνα τον εκμεταλλεύεται. Της έδωσε λοιπόν προσθεσμία ένα μήνα για να βρει κι αυτή μια δουλειά και την απείλησε πως αλλιώς θα την εγκατέλειπε και ήταν ακριβώς τότε που πάτησε το λάθος κουμπί.

Η Μαρίνα βρήκε κι έπιασε από την άλλη μέρα δουλειά σε ένα φαστ φουντ, μείωσε στο ελάχιστο τις ώρες του διαβάσματος και άρχισε να πακετάρει τα πραγματά της. Δεν υπήρχε τρόπος πια να επανορθώσει ο Κούλης. Όσες συγνώμες κι αν της ζήτησε, όσο κι αν προσφέρθηκε να την βοηθήσει σ’ αυτή την τελική ευθεία πριν από τους διαγωνισμούς, όσα κι αν της είπε πως σήμαινε γι’ αυτόν, αυτό που κυριαρχούσε στη σκέψη της ήταν η απειλή του. Και με αυτή την απειλή κατά νου, τον τελειώσε οριστικά μέσα της. Μάζεψε μετά από ένα μήνα τα ρούχα της και τα βιβλία της, τιποτε άλλο δεν θεώρησε δικό της μέσα στο σπίτι εκείνο και πήγε σε μια γκαρσονιέρα. Τέλος στα γέλια και στα πειράματα τα ερωτικά και στις συμβουλές και στις συζητήσεις και στα κοψίδια που ονειρεύονταν και στις πίτες που μαζί έμαθαν να φτιάχνουν, γύρισε εκείνη στο βραστό της ρυζάκι κι αυτός στη μοναξιά του.

Μετά τη συμβιωσή του μαζί της, του ήταν αδύνατο να διασκεδάσει με τα ίδια πράγματα που διασκέδαζαν τους παλιούς φίλους του. Του ήταν αδύνατο να ζει χωρίς σκοπό, ή να ερωτευτεί την οποιαδήποτε κοπέλα δεν ανέλυε τα πράγματα και δεν προσπαθούσε να μπει στα μύχια της σκέψης του, να φανταστεί ακόμα και το πώς θα συνέχιζε τη ζωή του από δω και πέρα.

Αφού Μαρίνα δεν υπήρχε πια σ’ αυτήν δεν ήθελε να πληρώνει το ενοίκιο για πάρτη του, αλλά ούτε και να γυρίσει στη μάνα του με τις ηλίθιες βλέψεις της γι’ αυτόν. Πήρε το κάραβαν και το μετέτρεψε σε σπίτι, χάρισε μέσα από το σπίτι όλα τα πράγματα που του είχε αφήσει η Μαρίνα για να ζει, τα έδωσε όπου βρήκε και άραξε το κάραβαν κάτω από την Ακρόπολη, ενώ συνέχιζε να δουλεύει και να μαζεύει χρήματα με σκοπό να αποκτήσει ένα τροχόσπιτο.

Το τροχόσπιτο το απέκτησε αρκετά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο της μάνας του που του άφησε στη διαθήκη ένα μικρό διαμέρισμα το οποίο αυτός πούλησε. Αρκετά μετά μάλιστα κι από την αδιανόητη εκείνη πράξη που συγκλόνισε το πανελλήνιο…

Η Μαρίνα που στο μεταξύ την περίοδο εκείνη είχε παντρευτεί, ήταν έγκυος στον έβδομο μήνα και ζούσε μέσα στον πυρετό τω προετοιμασιών για το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο. Η ζωή της είχε αλλάξει ριζικά. Χωρίς να έχει περάσει στη φιλοσοφική είχε καταφέρει να διατηρήσει την επαφή της με τα γράμματα αλλά τώρα οι προτεραιοτητές της ήταν άλλες. Με τον Κούλη είχε χαθεί για περίπου δυο χρόνια κι όταν ξανασυναντήθηκαν, εκείνης η κοιλιά ήταν ήδη φουσκωμένη.

Εκεί, σε κείνη την συνάντηση που έγινε ανάμεσα στους τρεις, αυτήν, τον Κούλη και τον συζυγό της που εξέφρασε το ενδιαφέρον να τον γνωρίσει, ο Κούλης τους εξομολογήθηκε ότι ήταν μπλεγμένος σε μια πολύ πολύ περίεργη και αγχωτική κατάσταση με μια γυναίκα. Δεν ήταν το κορίτσι του, δεν ήταν μια από τις καλύτερες φίλες του, δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του αλλά δεν τον άφηνε και σε ησυχία.

-Πως και γιατί αυτό;

Τον είχε ρωτήσει η Μαρίνα.

-Την αποφεύγω γιατί είναι πειραγμένη στο μυαλό. Με πιέζει να κάνω κάτι που δεν γουστάρω και θα μου κοστίσει μεγάλα προβλήματα, αλλά όταν σας λέω με πιέζει, εννοώ μου έχει κάνει τη ζωή ποδήλατο. Δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ, να φάω, να δουλέψω να ησυχάσω. Δράμα σου λέω, άστα.

-Που πήγες κι έμπλεξες πάλι ρε κακομοίρη;

Τον ρώτησε η Μαρίνα με μια χροιά ανησυχίας στη φωνή.

-Θα σου πω όταν είμαστε μόνοι μας. Δεν λέγονται μπροστά σε τρίτους αυτά, ακόμα κι αν είναι ο άντρας σου, με συγχωρείς κι όλας.

Και έτσι εκείνη την ημέρα τίποτε περισσότερο δεν κατάφερε να μάθει η Μαρίνα για το προβλημά του. Μετά από μερικές μέρες όμως, επισκέφτηκε το σπίτι του ζευγαριού.. Ήταν φανερά ταραγμένος και είπε πως πέρασε για μια καλησπέρα βιαστικά αλλά δεν είχε καθόλου χρόνο για να τους δει. Ο άντρας της Μαρίνας, διακριτικός πάντα, της έκανε νόημα ότι πηγαίνει να καθίσει στο σαλόνι ώστε να δώσει την ευκαιρία στον Κούλη να της εκμυστηρευτεί αυτό για το οποίο κατάλαβαν ότι είχε έρθει. Αυτή πάλι ήταν σίγουρη πως μόλις ο Κούλης που δεν μπορούσε να αντισταθεί στη μυρωδιά ενός μεζέ έβλεπε το πρώτο παϊδάκι να πέφτει στο πιάτο από το τηγάνι, θα στρογγυλοκαθόταν και θα χαλάρωνε. Όμως έπεσε έξω. Αυτός ούτε από τη μυρωδιά επηρεάστηκε ούτε από τη θέα του ωραίου φαγητού, ούτε πολύ περισσότερο από τα παρακάλια της Μαρίνας να βάλει στο στόμα του μια μπουκιά πριν φύγει να πάει στο βιαστικό του ραντεβού. Έτσι υποψιασμένη η κοπέλα τον ρώτησε αν έχει τόσο άγχος γιατί πρόκειται να συναντηθεί πάλι με κείνη την τρελή.

-Ναι, σ’ αυτήν πάω.

Της απάντησε ξερά ο Κούλης και χωρίς να της δώσει τον καιρό να σκεφτεί η να του πει τίποτε άλλο, της έβαλε στα χέρια μια κασέτα από γουόκμαν.

-Αν μου συμβεί οτιδήποτε, θέλω να κάτσεις και να την ακούσεις αυτήν και μετά να πας να την παραδώσεις εκεί που νομίζεις πως πρέπει να την ακούσουν.

Της είπε, και με αυτά τα λόγια άνοιξε την πόρτα και βγήκε σχεδόν τρέχοντας έξω, χωρίς να γυρίσει το πρόσωπο κατά το μέρος της που τον φώναζε να γυρίσει πίσω και να της εξηγήσει.

Έδειξε την κασέτα στον άντρα της κι αυτός της είπε να την βάλει σε ένα συρτάρι γιατί σύντομα θα ερχόταν να την πάρει πίσω ο Κούλης και καλά θα έκανε να μην την ακούσει, γιατί αν την άκουγε ίσως έπρεπε να κάνει κινήσεις και να πάρει αποφάσεις που θα την τάραζαν στην κατάσταση που βρισκόταν, κι αυτός δεν εννοούσε να χάσει το παιδί και τη γυναίκα του, επειδή ο Κούλης δεν μπορούσε να δώσει λύση στο προβλημά του με μια τρελή. Αρκούσε να αλλάξει το νούμερο του κινητού του και να της ζητήσει να μη τον ξαναενοχλήσει, ωστόσο αυτός έτρεχε κάθε φορά που τον καλούσε και μετά την έβριζε.

-Εκτός κι αν είναι ήδη μπλεγμένος.

Συμπλήρωσε μετά ο άντρας της Μαρίνας.

-Μπλεγμένος σε τι όμως;

-Αυτό δεν το ξέρουμε. Είσαι σίγουρη όμως ότι θέλεις να το μάθεις;

-Όχι. Τα ξέρω τα μπλεξίματα του Κούλη. Μια ζωή μπλέκεται στις πιο περίεργες κι επικίνδυνες καταστάσεις κι όταν παίρνει είδηση ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, τρέχει για βοήθεια να τον ξεμπλέξουν.

-Γι’ αυτό σου λέω, κάτσε στ’ αυγά σου εσύ τώρα. Και βρες έναν τρόπο ώστε να αραιώσουν αυτές οι επισκέψεις του εδώ.

Σωστά. Βέβαια. Ο Χάρης είχε κάθε λόγο να ανησυχεί για τη γυναίκα του, επειδή ήξερε πόσο πρόθυμα θα έτρεχε να βοηθήσει τον οποιονδήποτε, αλλά τώρα κι αυτή έπρεπε να σκεφτεί το σπίτι της, την οικογενειά της και το παιδί που με τόση λαχτάρα περίμεναν να γεννηθεί. Μέσα της όμως, μια παλιά της οργή ξυπνούσε, για το πόσο εύκολα οι άνθρωποι αποποιούνται το παρελθόν τους μόλις βρεθούν σε μια καινούργια κατάσταση, πόσο εύκολα υποκρίνονται ότι καμιά σχέση με αυτό δεν έχουν κι εκείνη δεν αισθανόταν πως έχει έναν οποιονδήποτε λόγο να ντρέπεται γι’ αυτό. Από την άλλη ένας παλιός της έρωτας και τωρινός φίλος της πια, ένιωθε πως είχε ανάγκη τη βοηθειά της. Ωστόσο δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που έπρεπε να κάνει, για να βοηθήσει τον Κούλη. Έβαλε την κασέτα σ’ ένα συρτάρι και αποφάσισε να την κρατήσει εκεί ξεχασμένη μέχρι να την αναζητήσει ξανά ο τελευταίος.

Μια Τρίτη βράδυ είχε γίνει εκείνη η γεμάτη μυστήριο επίσκεψη του Κούλη. Και την άλλη μέρα, Τετάρτη, η Μαρίνα ένιωθε το μωρό αναστατωμένο από το πρωί στην κοιλιά της, έπαιρνε συνέχεια στροφές και έκανε κινήσεις που της προκαλούσαν ταραχή σε όλο της το σώμα, γι’ αυτό κι αποφάσισε όταν ξάπλωσε ο Χάρης να βγει από το σπίτι και να περπατήσει μέχρι το πάρκο της γειτονιάς, ψιθυρίζοντας κάποιο απαλό τραγούδι μπας και ηρεμήσει το παιδί μέσα της. Εκεί στο πάρκο, είδε τις μητέρες δυο μικρών παιδιών που τα επέβλεπαν στο παιχνίδι τους και κάθισε σ’ ένα διπλανό παγκάκι να πάρει ανάσα. Οι γυναίκες της έπιασαν την συζήτηση, πόσο μηνών είναι και πότε με το καλό, άντε και καλή λευτεριά, τα συνηθισμένα που αβάρετα ρωτούν οι γυναίκες σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα κι αν έχουν κάνει δέκα κουτσούβελα. Η Μαρίνα χαμογέλασε με τη σκέψη αυτή και ευγενικά απαντούσε στις ερωτήσεις τους μέχρι τη στιγμή που οι γυναίκες άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους για το πόσο πολύ πρέπει να προσέχουν τα παιδιά τους σ’ αυτόν τον τρελό κόσμο που τα έφεραν να ζήσουν. Τον γεμάτο παρανοϊκούς και σχιζοφρενείς κόσμο, τον γεμάτο ψυχωσικά άτομα που κυκλοφορούν αναμεσά μας και που μπορεί να τους βλέπουμε και με εμπιστοσύνη.

«-Να δεν είδες πάλι τι έγινε χθες;» Είπε η πρώτη στη δεύτερη γυναίκα, πάνω που η Μαρίνα άρχισε να μη τις αντέχει και σηκωνόταν για να επιστρέψει στο σπίτι της.

«Όχι δεν άκουσα ειδήσεις, τι έγινε;» Της απάντησε η άλλη.

«Ένας τρελός πήγε και πυροβόλησε μια γυναίκα, επειδή λέει του ζητούσε επίμονα αυτή και για πολύ καιρό, να την σκοτώσει. Ε στο τέλος βρήκε αυτό που γύρευε. Τη σκότωσε».

«-Μα τι; Φόνος κατά παραγγελία και μάλιστα από το θύμα;

-Μάλιστα, όπως το ακούς. Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας….»

Η Μαρίνα πλησίασε τις δυο γυναίκες με κομμένα τα γόνατα.

-Πότε το ακούσατε αυτό;

-Ω! Από το πρωί το λένε οι ειδήσεις κοπέλα μου. Και τώρα αν πας κι ανοίξεις την τηλεόραση, αυτό θα συζητούν. Έχουν έρθει ψυχολόγοι κι επιστήμονες από όλη την Ευρώπη γι’ αυτό τον τρελό».

Γύρισε στο σπίτι τρελή από την αγωνία και άνοιξε αμέσως την τηλεόραση.

-Τι έγινε Μαρίνα μου; Την έχεις πολύ δυνατά, με ξύπνησε…

Διαμαρτυρήθηκε ο Χάρης γυρίζοντας πλευρό προς το μέρος της.

Ωστόσο όταν άκουσε το όνομα του Κούλη στις ειδήσεις, ανακάθισε έκπληκτος στο κρεβάτι του.

"-Την κασέτα. Φέρε γρήγορα ν’ ακούσουμε την κασέτα».

Της είπε με φούρια. Η Μαρίνα έβγαλε την κασέτα του γουόκμαν από το συρτάρι και την έβαλε μέσα στο μηχάνημα. Ακούστηκε μόνο μια φράση κι αυτή κομμένη.

«-Τώρα εγώ εδώ, θα εξηγήσω γιατί πρέπει να κάνω αυτό που πάω να κάνω…» Και ύστερα ένας βόμβος, ήχος από λόγια μασημένα και ταινία που σπάει. Τίποτε άλλο.

Κάθισαν για λίγη ώρα αμήχανοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

-Μπορούμε να τη φτιάξουμε, δεν μπορούμε;

-Για να ακούσουμε τι Μαρίνα; Το λόγο που αυτός πρέπει να πάει και να κάνει αυτό που έκανε; Δεν καταλαβαίνεις ότι όποιο λόγο και να αναφέρει εφόσον το σκέφτεται από τα πριν στα σοβαρά είναι μια κίνηση προμελετημένη; Μόνο κακό θα του έκανε αυτή η κασέτα, οτιδήποτε άλλο θα τον βοηθήσει πολύ καλύτερα από αυτόν εδώ τον δυναμίτη. Πεταξέ την γρήγορα.

-Αν υπάρχει κίνητρο προσωπικό στην κινησή του δεν πρέπει να το ξέρουν αυτό οι αρχές;

-Μη λες ανοησίες αγάπη μου, για τον Κούλη μιλάμε. Οτιδήποτε μπορεί να αποτελεί κίνητρο προσωπικό γι’ αυτόν να πράξει ακόμα και αν κίνητρο δεν έχει. Αφού τον ξέρεις.

-Έχεις δίκιο. Κάλλιστα μπορεί να το θεώρησε και χρέος του δηλαδή να κάνει αυτό.

-Ακριβώς. Και αν δε φοβόμουν ότι θα εμπλακείς προσωπικά κι εσύ στην προσπαθειά σου να τον ξεμπλέξεις, θα στο αποδείκνυα φτιάχνοντας αυτή την κασέτα. Αλλά είμαι σίγουρος, μόνο ζημιά μπορεί να του κάνει. Πέτα την λοιπόν. Πιο καλά θα τα πάει με την εικόνα του, μ’ αυτό που βγάζει έτσι όπως όλοι τον ψάχνουν τώρα, παρά με τούτην εδώ.

-Κι αν κατηγορηθούμε ότι αποκρύψαμε στοιχεία σημαντικά από την δικαιοσύνη και μας τρέχουν για συνεργούς; Α όχι, δεν την πετάω. Θα την βάλω πίσω στο συρτάρι γιατί δεν ξέρεις τι θα αναφέρει τώρα ο Κούλης στον ανακριτή. Μπορεί κάποιος να μας χτυπήσει την πόρτα. Κι αν ο Κούλης έχει δώσει τη διευθυνσή μας, θα το έχει κάνει γι’ αυτήν εδώ την κασέτα. Θα την φυλάξω.

-Κάνε ότι θέλεις αλλά να ξέρεις, αν έστω και στο ελάχιστο ακουστεί το ονομά σου στα ΜΜΕ, θα έχεις κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολα αναμεσά μας. Αυτό να θυμάσαι.

Η Μαρίνα δεν απάντησε, τι να απαντήσεις σε μια τέτοια προειδοποίηση; Όχι και τελείως άδικη από τη μεριά του Χάρη βέβαια.

Την κασέτα δεν την αναζήτησε κανείς στη διάρκεια των ανακρίσεων, ούτε και κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Κούλης δικάστηκε και καταδικάστηκε με το ελαφρυντικό του πρότερα εντίμου βίου και της αγαθής του φύσης, (λόγω μαλακίας δηλαδή), εξέτισε την ποινή του και μετά από μερικά χρόνια αποφυλακίστηκε.

Η κασέτα ως δια μαγείας χάθηκε από το συρτάρι μετά από κάποιον καιρό και ο Κούλης όταν βγήκε, δεν διανοήθηκε να πάει να τη ζητήσει από την Μαρίνα.

Μέσα στην πολύβουη αυτή πόλη, όπου όλοι προσπερνούν τον διπλανό τους χωρίς να του ρίξουν ούτε μια ματιά, ένας φτωχός Δον Κιχώτης παίρνει μέσα στο τροχοσπιτό του τους άστεγους, ζητιανεύει για να συντηρεί τον εαυτό του και το σκύλο του, σηκώνει από την άσφαλτο τα ξαπλωμένα πρεζόνια, δίνει το μοναδικό του πεντοευρώ στο πιτσιρίκι που του απλώνει το χέρι, τρώει στην αίθουσα για τους φιλόπτωχους της εκκλησίας, και τραγουδάει πάντα τον ροζ Πάνθηρα.

Friday, June 20, 2008

Ένα βάρος

Κάθομαι και σκέπτομαι όλον αυτό τον καιρό. Αν υποθέσουμε ότι η ζέστη δεν μ' ενοχλεί τόσο πολύ και μπορέσω ν' αφιερώσω λίγο χρόνο για να γράψω, με τι να καταπιαστώ που να με κάνει να θέλω να βρίσω το λιγότερο; Μόλις σκεφτώ την ακρίβεια αρχίζει και μου ανεβαίνει η πίεση, σαν την τιμή του πετρελαίου έχει πάρει τ' απάνω της κι αυτή. Μόλις σκεφτώ τους λογαριασμούς που έχω αυτό το μήνα να πληρώσω με πιάνει σύγκρυο. Μόλις σκεφτώ το μισθό μου με πιάνει ένα πράγμα σαν μοιρολατρεία, τι στο διάλο δουλεύω κι εγώ για να λέω ότι δουλεύω; Μόλις σκεφτώ τη θάλασσα βουλιάζω μέσα σε μια λίμνη ιδρώτα, που και πως να πας χωρίς να βλαστημήσεις την ώρα που ξεμύτιζες; Αλλά το χειρότερο με πιάνει μόλις σκεφτώ τους πολιτικούς. Το διανοείσαι ρε τα κωθώνια να παίζουν την πινακωτή οι τέως με τους νυν πάνω στην πλάτη μας, να τσεπώνουν τα εκατομμύρια από δεξιά και αριστερά με τις λαμογιές και τις χοντροαπατεωνιές τους, να βάζουν νταβατζηλίδικα το χέρι τους στην τσέπη σου δεν τους φτάνουν αυτά που λαδώνονται και να σου λένε 35 ευρώ εσύ και άλλα τόσα ο άντρας σου για το σπίτι κι άλλα είκοσι για το γκαραζ κι άλλα τόσα για την αποθήκη το πατάρι το ξεχάσατε ρε μαλάκες, πως σας ξέφυγε αυτό; Να σε δουλεύουν έτσι αδιάντροπα μέσα στα μούτρα σου αναφέροντας έκτακτα επιδοτήματα θέρμανσης και απόρων οικογενειών, λες και βγήκε η Μαρία Αντουανέτα να λυπηθεί τους φτωχούς, κι από την άλλη να μη τολμάς να πλησιάσεις στο σούπερ μάρκετ, να μη τολμάς να σκεφτείς τα λεφτά που πήρες που θα πάνε και πόσο γρήγορα, να μη τολμάς να ονειρευτείς ένα πούστικο παγωτό, και να βγαίνει και βρώμα ότι υπάρχει σκέψη να περάσουν λέει και τα παλιά σπίτια από ΚΤΕΟ.
Και δεν είναι και της μόδας ο αυτοπυρπολισμός να πάρει. Και δεν τα ρίχνει τα δικά τους τα σπίτια κάτω ο εγκέλαδος, όχι δεν τα ρίχνει, γιατί αυτοί τα έκτισαν με γερά και ακριβά υλικά, μέχρι και αυτόν εξαγόρασαν, αλλά ως πότε, ρωτάω ως πότε...
Κι έτσι όπως κάθομαι όλες αυτές τις μέρες και σκέπτομαι, τι να πιάσεις που να μη βρωμάει, και που να βρεις την όρεξη και τη διάθεση για ρομαντικές ιστορίες και ποιήματα, ντριν το τηλέφωνο.
-Χάι
-Καλώστον, πως και τέτοια ώρα; είσαι καλά;
-Όχι, αισθάνομαι αδύναμος και κάθομαι στο κρεβάτι.
-Τι εννοείς αδύναμος;
-Εννοώ βαθιά εξαντλημένος. Δεν έχω κουράγιο να κάνω τίποτα, μόνο κοιμάμαι.
-Σήκω κι έλα στην Αθήνα να πάμε στους γιατρούς.
-Τέλειωσες εσύ με τους δικούς σου;
-΄Οχι
-Γιατί αργείς;
-Δεν φταίω εγώ, μου δίνουν ραντεβού για μετά από ένα ενάμισι μήνα κάθε φορά.
-Άστο τότε, δεν έρχομαι.
-Μα θα σε πάω στα επείγοντα.
-Άστο δεν είμαι του θανατά. Όταν θα είμαι, θα έρθω να με πας στα επείγοντα.
Παω να πέσω τώρα. Μάλλον υπερκόπωση έχω, μόλις ξεκουραστώ θα συνέλθω.
-Εντάξει, αλλά δεν είσαι καλά μην κάθεσαι να περιμένεις. Πήδα στο καράβι κι έλα.
-Ναι μαμά. Αν δω ότι τα τινάζω θα έρθω να με σώσεις.
-Βρε άι σκάσε. Με τις βλακείες, Κοίτα μην παίζεις με την υγεία σου έχεις κι ένα παιδί να σκεφτείς.
-Και μια Ελένη.
-Αν θέλεις...
-Σκάσε χαζή. Ποιον άλλο έχω;
-Έλα ντε. Να προσέχεις. Σε φιλώ. Αν χρειαστείς κάτι πάρε με.
-Είμαι εντάξει. Εσύ να προσέχεις. Θα τα πούμε σύντομα. i love you, bye.
-love you too. Take care".

Τι λέγαμε; Α ναι. Για το σκατοεπίδομα θέρμανσης που θα δώσουν στις μονογονεϊκές οικογένειες. Θα ζητήσουν βεβαίως αποδεικτικά, ένα διαζύγιο, ένα πιστοποιητικό θανάτου, μια αίτηση έστω διαζυγίου, ή δικαστική απόφαση για την ολοκληρωτική επιμέλεια του παιδιού, όπως κι όταν πήγα να πάρω το επίδομα τέκνου, ζήτησαν το βιβλιάριο ενσήμων του πατέρα, την αίτηση του ιδίου, υπεύθυνη δήλωση του ιδίου, και βρε παιδιά αμάν, δεν γράφει ελληνικά ο άνθρωπος, δεν έχει ΙΚΑ, -Α, να πάει στο υπουργείο εξωτερικών για επίσημη μετάφραση, και να φέρει βεβαίωση από το ΙΚΑ ότι δεν βάζει ΙΚΑ.
-Οκ κύριοι, βάλτε το κει που ξέρετε το επίδομα γιατί αυτά είναι χοντρά παλούκια να τα πηδήξει κανείς κι ακόμα χοντρότερο να με αναγκάσετε να δηλώσω υπεύθυνα πως είμαι σε διάσταση με τον πατέρα που δεν δίνει μία για το παιδί του. Γιατί άλλο δεν ζούμε μαζί άλλο είμαι σε διάσταση κι αν είχε θα έδινε αλλά δεν έχει μαλάκες, ντε και καλά δεν θα μας κολλήσετε την ταμπέλα στο κούτελο και πάτε στο διάολο εσείς και τα επιδοματά σας.
-Τι έχεις; δεν σ' ακούω καλά.
-Καλά είμαι μάτια μου, στενοχωρέθηκα που δεν είσαι συ καλα.
-Σου είπα δεν είναι τίποτα. Μόλις ξεκουραστώ θα συνέλθω. Οκ;
-...
-οκ Ελένη;
-οκ, οκ. Μπάι λοιπόν. Κι όπως είπα. Πρόσεχε πλιζ.
-γιε γιε γιε. Θα προσέχω. Σε φιλώ".
Κι εγώ σας φιλώ. Με αγάπη Ελένη.