Friday, May 09, 2008

Εφευρέτης-Καλλιτέχνης

Αυτό το κείμενο δεν έχει κοιταχτεί δεύτερη φορά.

Με κατηγορούν ότι γράφω ιστορίες προσωπικές που δεν είναι καθαρά διηγήματα ή μυθιστορήματα, επειδή είναι ορατός ο ρόλος μου ως μια από τις ηρωίδες του έργου και ως εκ τούτου αν δεν έχω κάτι από τις προσωπικές μου εμπειρίες να πω, δεν μπορώ να παράγω.

Εγώ αντί για άλλη απάντηση θα γράψω πάλι μια ιστορία τέτοια, αν και πολύ μπαίνω στο πειρασμό να κατονομάσω αρκετά διηγηματά μου που ξέχασα να "με χώσω" μέσα.

Επίσης με κατηγορούν ότι πολλές από τις εκφράσεις και τις λέξεις που χρησιμοποιώ, είναι αντιλογοτεχνικές και οπωσδήποτε δεν είναι ο λόγιος τρόπος ενός συγγραφέα.

(πχ χώσω μέσα). Έχω μόνο μια απάντηση να δώσω ως προς αυτό, χέστηκα.

Όποιος θέλει διαβάζει τώρα την ιστορία μου.

Εφευρέτης-Καλλιτέχνης

Στο Μπραχάμι που γεννήθηκα και μεγάλωσα, η μια γειτονιά με την άλλη ήταν χωρισμένες από άδειες εκτάσεις, χωράφια, μερικά σπαρμένα και μερικά άλλα γεμάτα από πρόβατα, κατσίκες και αγελάδες.

Τα σπίτια έμοιαζαν με τα σπίτια ενός χωριού, όπου από αυτά και μόνο μπορούσες να καταλάβεις την οικονομική κατάσταση των κατοίκων.

Οι σχέσεις ανάμεσα στους γείτονες, ήταν σχέσεις αγάπης- μίσους. Όσο εύκολο τους ήταν να σε κακολογήσουν, άλλο τόσο να τρέξουν κοντά σου, να σου συμπαρασταθούν και να βοηθήσουν σε ότι κακό σου συνέβαινε.

Εμείς μέναμε στην πρώτη γειτονιά, αυτή με τους Κυκλαδίτες, υπήρχεαν και οι γειτονιές των Πελοποννησίων, των Κρητικών, των Ηπειρωτών, των Αρμένηδων, των Ποντίων και των γύφτων. Δεν υπήρχαν μαγαζιά πέρα από ένα καφενείο όπου σ’ αυτό γινόντουσαν όλα τα πολιτιστικά δρώμενα, γάμοι, βαπτίσια, κηδείες, πανηγύρια. Το καφενείο αυτό, για τέσσερα πέντε χρόνια το είχαν νοικιάσει οι γονείς μου και με την υποστήριξη των εργατών της περιοχής και των γύφτων, κατάφερνε να μας συντηρεί οικογενειακώς.

Δεν ξέρω πότε το Μπραχάμι μπήκε στο σχέδιο πόλης, αλλά ήταν ήδη κάποια χρόνια που όποιος έχτιζε το λαθραίο του εκεί πέρα κινδύνευε να το δει γκρεμισμένο αν στο μεταξύ δεν είχε προλάβει να του ρίξει την πλάκα. Κι έτσι ο πατέρας μου, οικοδόμος, δούλευε πολύ συχνά μέσα στη νύχτα, με δυο τρεις τσιλιαδόρους τριγύρω για να ολοκληρώσει το έργο.

Υπήρχαν μεγάλοι περίοδοι απραξίας όπου κανείς δεν έπαιρνε το ρίσκο να χτίσει και τότε το καφενείο ήταν η μόνη σωτηρία της οικογένειας.

Κάθε βράδυ στις επτά, η μάνα μου γέμιζε μια μεγάλη πάνινη τσάντα με γάλατα και μ’ έστελνε να τα μοιράσω στους πελάτες μας. Το μαγαζί μας ήταν το μοναδικό σε μια ακτίνα τριών χιλιομέτρων, περπατούσα πολύ μέχρι να δώσω και το τελευταίο γάλα κι όταν γύριζα στο σπίτι, είχε νυχτώσει για τα καλά.

Θα’ μουν δεν θα’ μουν επτά χρονών όταν γινόντουσαν αυτά, αλλά τον πρώτο καιρό πήγαινα μαζί με τον αδελφό μου που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος από μένα, απλώς για να τον συνοδεύσω. Ύστερα ο αδελφός μου άρχισε να βαριέται, όλο και σε κάποιο σπίτι ξεχνούσε να πάει, όλο και περισσότερο αρνιόταν να κάνει τη διαδρομή κι έτσι εγώ μέσ’ στην καλή χαρά προσφέρθηκα να κάνω αυτή την σημαντική εργασία. Έβγαζα καλύτερο χαρτζιλίκι από κείνον και σε πολλά από τα σπίτια που πήγαινα, με φίλευαν, με κανάκευαν, έτσι που κατέληγα να γυρίσω στο σπίτι και στις δέκα το βράδυ.

Υπήρχε κι ένας πελάτης που δεν είχα δει ποτέ, μόνο τη φωνή του άκουγα όταν χτυπούσα το κουδούνι του, «Άφησέ το στα σκαλιά και φύγε!». Έκανα ότι μου έλεγε, αλλά πάντα φρόντιζα να του χτυπήσω το κουδούνι, παρά το γεγονός ότι ήξερα πως δεν χρειαζόταν. Ήλπιζα, πως κάποια μέρα θα ξεχαστεί, θ’ ανοίξει την πόρτα και θα δω το προσωπό του. Αυτός όμως δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Αυτός ο κύριος Χρυσόστομος, ήταν ο τελευταίος πελάτης στο δρομολογιό μου και μετά με τα χέρια μου άδεια, μπορούσα να επιστρέψω στο μαγαζί όπου η μαμά με περίμενε για να κλείσουμε.

Η γειτονιά των γύφτων, με κρατούσε την περισσότερη ώρα μέσα της, ήταν για μένα η μαγική περιοχή κι ένιωθα κάτι σαν μυημένη επειδή μου επιτρεπόταν να κυκλοφορώ αναμεσά τους και να παίζω με τα παιδιά τους. Ωστόσο μετά από δέκα είκοσι λεπτά οι μεγάλοι με έδιωχναν για να συνεχίσω τη δουλειά μου και δεν ευχαριστιόμουν το παιχνίδι. Ένα κορίτσι η Μένια, με περίμενε κάθε απόγευμα για να μου δείξει τα καινούργια μαγικά της κι όταν ερχόταν η ώρα να φύγω, με συνόδευε για μερικά μέτρα, ίσως και χιλιόμετρα μέχρι την επόμενη στάση μου. Μια μέρα η Μένια καθώς βάδιζε δίπλα μου, μου είπε.

«-Δώσε ρε λίγο γάλα να πιώ

-Δεν μπορώ, είναι μετρημένα, τα έχω για να τα παραδώσω στους πελάτες.

-Έλα ρε δώσε, πες ότι έπεσε και σου χύθηκε.

-Θα με μαλώσει η μάνα μου, δεν μπορώ.

-Άμα πεις ότι σου έπεσε, τίποτα δεν θα σου κάνει.

-Κάνεις λάθος. Θα μου δώσει ένα άλλο και θα με στείλει πίσω τρία χιλιόμετρα για να πάω το γάλα στον άνθρωπο που το περιμένει.

-Δεν πειράζει, θα έρθω κι εγώ μαζί σου να σου κάνω παρέα. Δώσε.

Της δίνω το γάλα, το πίνει, αλλά μετά την κοπάνησε κι έφυγε. Έτσι όταν έδωσα και το τελευταίο μπουκάλι, γύρισα πίσω στο μαγαζί χωρίς να έχω περάσει από το σπίτι του κυρίου Χρυσόστομου. Μετά επειδή φοβόμουν να ξανακάνω τη διαδρομή μέσα στη νύχτα, είπα στη μάνα μου ότι τα έδωσα όλα τα γάλατα.

Δεν έγινε τίποτα, ήταν σα να μη το πήρε κανείς χαμπάρι και το πρωί πήγα στο σχολείο και γυρίζοντας στο μαγαζί το μεσημέρι πέρασα μπροστά από του κυρίου Χρυσόστομου. Μ’ έναν κρυφό φόβο αν και ποτέ δεν θυμόμουν να είχα συναντήσει τον άνθρωπο, πέρασα στην απέναντι πλευρά του δρόμου και τάχυνα το βήμα μου. Τότε μέσα από την αυλή του πετάχτηκε ξαφνικά ένας αγριάνθρωπος, με μακριά γένια και μουστάκια, θεόρατος και απειλητικός κι ερχόταν τρέχοντας προς το μέρος μου.

«-Έλα εδώ εσύ!» φώναζε.

Κατατρομαγμένη έτρεξα ακόμα πιο πολύ και όταν έφτασα στο καφενείο, πήγα και κρύφτηκα στην τουαλέτα κι έμεινα εκεί κλειδωμένη για πολύ ώρα. Ύστερα άκουσα τη μάνα μου να συνομιλεί με έναν άντρα που η φωνή του δεν μου ήταν άγνωστη και τρόμαξα ακόμα περισσότερο. Η μάνα μου, με κάλεσε να βγω από το μπάνιο και τελικά με τα πολλά ξεμύτισα κλαίγοντας, λέγοντας ξανά και ξανά συγνώμη με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα, αλλά τον άνθρωπο δεν σήκωσα το κεφάλι να τον κοιτάξω παρά τα παρακάλια του. Ήταν είπαμε, ένας τρομακτικός άνθρωπος.

Το ίδιο βράδυ ξαναμοίρασα τα γάλατα στη γειτονιά και ήμουν ξέγνοιαστη μέχρι τη στιγμή που ένα μόνο μπουκάλι μου είχε μείνει στην τσάντα και ήξερα πως είναι το δικό του. Παρά το γεγονός ότι η μαμά με είχε εφησυχάσει πως πρόκειται για έναν πολύ καλό άνθρωπο που στενοχωρέθηκε επειδή με τρόμαξε, εγώ εξακολουθούσα να μη θέλω να περάσω από το σπίτι του. Είχα σκοπό λοιπόν να του αφήσω το γάλα και να φύγω χωρίς αυτή τη φορά να χτυπήσω το κουδούνι του, είχα δει άλλωστε το προσωπό του και δεν μου άρεσε καθόλου.

Όταν έφτασα στο σπίτι του με περίμενε μια έκπληξη. Η πόρτα του ήταν μισάνοιχτη. Δεν υπήρχε περίπτωση να περπατήσω μέχρι τα σκαλιά του χωρίς να με πάρει είδηση. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προχώρησα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Εκεί στα σκαλιά είδα μια μεγάλη σοκολάτα στη θέση που άφηνα το γάλα, αλλά δεν την άγγιξα. Άφησα το μπουκάλι χεσμένη από το φόβο μου και το έβαλα στα πόδια. Από μέσα από το σπίτι άκουσα κάτι γέλια δυνατά.

Την Τρίτη μέρα τα ίδια. Η σοκολάτα με περίμενε πάλι στα σκαλιά, πήγα να φύγω με τον ίδιο τρόπο αλλά ο κύριος Χρυσόστομος μου φώναξε από μέσα. «Ευχαριστώ Ελενίτσα, πάρε τη σοκολάτα είναι για σένα».

Κοντοστάθηκα για λίγο αναποφάσιστη, αλλά τελικά άπλωσα το ξερό μου και την πήρα.

Από τότε κάθε βράδυ με περίμενε μια σοκολάτα στα σκαλιά του, η πόρτα του πάντα μισάνοιχτη και η φωνή του με καλωσόριζε με τα ίδια πάντα λόγια. «Ευχαριστώ Ελενίτσα, πάρε τη σοκολάτα».

Μια μέρα, ρώτησα τον πατέρα μου τι σόι άνθρωπος ήταν αυτός ο κύριος Χρυσόστομος, από τη μια είχε την όψη ανθρώπου των σπηλαίων, από την άλλη μου άφηνε σοκολάτες στα σκαλοπάτια. Ο πατέρας μου είπε πως ο κόσμος τον ήξερε για καλλιτέχνη, κανείς όμως δεν είχε δει τι ακριβώς φτιάχνει, κανείς δεν είχε μπει ποτέ στο σπίτι του. Εγώ δεν ήξερα τη λέξη «καλλιτέχνης» και νόμιζα πως ήταν κάποιος που έφτιαχνε μαγικά φίλτρα και μαντζούνια, κάτι σαν την Κυρά Κούλα, τη γιάτρισσα της γειτονιάς που αν έσπαγες κόκαλο πήγαινες σ’ αυτήν και την είχα δει να δένει μια κάμπια που την έλεγε βδέλλα στο γόνατο ενός ανθρώπου για να του φτιάξει το μηνίσκο.

Εκείνη την ημέρα ένιωθα άρρωστη στο δρόμο, είχα ρίγη, με πονούσε το κεφάλι μου και μου ερχόταν να κάνω εμετό, έτσι όταν είδα τη σοκολάτα μου στο σκαλί του κυρίου Χρυσόστομου δεν την άγγιξα, άφησα το μπουκάλι κάτω και κρατώντας το στομάχι μου απομακρύνθηκα. Με τέτοια συμπτώματα η μάνα μου με είχε πάει μερικές φορές στην Κυρά Κούλα να με ξεματιάσει και γι’ αυτό σκεπτόμουν πως έπρεπε να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι και να προλάβω να την επισκεφτώ προτού αρχίσω να αμολάω τις ρουκέτες. Ο κύριος Χρυσόστομος όμως βγήκε στην πόρτα του αυτή τη φορά και με κάλεσε.

«-Τι έχεις μικρή; Δεν αισθάνεσαι καλά;» Με ρώτησε

«Όχι, νομίζω πως έχω πυρετό» Του απάντησα.

«-Κάτσε εδώ, θα φέρω ένα θερμόμετρο» είπε.

Μπήκε μέσα στο σπίτι και γύρισε αμέσως με το θερμόμετρο το οποίο μου είπε να βάλω στο στόμα μου. Αυτό ήταν πολύ περίεργο γιατί εγώ ήξερα πως τα θερμόμετρα τα βάζουν στη μασχάλη, αλλά αυτός επέμενε πως είναι θερμόμετρο του στόματος και μου ζήτησε να τον εμπιστευτώ.

«-Είστε καλλιτέχνης θεραπευτής;» τον ρώτησα.

Ο άνθρωπος γέλασε πολύ και μετά μου ανακάτεψε τα μαλλιά.

«-Ούτε το ένα ούτε το άλλο, είμαι εφευρέτης». Μου είπε με τα πολλά.

«-Και τι σημαίνει εφευρέτης;

-Δεν διαβάζεις Μίκυ Μάους;

-Όχι»

Μπήκε μέσα στο σπίτι και μου έφερε ένα περιοδικό του Μίκυ, μου το έδωσε και με ρώτησε αν ξέρω να διαβάζω.

«-Διαβάζω λίγο, συλλαβιστά.

-Βάλε τον αδελφό σου να στο διαβάσει και θα μάθεις τι είναι εφευρέτης. Στο μεταξύ τρέχα στο σπίτι να κουκουλωθείς, έχεις πολύ πυρετό».

Ο αδελφός μου το βράδυ κάθισε και μου διάβασε το περιοδικό κι έμαθα ότι εφευρέτης είναι κάτι σαν τον Κύρο γρανάζη που έφτιαχνε διάφορα πράγματα πρωτοποριακά και άγνωστα, που δεν μπορούσαν να κάνουν οι άλλοι άνθρωποι.

Το νύχτα σήκωσα μεγάλο πυρετό και η μαμά κάθε μία ώρα έφερνε φανέλες και με άλλαζε και μου έδινε διάφορα να πιω που μαλακώνουν το λαιμό, είχα οξεία αμυγδαλίτιδα. Μπήκα στην αντιβίωση και δεν με άφησαν για μερικές μέρες να μοιράσω τα γάλατα, το ανέλαβε πάλι ο αδελφός μου ο οποίος όταν γύριζε μου έλεγε τρομερά πράγματα για τον κύριο Χρυσόστομο. Πως έχει στο σπίτι του κρεμασμένες κάτι μάσκες μεταλλικές και μια φωτιά που καίει από το πρωί μέχρι το βράδυ όπου μέσα της βάζει κάτι καλούπια που ψήνονται. «-Μπορεί όμως να μην ψήνει μόνο καλούπια σ’ αυτήν , μπορεί να ψήνει κι ανθρώπους που τους κόβει τα κεφάλι και τα κάνει μάσκες». Είπε ο σάχλας για να με τρομάξει.

Όταν έγινα καλά και του ξαναπήγα το γάλα, φοβόμουν πάλι να του μιλήσω.

«-Τι σου είπε ο έξυπνος ο αδελφός σου για μένα;» με ρώτησε ενοχλημένος ο κύριος Χριστόστομος.

«-Ότι ψήνετε ανθρώπους μέσα εκεί».

Έβαλε πάλι τα γέλια, τρανταχτά αυτή τη φορά, δεν μπορούσε να σταματήσει κι όταν με τα πολλά ηρέμησε, με κάλεσε να μπω στο σπίτι του για να δω τους ψημένους ανθρώπους. Τρόμαξα τόσο πολύ που τρέχοντας να φύγω από κει μου έφυγε το παπούτσι και δεν γύρισα να το πάρω και τότε άκουσα μια φωνή γυναικεία από το σπίτι που με κάρφωσε στη θέση μου.

«-Ελένη μην τρέχεις, η κυρία Ουρανία είμαι μάτια μου, με γνωρίζεις. Περίμενε!»

Γυρνάω και βλέπω την κυρία Ουρανία μιαν άλλη γειτόνισσα και πελάτισσα μπροστά στην ανοιχτή πόρτα.

«-Τι κάνετε εδώ κυρία Ουρανία; Θα σας ψήσει ο κύριος Χρυσόστομος!» Της φώναξα.

«-Όχι βρε κουτό, πλάκα σου κάνουν, δεν μπορούσε να σε αρπάξει αν ήθελε και να σε φέρει στο σπίτι με το ζόρι αν ήθελε να σε ψήσει;

-Μπορούσε.

-Τότε; Γιατί πιστεύεις τις βλακείες του αδελφού σου; Έλα μέσα να δεις τις μάσκες, θα είμαι κι εγώ μαζί δεν πρόκειται να πάθεις τίποτα. Αν ήταν επικίνδυνος θα σε άφηνε η μαμά σου να του φέρνεις κάθε μέρα το γάλα;

-Όχι.

-Έλα μέσα λοιπόν».

Έκανα μεταβολή με πολύ διστακτικά βήματα και προχώρησα πάλι προς το σπίτι. Η κυρία Ουρανία με έπιασε από το χέρι και μπήκαμε μαζί. Είδα πράγματι στο πρώτο δωμάτιο μια φωτιά να καίει σε μιαν εστία, υπερυψωμένη από το έδαφος, σαν το φουρνάκι του παππού στο χωριό και από κάτω, έκαιγαν ξύλα. Η όλη κατασκευή ήταν τσιμέντινη και είχε μια τρύπα στη μέση για να περνάει η φωτιά και πάνω εκεί ο κύριος Χρυσόστομος είχε ένα καζάνι πολύ φαρδύ που έβραζε μέσα του ένα παχύ υγρό. Ήταν σε πυκνότητα όπως ο πουρές που κάνει φουσκάλες όταν βράζει.

«-Τι είναι αυτό;

-Είναι λιωμένο μέταλλο, με αυτό θα γεμίσω τα καλούπια για να φτιάξω τις καινούργιες μάσκες.

-Τι τις κάνετε τόσες μάσκες;

-Τις πουλάω στο εμπόριο και ζω.

-Έλα μαζί μου να δεις και κάτι άλλο». Μου είπε η κυρία Ουρανία.

Την ακολούθησα σε ένα δεύτερο δωμάτιο κι εκεί είδα ένα τεράστιο τραπέζι γεμάτο εργαλεία και πίσω του ο τοίχος είχε πάνω του κρεμασμένα εργαλεία επίσης, αλλά και κάτι παράξενα όργανα που έμοιαζαν με ρολόγια, δείχτες που γύριζαν πάνω σε νούμερα.

«Αυτά τι είναι;

«Βαρόμετρα, μανόμετρα, , σφυγμομανόμετρα, όργανα που μετράνε τη βροχή, το θόρυβο, το έδαφος κλπ. Τα έχεις ξαναδεί;

-Όχι, ούτε και τα καταλαβαίνω.

Γύρισα στο δωμάτιο όπου εργαζόταν ο παράξενος άνθρωπος.

-Θα μου γράψετε τα ονόματα από τα εργαλεία που είδα σε ένα χαρτί;

-Τι θα τα κάνεις;

-Θέλω να τα κολλήσω στη μούρη του αδελφού μου για να σταματήσει να μου λέει βλακείες.

-Όχι. Θα σου γράψω μόνο μια λέξη. Αυτή θέλω να ξέρεις.

Είπε και μου έγραψε πάνω σε ένα χαρτί τη λέξη, Ραντάρ.

Ύστερα μου είπε τι κάνει αυτό το όργανο και πως το εφηύρε εκείνος και το είχε ονομάσει κάπως αλλιώς, αλλά μετά το πούλησε σε κάτι ξένους, Αμερικάνους και το είπαν ραντάρ.

Άρπαξα το χαρτί και πήγα στον πατέρα μου τρέχοντας.

«-Ήξερες ότι ο κύριος Χρυσόστομος, έχει κάνει αυτό κι αυτό;

-Φυσικά. Ξέρω για το ραντάρ. Του φάγανε την πατέντα για ένα κομμάτι ψωμί και όλα τα δικαιώματα της εφεύρεσης. Είναι μεγάλο κεφάλι ο Χρυσόστομος.

-Γιατί τον λες καλλιτέχνη;

-Για τις μάσκες. Είναι δική του ιδέα κι αυτές, αλλά είναι πιο πολύ μια καλλιτεχνική ασχολία.

-Που τις πουλάει;

-Έρχονται και τις παίρνουν ξένοι μια φορά το μήνα, αλλοδαποί. Αν θα προσέξεις δεν είναι όλες με ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Φτιάχνει πρόσωπα λεονταριών, λύκων, άλλων ζώων και παραστάσεις ολόκληρες καμιά φορά.

-Τι τις κάνουν αυτοί που τα παίρνουν;

-Κυρίως τα χρησιμοποιούν για θυρεούς στα κατώφλια τους.

-Τι είναι οι θυρεοί;

-Στα σπίτια τους οι πλούσιοι έχουν έμβλημα μπροστά στην πόρτα που μπορεί να είναι μια φυσιογνωμία ή μια παράσταση.

-Γιατί;

-Για να ξεχωρίζουν ότι είναι πλούσιοι, άντε με ζάλισες, φτάνουν οι ερωτήσεις».

Την άλλη μέρα στο σχολείο, έπρεπε να μάθω να γράφω το «Οι» και να γεμίσω μια ολόκληρη κόλλα με αυτό. Εγώ γέμισα μια ολόκληρη κόλλα ζωγραφίζοντας μια μάσκα κάπως έτσι: (- | -) και η δασκάλα με ρώτησε τι ορνιθοσκαλίζω εκεί πέρα.

\ Ο /

Της απάντησα ότι ζωγράφισα μια μάσκα που είχε μέσα της το γιώτα και το όμικρον.

Μου διέγραψε το φύλλο με ένα Χ και στην πίσω σελίδα έγραψε μισή σειρά με τα γράμματα «Οι». Έτσι μου λέει θα το κάνεις, και μην ξαναδώ να χαλάς το τετραδιό σου με μουτζούρες.

-Δεν είναι μουντζούρες, σαν αυτή τη μάσκα φτιάχνει ο κύριος Χρυσόστομος που είναι εφευρέτης και καλλιτέχνης και τις πουλάει στους πλούσιους που τα βάζουν για θυρεούς στην πόρτα τους κι έχει ανακαλύψει και το ραντάρ.

Της απαντώ με μιαν ανάσα.

-Ποιος είναι αυτός ο κύριος Χρυσόστομος;

Με ρωτάει γεμάτη περιέργεια η δασκάλα.

-Αυτός που σας είπα. Του πηγαίνω το γάλα του κάθε βράδυ και τα έχω δει, έχει το εργαστηριό του μέσα στο σπίτι του.

-Και τι λες; Ότι έχει ανακαλύψει το ραντάρ;

-Μάλιστα

-Πόσο χρονών είναι αυτός ο κύριος Χρυσόστομος Μπάλιου;

-Δεν ξέρω κυρία, μεγάλος είναι, με άσπρα μαλλιά.

-Σε έχουν παραμυθιάσει μικρό μου. Αποκλείεται να συμβαίνει αυτό λες, το ρανταρ έχει ανακαλυφθεί από το 1930 και το χρησιμοποιούν έκτοτε οι στρατοί όλων των χωρών. Σκωτσέζος το ανακάλυψε να ξέρεις και καμιά σχέση με τον κύριο Χρυσόστομό σου. Που έτσι κι αλλιώς πιστεύω ότι κι αυτόν τον έχεις επινοήσει εσύ. Προς το παρόν μάθε να γράφεις το «Οι» σωστά κι αργότερα γράψε τα σεναριά σου.

Αντί να πάω στο σπίτι μετά το σχολείο για να φάω, πάω μια και δυο γραμμή στο σπίτι του κυρίου Χρυσόστομου.

«-Μου είπατε ψέματα για το ραντάρ και το είπα στη δασκάλα μου κι έγινα ρεζίλι. Σκωτσέζος το ανακάλυψε μου είπε, όχι εσείς.

Σηκώνεται πάνω ο κύριος Χρυσόστομος, παίρνει παραμάσχλα χαρτιά, σχεδιαγράμματα, φωτογραφίες κι ότι άλλο θα του χρησίμευε και με παίρνει από το χέρι.

«-Πάμε

-Που πάμε κύριε Χρυσόστομε;

-Στη δασκάλα σου, πάμε.

-Θα έχει φύγει τώρα από το σχολείο, ελάτε αύριο την ώρα του μαθήματος να μας τα δείξετε μέσα στην τάξη».

Εκείνος ακούμπησε τα χαρτιά του πάνω στο τραπέζι και κάθισε σε μια καρέκλα.

-Εντάξει Ελένη, θα έρθω αύριο στο σχολείο σου. Η δασκάλα σου να ξέρεις έχει ένα δίκιο όταν λέει για τον Σκωτσέζο, αλλά την ίδια περίοδο δούλευαν μυστικά για να το ανακαλύψουν κι ένα σωρό άλλοι άνθρωποι σε πολλά μέρη της γης και στην Ελλάδα. Τη δική μου κατασκευή την πήραν οι Αμερικάνοι. Εσύ να ξέρεις ότι δεν σου είπα ψέματα. Με πιστεύεις;

-Ναι. Αλλά να έρθετε να τους το πείτε κι εκεί για να σταματήσουν να σας λένε τρελό και ψεύτη.

Με τη φράση αυτή ο κύριος Χρυσόστομος σηκώθηκε από την καρέκλα του απότομα.

-Αν περίμεναν όλοι οι εφευρέτες από τον κοσμάκη να καταλάβει τι κάνουν και να επιβεβαιώσουν τη δουλειά τους, θα είμασταν όλοι κλεισμένοι στα τρελοκομεία και τίποτα ποτέ δεν θα είχε ανακαλυφθεί. Ευτυχώς όμως δεν υπάρχουν μόνο αφελείς και άσχετοι σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν θα έρθω πουθενά. Τους βαρέθηκα όλους. Άστους να λένε. Μου φτάνει που με πιστεύεις εσύ.

-Εγώ θέλω να έρθετε όμως. Για να σταματήσουν να με λένε φαντασιόπληκτη. Η δασκάλα μου πιστεύει πως κάπου άκουσα τη λέξη Ραντάρ και έφτιαξα την ιστορία μόνη μου. Ελάτε σας παρακαλώ!

-Όχι. Τέλος. Ξέχνα το, δεν θα μπλέξω και με τα σχολεία τώρα».

Μου απάντησε εκείνος απότομα κι εγώ δεν είχα τι άλλο να του πω για να τον πείσω και γύρισα στο σπίτι στενοχωρημένη.

Στο δρόμο για το σπίτι συνάντησα τη Μένια τη γυφτοπούλα και της είπα με το νι και με το σίγμα όλη την ιστορία βαδίζοντας.

-Έλα! Πω πω! Είναι μάγος! Έτσι κάνουν και με μας. Δεν πιστεύουν στους μάγους μας. Είναι φαντασμένοι και άπιστοι. Κρυφά από τους άλλους όμως έρχονται να τους πει τα χαρτιά η μάνα μου.

-Δεν είναι μάγος ο φίλος μου, εφευρέτης είναι. Δεν έχουν καμιά σχέση με τα μάγια αυτά που κάνει.

-Μπά; Και πως τα κάνει τότε; Πως δεν μπορούν οι άλλοι; Στο λέω, μάγος είναι κι αν τον ρωτήσεις μπορεί να είναι και της φυλής μας».

Δεν μου έφτανε η μέχρι τότε έγνοια μου, ήρθε και η Μένια να μου χώσει άλλη μία, αλλά δεν σκόπευα να μπλέξω τον κύριο Χρυσόστομο με τους γύφτους ούτε με τους μάγους, γιατί ήδη τον αμφισβητούσαν πολύ ως εφευρέτη. Και τους γύφτους ουδέποτε είχε κανείς σε εκτίμηση, εκτός από λίγους ανθρώπους στη γειτονιά.

Την άλλη μέρα στο σχολείο πριν να χτυπήσει το κουδούνι για να μπούμε στις τάξεις, τα παιδιά με πείραζαν και με γιουχάιζαν, φωνάζοντας γύρω μου «το Ραντάρ η Μπάλιου, ραντάρ, ραντάρ, έμαθες να γράφεις το «Οι»;

Πλάκωσα κανα δυο στις μάπες αλλά δεν σταματούσαν. Στην τάξη μέσα ήμουν κακόκεφη και μη συνεργάσιμη, η δασκάλα μου ζητούσε να συλλαβίσω το κείμενο αλλά εγώ πέρα βρέχει, ζωγράφιζα πάνω στο θρανίο μου μάσκες. Η δασκάλα με είπε μουλάρι, τεμπέλα, αδιάφορη και με απείλησε πως αν συνεχίσω να μη δίνω προσοχή στο τι έλεγε θα με έβγαζε έξω από την τάξη.

Χτυπάει τότε η πόρτα και πέφτει μια νεκρική ησυχία γεμάτη περιέργεια.

-Εμπρός, περάστε» Λέει η κυρία μας και η πόρτα ανοίγει λίγο στην αρχή, ύστερα περισσότερο κι εμφανίζεται ο κύριος Χρυσόστομος, καλοντυμένος αυτή τη φορά με άσπρο πουκάμισο και γιλέκο και μια τραγιάσκα που πολύ έβρισκα να του πηγαίνει. Απλώνει το χέρι του, συστήνεται στη δασκάλα μας της λέει κάτι ψυθιριστά και γυρνώντας στην τάξη μου κλείνει το μάτι.

Βγάζει από έναν φάκελο ένα μεγάλο σχέδιο, το ξεδιπλώνει και το καρφιτσώνει στο ξύλο του πίνακα.

«Αυτό εδώ παιδιά είναι το σχέδιο ενός ρανταρ. Ποιος έχει δει Ρανταρ;»

Κανείς δεν σήκωσε το χέρι του και ο κύριος Χρυσόστομος χωρίς να πει τίποτα για τον εαυτό του μας έκανε μάθημα για το Ρανταρ, ποιοι και που το χρησιμοποιούν, για ποιους σκοπούς κι από πότε. Είπε ότι έχει ανακαλυθεί ταυτόχρονα σχεδόν σε πολλές χώρες από ανθρώπους που δούλευαν για να το τελειοποιήσουν μυστικά κι ότι αυτό έχει συμβεί και στην Ελλάδα. Είπε ότι το ρανταρ που χρησιμοποιούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, ήταν ελληνικής προέλευσης και ότι μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι’ αυτό. Μας έδειξε τα σχέδια της κατασκευής του και τα στάδια που πέρασε μέχρι να το ολοκληρώσει, μας μίλησε επίσης για μια σειρά αποτυχιών που όμως δεν στάθηκαν ικανές να τον κάνουν να τα παρατήσει. Στο λαγονήσι είπε έγινε η πρώτη του επιτυχημένη δοκιμή κι από κει και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.

Η δασκάλα μας εντυπωσιασμένη τον ευχαρίστησε για την επίσκεψη και για την παρουσίαση αυτή, με πλάγιο τρόπο του ζήτησε συγνώμη για την αμφισβήτηση του προσώπου του ενώ σε μένα δεν απηύθυνε την παραμικρή κουβέντα αλλά δεν μ’ ένοιαξε.

Την άλλη μέρα η δασκάλα κάλεσε τον πατέρα μου στο σχολείο και του είπε πως καλά θα κάνει να με προσέχει περισσότερο, γιατί δίνω ενδιαφέρον σε πράγματα που δεν είναι της ηλικίας μου ενώ ακόμα δεν έχω μάθει να γράφω ούτε το «Οι» και του ζήτησε να μου θυμίσει πως ο καλύτερος τρόπος για να εφεύρω κι εγώ οτιδήποτε, θα ήταν μάθω γράμματα πρωτίστως, για τα οποία μέχρι στιγμής αδιαφορούσα παντελώς.

«Φανταστείτε κύριε Μπάλιο της ζήτησα να μου γράψει τη λέξη «αυγό» κι αυτή έπιασε και μου ζωγράφισε ένα αυγό. Που θα πάει αυτό;»

Ο πατέρας μου δεν είχε τι να της πει και γέλασε. Σε μένα αργότερα προσπάθησε να το παίξει σοβαρός για να με κάνει να συμμορφωθώ, αλλά εγώ κάθισα και του έγραψα σε ένα κομμάτι χαρτί μια φράση.

«Ανδρών επιφανών, πάσα γη τάφος»

«-Τι είναι αυτό παιδάκι μου; Ποιος σου έμαθε να το γράφεις κι έτσι ορθογραφημένα;

-Ο κύριος Χρυσόστομος» Του απάντησα με καμάρι. «-Σιγά μη δεν ξέρω να γράφω…χα!»

Από τότε ο πατέρας μου παραιτήθηκε απ’ το να μου λέει διάβασε και γράψε. Η δασκάλα συνέχισε να μου βάζει μηδενικούρια καθώς και άλλοι δάσκαλοι μετά, ενώ εγώ σκάλιζα τα πρώτα μου ποιήματα κρυφά σ’ ένα τετράδιο που έδειχνα μόνο στον κύριο Χρυσόστομο.

«Όταν θα μεγαλώσω θα γίνω εφευρέτης.

Προτιμώ να γελούν οι ηλίθιοι μαζί μου

Παρά σαν ηλίθια να γελώ εγώ με τους άλλους».

Ύστερα ο κύριος Χρυσόστομος πέθανε. Πήγα μια μέρα σαν τις άλλες να τον δω και βρήκα την κυρία Ουρανία να μαζεύει τα πραγματά του. Πήρα από το εργαστήρι του το τετράδιό μου και μία μάσκα. Η κυρία Ουρανία μου είπε πως έφυγε, πήγε να ζήσει σε μιαν άλλη χώρα όπου θα πουλούσε καλύτερα τα έργα του, όμως εγώ είχα καταλάβει. Ποτέ δεν θα πήγαινε σε μιαν άλλη χώρα χωρίς να με χαιρετίσει.

Ωστόσο δεν λυπήθηκα πάρα πολύ, γιατί αυτός ήταν εφευρέτης και μάγος, δεν θα πέθανε σαν ένας κοινός θνητός, ίσως είχε καταφέρει να φύγει ολόκληρος με το σώμα του, ήμουν ήδη στην Πέμπτη δημοτικού και έβλεπα το star trek Ένα σήριαλ επιστημονικής φαντασίας που βλέπαμε όλα τα πιτσιρίκια, μαζεμένα στην αυλή της κυρίας Ουρανίας που ήταν η πρώτη που έφερε την τηλεόραση στη γειτονιά μας. Ο κύριος Χρυσόστομος λοιπόν, την είχε κοπανήσει κάπου στ’ αστέρια, με κάποιο μυστικό όχημα που είχε καταφέρει να φτιάξει. Δεν πέθανε.

Κι εγώ ποτέ δεν έμαθα την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στις τρείς λέξεις, μάγος, καλλιτέχνης και εφευρέτης. Έμαθα όμως να γράφω και ένα είναι το σίγουρο, δεν γελώ με τα όνειρα των ανθρώπων, όσο αυτοί με τα δικά μου.

5 comments:

Ελένη Στασινού said...

Καλώς όρισες Λενιώ μου. Σε πεθύμησα. Διάβασα φυσικά τα ηρωϊκά....του Μπραχαμιού, (Όταν μπεις στον Ελαιώνα, θα δεις ότι άλλο χαμένο, θεωρούσε σύνορα το νεκροταφείο, και ξεχώριζε τις....κάστες, από το εάν τα κόλλυβα είχαν χρυσάκια και ασημένια)και χάρηκα γυρνώντας πάλι πίσω.
Τώρα αν κάποιοι γελούν με τα δικά σου όνειρα, άφες αυτούς....
Όσο για τις κριτικές, νομίζω ότι έχεις ξεκάθαρες απόψεις για τα πράγματα, οπόσε καλά κάνεις και δεν μασάς. Και μη ξεχνάς (που σίγουρα δεν το ξεχνάς) πως πολλοί καρυκεύουν τόσο πολύ το έδεσμα, ώστε χάνεται η ουσιαστική του γεύση. Και κατά πως έλεγε ο πατ΄ρας μου, "Πολύ ρίγανι βάζουμε για να κόψουμε την δυσοσμία σε κάτι ώστε να το σερβίρουμε"
Άρα πόσοι παραπλανούν;
Σε φιλώ και χαίρομαι που είσαι κοντά μας πάλι.

Herinna said...

Η καλύτερη υποδοχή που μπορούσε να λάχει σε μένα κι ένα κείμενο γραμμένο επι τροχάδην που στόχο κυρίως είχε να μιλήσει για τον Κύριο Χρυσόστομο επειδή πρόσφατα είχα την κουβέντα του με τον πατέρα μου.
Λενιώ μου κι εγώ σ' αποθύμησα αν και δεν είχα την ευκαιρία να μπω στο blog ακόμα, προλαβαίνω ένα μόνο την κάθε φορά που μπαίνω. Υπάρχει ένα πρόβλημα. Όταν είμαι στο ίντερνετ ή γράφω, καπνίζω πολύ. Όταν καπνίζω, μου ανεβαίνει η πίεση. Αν είναι να γράψω λοιπόν κάνω οικονομία στα τσιγάρα από πριν. Στη διάρκεια, δεν καταλαβαίνω τι κάνω μέχρι τη στιγμή που σκοτεινιάζει ο κόσμος και λέω goodbye. Αυτός είναι ο λόγος που αποφεύγω να κάθομαι εδώ, μέχρι να με ρυθμίσουν την ξεχαρβαλωμένη.
Φιλιά.

antigonos said...

Τι τέλειος αυθορμητισμός... Εμείς κοιτάζουμε πάντα τα κείμενα ξανά και ξανά, ύστερα. Απουσία σιγουριάς.

Herinna said...

antigonos

Το έκανα κι εγώ παλιότερα. Δεν είναι ότι στ' αλήθεια δεν σέβομαι τους αναγνώστες μου που δεν το κάνω πια τουλάχιστον στο blog. Δεν θεωρώ τα κείμενα αυτά παρά κείμενα που γράφω για να ξεφορτώνω, του ποδαριού που λένε, επειδή δεν έχω χρόνο για κάτι καλύτερο. Ωστόσο ξέρω πως οι φίλοι μου με αγαπούν και θα μου το συχωρέσουν. Αλλά υπάρχει και κόσμος που στην έχει στημένη στη γωνία να σε πυροβολήσει , κόσμος που παίρνει την επιβεβαιωσή του μέσω της απόρριψης των άλλων κι εκεί πήγαινε το "χέστηκα". Πιάνω τον εαυτό μου να το κάνει κι από σνομπισμό ακριβώς απέναντι σε αυτά τα πρόσωπα.
Είδα στο blog σας ότι κι εσείς ασχολείστε με το θέατρο. Δεν σας είχα ανακαλύψει, θα σας επισκέπτομαι. Ευχαριστώ για την επίσκεψη, καλωσήλθατε.

Miss D said...

"Προτιμώ να γελούν οι ηλίθιοι μαζί μου

Παρά σαν ηλίθια να γελώ εγώ με τους άλλους..."

Πόσες φορές το έχω πει αυτό στη ζωή μου...Α ρε Ελένη! Πάλι μου έφτιαξες τη μέρα στο γραφείο! Και το "χέστηκα" το ένιωσα τόσο οικείο σαν να το ξεστόμιζα ταυτόχρονα μαζί σου!

Έχε γεια!