Saturday, March 29, 2008

Η Δέκατη Τρίτη Θεά


(Το κείμενο αυτό απευθύνεται σε γνωστούς, αγνώστους, φίλους κανονικούς και φίλους άσπονδους, καλαμοκαβαλημένους και μη, μεγαλομανείς και γειωμένους, μαλάκες και πηδηχταράδες ψυχών και σωμάτων, ανοργασμικούς και μη, συμπαθούντες και αντιπαθούντες, νυν και τέως μουράτους γκόμενους, επίδοξους, κατ’ επίφαση και κατά κυριολεξία, επιχειρηματικά δαιμόνια και αναξιοπαθούντες, δημάρχους, πολιτικούς με όραμα και πολιτικούς με Σόδομα και Γόμορα, ιντεργαμίκουλες και ιλουστρασιόν προσωπικότητες, αλλά κυρίως, σε κείνους που μεσ’ στην παράνοια, διατηρούν τα μυαλά στη θέση τους. Ακόμα).

Υπάρχουν κάτι ωραία μαγαζιά με προσεγμένη ατημελησιά που πάει να κλίνει προς το χωριάτικο αλλά που στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από μια επιχείρηση που βάζει πιτσιλιές από ιδέα παράδοσης και αρκετό χρήμα για να τραβήξει το ενδιαφέρον του πελάτη να μπει και να κάτσει.

Υπάρχουν και κάτι άλλα που στο φωνάζουν απέξω, «Μην πλησιάζεις, θα σε σφάξω»

Υπάρχουν και μέρη που άμα καταλήξεις να μπεις μέσα στη μέρα για έναν καφέ κυνηγημένος από το άγχος και το σαματά της πόλης, έχεις την αίσθηση ότι μπήκες σε ιδιωτικό χώρο και πρέπει να δώσεις διαπιστευτήρια.

Υπάρχουν και άλλα, που προσφέρουν ειδικά πιάτα, σπεσιαλιτέ από ξένες κουζίνες και γεύσεις που δημιούργησαν όλα τα αντίθετα, ιδανικά για ζευγάρια τύπου εννιάμισι βδομάδες.

Είναι τόσα πολλά τα μαγαζιά μέσα στην Αθήνα αν πεις να βγεις για ν’ απολαύσεις ένα δείπνο έξω με τους φίλους σου, ξέχωρα τα σουβλατζίδικα και οι ταβέρνες, όρεξη και λεφτά να έχεις.

Εγώ δεν έχω ούτε όρεξη ούτε λεφτά. Προσωπικά αν θα μ’ ενδιέφερε κάτι θα ήταν να παρακολουθήσω τα πρόσωπα των εξοδούχων, παράνομων ή μη, να ψάξω να βρω την προσδοκία στα μάτια τους, να την συνδέσω με την σκοπιμότητα της απόφασης να βγουν, δεν είναι πάντα για λόγους καθαρούς, να καταλάβω την ανάγκη του να βρίσκονται σε ένα κυριλέ μαγαζί αντί για ένα πιο οικονομικό για την τσέπη τους, την ανάγκη να έχουν ύφος χιλίων καρδιναλίων και να τους κάνει υπόκλιση ο σερβιτόρος, την ανάγκη για χλιδή που μπορεί να τους στοιχίσει και το μισό τους μισθό και από κει και πέρα θα έψαχνα να βρω τη ζωή τους και τις μιζέριες τους.

Υπάρχουν μαγαζιά εμπορικά που πουλάνε πανάκριβα είδη δώρων και άλλα που πουλάνε φο μπιζού. Υπάρχουν μαγαζιά που πουλάνε ρούχα πανάκριβα, μάρκες, κι άλλα που μπορείς ν’ αγοράσεις φόρεμα βραδινής εξόδου με 15 ευρώ. Μια καλή κολώνια μπορείς να την πληρώσεις μέχρι και εκατό ευρώ θα υπάρχουν και ακριβότερες, μια καλή κρέμα σώματος πάνω κάτω τα ίδια.

Η απορία μου είναι αν αυτά τα πράγματα κάνουν πιο ευτυχισμένο τον κόσμο που τα αγοράζει και τα φοράει. Του φέρνουν μεγαλύτερες ερωτικές επιτυχίες; Του εξασφαλίζουν καλύτερη δουλειά; Του φτιάχνουν το ίματζ έτσι που να μην έχει αντίρρηση κανείς για τα υψηλά γούστα του και τις ποιοτητές του, του δίνουν ποιότητα;

Τι υστερία είναι αυτή που έχει πιάσει τον κόσμο με την παντός είδους γκλαμουριά;

Σε μια εποχή αβέβαιου μέλλοντος, όπου οι γνώσεις, οι τεχνικές και οι δεξιότητες εκσυγχρονίζονται διαρκώς και ο χρόνος για την προσαρμογή σε αυτές είναι πολύ βραχύς, οι θέσεις απασχόλησης ασταθείς, τι κάνει τον κόσμο να επαναπαύεται μέσα στον δηθενισμό που του προσφέρουν αυτά τα μέρη;

Η κοινωνία και ο κόσμος στον οποίο ζούμε χάνουν την οικειότητα τους και την ανθρωπιά τους. Δεν μπορούμε πλέον να τους αναγνωρίσουμε.

Μόνη επανάσταση που συντελείται πια στις μέρες μας από τον κύριο όγκο του κοινωνικού συνόλου είναι η προσαρμογή.

Από τη μια η τρέλα του να ενεργούν όλοι σαν έκπτωτοι πρίγκηπες, από την άλλη η αγωνία του να προλάβουν και να προσαρμοστούν μέσα στη νέα τάξη πραγμάτων που θέτει τις νέες αξίες ανανγώρισης με γνώμονα την ικανότητα του χαμελαιοντισμού, έχει προκαλέσει ένα σωρό σύνδρομα στους ανθρώπους που κάθε άλλο παρά απολαμβάνουν το κυριλέ δείπνο τους, την ακριβή τους κολώνια, και το ανοργασμικό τους ιματζ.

«Τα σύνδρομα της «Νέας Γενιάς» μεταξύ των οποίων είναι το «burn out» ή «σύνδρομο εγκεφαλικής υπερφόρτισης», το σύνδρομο «αιφνίδιου πολιτισμού», το «σύνδρομο νοσούντος κτιρίου», το «χικικομόρι στην Ιαπωνία», το σύνδρομο «επιθετικής οδήγησης» κλπ(Υπό Λουκά.Σ. Λουκά, ιατρός, αυτός τα λέει).

Κι απορούσα η αφελής όταν δούλευα σε ένα ξενοδοχείο με αποκλειστικούς πελάτες Αμερικάνους και έμπαινα στα δωματιά τους. «Είναι δυνατόν επιστήμονες άνθρωποι να διαβάζουν για τους πάρει ο ύπνος Μίκι Μάους και Γκούφη;»

Όταν στο έχει πει ο ψυχαναλυτής σου όμως να το κάνεις, είναι.

Ο αμερικανός ποιητής Ρόμπερτ Φρόστ είχε κάνει τη διάγνωση πολύ προτού ξεκινήσει η επιδημία: «το μυαλό είναι ένα υπέροχο όργανο. Αρχίζει να δουλεύει τη στιγμή που ξυπνάς το πρωί και δεν σταματάει ώσπου να φθάσεις στο γραφείο σου».

Από συμπτώματα της επονομαζόμενης και «affluenza» [εκ του «influenza» (=γρίπη) και του affluent (=πλούσιος)] πάσχουν τα τέκνα των πολυεκατομμυριούχων. Αρκετά από αυτά τα κακομαθημένα παλιόπαιδα συρρέουν στο Ινστιτούτο Money, Measing and Choices του Σαν Φρανσίκο για μερικές συνεδρίες ομαδικής ψυχοθεραπείας, για να μάθουν ότι τα δολάρια δεν φυτρώνουν στα δέντρα. Ο δόκτωρ Στίβεν Γκόλμπαρτ και οι συνάδελφοι του αναλαμβάνουν να διδάξουν στα μεν παιδιά την «αλφάβητο» του χρήματος, στους δε γονείς τους άγνωστες έννοιες όπως «χαρτζιλίκι», «τρίτη θέση», «υπάρχουν και παιδάκια που δεν έχουν να φάνε».

Τα πράγματα στην Ελλάδα έχουν ξεπεράσει κατά πολύ και τα σύνδρομα και κάθε σκέψη για πραγματική αξιολόγηση της πολιτισμικής μας κατρακύλας και της χωρίς καμιά αντίσταση ροής στο καινούργιο live stile που έτσι κι αλλιώς παρωχημένο είναι.

Ψάχνονται όλοι να βρούνε τι τους φταίει, και οι γκόμενες γκόμενους δεν βγάζουν, και οι γκόμενοι στήση δεν έχουν, και τα λεφτά φεύγουν από το παράθυρο, και οι τακτικές για σεξουαλικές ακρότητες δεν πιάνουν και κανείς δεν χύνει και όλοι το ρίχνουν στον τζόγο των ευκαιριών και όλοι ζούνε με ξένα λεφτά και όλοι έχουν ανακαλύψει την επιχειρηματικότητα, αλλά όταν πάνε να την εφαρμόσουν ποτέ δεν δουλεύει γι’ αυτούς η πουτάνα. Είτε χτύπησαν λάθος πόρτες, είτε δεν εκτίμησαν σωστά τις καταστάσεις, είτε ο χρηματοδότης έκανε πίσω, γιατί πάντα αυτός είναι το θέμα, είτε ξέχασαν να βαρέσουν το κεφάλι τους στον τοίχο και δεν πάνε να γαμηθούνε όλοι ομαδικά μπας και καταφέρουν τίποτα όχι, παρά πηγαίνουν και συναγωνίζονται στη μαλακία με σπόνσορα κι όλας «Α ρε Λαζόπουλε» καλομελέτα κι έρχεται καλά λέει.

Απόρροια όλης αυτής της κοινωνικής υστερίας είναι και οι άστεγοι, οι ζήτουλες, τα πρεζόνια, αυτοί που ψάχνουν και ζουν από τα σκουπίδια και που πέρα από την απέχθεια που προκαλεί αυτό σαν σκέψη, να σκεφτεί κανείς τι πολύτιμους θησαυρούς ανακαλύπτουν μέσα εκεί ικανούς να προσφέρονται ακόμα και για εμπόριο στο παζάρι της Κυριακής, ικανούς να συντηρήσουν οικογένειες πάει να πει, τα ίδια σκουπίδια που κάποιοι πέταξαν στον κάδο τους επειδή δεν εξυπηρετούσαν πια τις ανάγκες της σύγχρονης γκλαμουριάς. Αν επέτρεπαν και τα στρώματα και τα κρεβάτια στα πάρκα, θα έβλεπες όλους τους άστεγους να κοιμούνται στα μαλακά, ενώ τώρα ψάχνουν τις λύσεις τους μέσα στις κούτες και πάνω στα παγκάκια. Στην πολιτισμένη πολιτεία της Νέας Υόρκης βρέθηκε λύση και γι’ αυτό, έβγαλαν από ένα εισιτήριο σε κάθε άνεργο και άστεγο άτομο και το ξαπόστειλαν σε άλλη πολιτεία, έχουν μαζευτεί όλοι μαζί τώρα σε ένα μέρος όταν το θυμηθώ θα σας το γράψω, αν στο μεταξύ το θυμηθεί κανένας άλλος στο μεταξύ ας μου το θυμίσει κι εμένα. Έτσι καθάρισε η Νέα Υόρκη από δαύτους, ούτε ζητιάνοι, ούτε λεροί άστεγοι, ούτε εικόνα εξαθλίωσης πια σε κανένα σημείο της, είναι μια πόλη υγιής, σύχρονη και προοδευμένη. Έτσι κάνουν οι έξυπνοι δήμαρχοι και οι έξυπνοι κυβερνήτες κύριοι. Όχι να ξύνουμε το κεφάλι μας τι θα τους κάνουμε όλους αυτούς που μας χαλάνε τη μόστρα μπροστά από τα ακριβά μας μαγαζιά και λύση να μη βρίσκεται. Τους βγάζεις ένα εισιτήριο και τους ξαποστέλνεις.

Προχτές αγόρασα από ένα κατάστημα φο μπιζού ένα δωράκι για μια φίλη μου που γιόρταζε. Μετά από λίγες ώρες μια άλλη κοινή μας φίλη, της έκανε δώρο μια πανάκριβη κολόνια. Η διαφορά στην ποιότητα μάγκες είναι αυτή που προκαλεί την ευχαρίστηση του αποδέκτη. Ντράπηκα προς στιγμήν τόσο πολύ για το δώρο μου λες και το είχα αγοράσει για να προκαλέσω δυσαρέσκεια, ευχήθηκα να μην είχα την έμπνευση να το κάνω. Ευτυχώς επανέρχομαι γρήγορα έχω ακόμα κάποιες αντιστάσεις και έβαλα μέσα μου τα πράγματα στη θέση τους. Απευθύνομαι μόνο σε όποιους είναι σε θέση ακόμα να καταλάβουν την αξία της κίνησης και τις αξίες που μέσα μου είναι εδραιωμένες σε σχέση με το πώς μετράς τους ανθρώπους. Όποιος δεν είναι ικανός να το δει και να το καταλάβει, προβλημά του.

2 comments:

Ελένη Στασινού said...

Τα σοκολατάκια φαγωθήκανε μέσα στην επόμενη ώρα. Τα κρουασάν κάνανε φτερά τη νύχτα. Τα "ξηρά καρπά" γλιτώσανε γιατί τα είχα κρύψει. Τα έφαγα κι εγώ μόνη μου για να εκδικηθώ την νυχτερινή παρασπονδία.Κι αν θες να μάθεις και το παράδοξο; Νοώθουμε πως το σπίτι μας πλούτισε.
Ευχαριστούμε.
Και σε φιλώ.

Herinna said...

Εγώ ευχαριστώ Ελένη μου για την θερμή υποδοχή. Να το επαναλάβουμε. Δεν είχα καμιάν αμφιβολία για τη στόχευση του "δώρου" μου αυτή τη φορά :) Περιμένω πως κι αμάν να πάω στο θέατρο (Τετάρτη) που θα έχω την ευκαιρία ελπίζω, να διαβάσω στη διάρκεια της πρόβας για κανα δυο ώρες.