Tuesday, March 18, 2008

Παραμύθι

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Ήταν μια φορά ένα όνειρο που ζούσε στη μαγική και άϋλη χώρα του λευκού σύννεφου. Όλα όσα υπήρχαν εκεί πάνω, ήταν φτιαγμένα είτε από το ασυνείδητο των επίγειων όντων, είτε από τις δυνατές τους επιθυμίες. Γι’ αυτό και το λευκό σύννεφο ήταν γεμάτο από παράξενες μορφές και σχήματα, άλλες με απερίγραπτη ομορφιά κι άλλες τρομακτικές.

Στο κάθε όνειρο, υπήρχε τυλιγμένη γύρω από το πιο λεπτό του σημείο, μια δέσμη φωτός σαν ταινία που μέσα της έγραφε το όνομα του δημιουργού του. Έτσι μέσα στο λευκό σύννεφο ήταν φανερό σε όλα, σε ποιον οφειλόταν η μορφή και το σχήμα τους, κι όχι σπάνια, ήξεραν και την ψυχή του επίγειου όντoς που τα δημιούργησε. Υπήρχαν κατηγορίες που είχαν δημιουργηθεί σύμφωνα με τον βαθμό πολυπλοκότητας του κάθε ονείρου, και μικρές η μεγάλες ομάδες ονείρων ανάλογες με την παραγωγή του εκάστοτε δημιουργού.

Μέσα σ’ αυτή την κοινωνία ας την πούμε έτσι, το μικρό μας όνειρο ήταν το μόνο χωρίς ταυτότητα. Του έλειπε η φωτεινή δέσμη με το όνομα του δημιουργού του και για όσο χρόνο περιφερόταν ανάμεσα στα άλλα, δεν μπορούσε να ενσωματωθεί σε καμιά ομάδα, δεν μπορούσε να κάνει φίλους, δεν είχε τίποτε πάνω του που να εξηγεί την προελευσή του, την ψυχή που το δημιούργησε, δεν ένιωθε ότι ανήκει στο λευκό σύννεφο και αποφάσισε να κατέβει στη γη για να βρει τον δημιουργό του.

Μάνα και πατέρα δεν είχε ν’ αποχαιρετίσει, ούτε αδέλφια, ήταν ένα ορφανό και μόνο όνειρο, μπήκε λοιπόν μέσα σε ένα μικρό κομμάτι πάγου που έφευγε εξπρές για τη γη και βολεύτηκε σ’ αυτόν με μόνη αποσκευή τη συμβουλή του γέροντα των ονείρων που ήταν ο μόνος που το ξεπροβόδισε. «Αν βρεις το δημιουργό σου και σου αρνηθεί την πατρότητα, μην αμφισβητήσεις την υπαρξή σου. Να ξέρεις πως τους περισσότερους από μας, μας έχει δημιουργήσει πάνω από ένας δημιουργός, γιατί οι επιθυμίες και οι αγωνίες των επίγειων όντων είναι κατά μεγάλες ομάδες, ίδιες. Μην κοιτάς που εμείς εδώ θέλουμε να πιστεύουμε πως ο καθένας μας προέρχεται από μια σκέψη δυνατή ή μια ψυχή σε σύγχυση. Έχουν και τα όνειρα τις ανασφαλειές τους. Ψάξε την ομάδα των επίγειων όντων που σε γέννησε και μάθε τους λόγους που αυτή σ’ εγκατέλειψε».

Με τα λόγια αυτά να μιλούν μέσα του, το μικρό όνειρο αποκοιμήθηκε μέσα στο κομμάτι του πάγου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Όταν ένιωσε τον αέρα να το φυσά, κατάλαβε πως ο πάγος είχε μεταβληθεί σε σταγόνα κι ετοιμάστηκε για την προσγειωσή του.

Έπεσε, πάνω σε ένα ψηλό κτίριο και η σταγόνα του φώναξε ν’ αποβιβαστεί. Αυτό αφού την ευχαρίστησε πήδηξε πάνω στον μαντρότοιχο της ταράτσας και κοίταξε τον κόσμο κάτω. Μ’ ένα δεύτερο μεγάλο πήδημα βρέθηκε στην άσφαλτο κι από κει, άρχισε να αιωρείται στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα πάρκα και τις πλατείες, στα σπίτια. Παρακολούθησε τις συζητήσεις των ανθρώπων, την αναζήτηση των αδέσποτων ζώων για τροφή, τους καυγάδες των σκύλων, το πανηγύρι των ποντικιών στα σκουπίδια και τις συνελεύσεις τους στους υπονόμους, τις συνωμοσίες των κατσαριδών και τις σόλο συναυλίες των καναρινιών. Αφουγκράστηκε όλες τις φωνές. Στην αρχή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα είδη, νόμιζε πως οι άνθρωποι γαβγίζουν και τα σκυλιά συζητούν αλλά τελικά άρχισε να καταλαβαίνει. Όσο κι αν έψαξε όμως, όπου κι αν έψαξε, δεν βρήκε το άτομο ή την ομάδα που το δημιούργησε.

Ήταν ένα μικρό όνειρο. Ένα τόσο δα ονειράκι ανάμεσα σε επιτεύγματα που δεν είχε ποτέ του ονειρευτεί, ανάμεσα σε πλήθη που δεν είχε ποτέ του ξανασυναντήσει, ανάμεσα σε σκέψεις που δεν είχε ποτέ του διαβάσει. Ήταν ένα μπερδεμένο ονειράκι.

Ζαλισμένο από τον τεχνητό και φυσικό σαματά, χώθηκε το πρώτο βράδυ μέσα σε ένα δωμάτιο που στην πόρτα του είχε μια πινακίδα με τη ζωγραφιά μιας όμορφης κοπέλας με άσπρο καπέλο, που κρατούσε όρθιο τον δείχτη της μπροστά στο στόμα, προτρέποντας τους επισκέπτες να κάνουν ησυχία.

Στο δωμάτιο μέσα υπήρχε ένα σώμα ξαπλωμένο σε κρεβάτι που ήταν ελαφρά μεγαλύτερο από το ονειράκι και ήταν το κεφάλι του τυλιγμένο σε έναν άσπρο επίδεσμο και τα μάτια του κλειστά. Ήταν το σώμα ενός κοριτσιού. Το πεσμένο σε κώμα κοριτσάκι με τα μάτια του κλειστά, χαμογέλασε. «Το ήξερα ότι θα έρθεις, του είπε, αλλά δεν θυμάμαι πως είναι να παίζει κανείς κι επειδή κοιμάμαι πολύ καιρό, δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι που θέλω να ζητήσω. Υπάρχουν κάποιοι που έρχονται εδώ και με βλέπουνε. Λένε πως είναι οι γονείς μου και με παρακαλούν να γυρίσω. Σ’ αυτούς να πας. Αυτοί έχουν κάτι συγκεκριμένο που θέλουν.

-Μα εγώ είμαι μικρό. Οι γονείς σου χρειάζονται κάτι μεγάλο. Εγώ μόνο για μικρές επιθυμίες είμαι γεννημένο.

Της απάντησε το όνειρο.

«-Πήγαινε και ίσως ανακαλύψεις ότι έμεινες μικρό γιατί σου λείπει το συστατικό που μεγαλώνει τα όνειρα. Κάτι μου λέει πως εκεί θα το βρεις, πήγαινε».

Του είπε το κοριτσάκι και σιώπησε μ’ ένα μορφασμό πόνου.

Το όνειρο χαλάρωσε για λίγο μένοντας δίπλα του, μέχρι τη στιγμή που η πόρτα άνοιξε και μπήκε ένα νεαρό ζευγάρι. Έσκυψαν πάνω από το παιδί, το κοίταξαν, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ύστερα χάιδεψαν το κορίτσι.

«-Έλα πάμε έξω». Είπε ο άντρας στη γυναίκα μετά από λίγο. Την έπιασε από τον αγκώνα απαλά και βγήκαν από το δωμάτιο. Το όνειρο τους ακολούθησε.

«-Πρέπει να οπλιστείς με δύναμη. Πρέπει να σκεφτείς και το άλλο μας παιδί. Δεν γίνονται θαύματα αγάπη μου». Είπε ο άντρας στη γυναίκα.

«-Ούτε η ζωή μπορεί να είναι τόσο άδικη σε ένα μικρό παιδί που τίποτα δεν πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί. Αρνούμαι πως η ζωή είναι τόσο άδικη. Το παιδί μου θα ζήσει».

Του απάντησε η γυναίκα.

«-Αν ήξερες πόσο θαυμάζω τη δύναμη της ελπίδας σου. Αν ήξερες πόσο κουράγιο παίρνω από σένα αντί να σου δίνω εγώ, αισθάνομαι τόσο άχρηστος….

Τι θα κάνουμε χωρίς αυτήν θεέ μου….»

Και ο άντρας κατέρρευσε σε μια καρέκλα, κρατώντας το κεφάλι στα χέρια του.

«-Μη το ψάχνεις. Δεν θα ζήσουμε χωρίς αυτήν. Γι’ αυτό θα γυρίσει πίσω. Ξέρει πόσο την αγαπούμε, θα γυρίσει και θα γίνει καλά». Τον παρηγόρησε η γυναίκα.

Το μικρό όνειρο ένιωσε ξαφνικά το σώμα του να μεγαλώνει. Και στο απρόσωπο κεφάλι του, εμφανίστηκαν μάγουλα, μάτια, στόμα, μύτη και ξανθά λαμπερά μαλλιά. Μπήκε βιαστικό μέσα στο δωμάτιο του κοριτσιού και του χάρισε μια ρίζα. «Όταν θα γίνεις καλά θα πρέπει να έχεις πάλι τα όμορφα μαλλιά σου». Της είπε και τη φίλησε. Το κοριτσάκι του χαμογέλασε ξανά.

Το μικρό όνειρο έπρεπε να φτιάξει το υπόλοιπο σώμα του, τώρα ήξερε πως περίπου θα έμοιαζε κι αποφάσισε να συνεχίσει το ψάξιμο. Ευχαρίστησε τους δυο γονείς χαρούμενο και πέταξε από το παράθυρο προς την πόλη. Δεν θα ήταν η υποψία ενός εφιάλτη. Δεν θα ήταν η επιθυμία για την απόκτηση πλούτου. Δεν θα ήταν η εκδίκηση στη σκέψη ενός γεννήτορα. Δεν θα ήταν τίποτε από αυτά που το άφηναν ξένο και αδιάφορο από τα άλλα πάνω στο λευκό σύννεφο. Θα ήταν η ελπίδα των απεγνωσμένων.

Άρχισε να ξεχωρίζει τα σπίτια που θα έμπαινε, τα σπίτια που το χρειάζονταν το περισσότερο. Διέσχισε αυλές με σπασμένα παιχνίδια, και είδε παιδιά που μ’ αυτά έπαιζαν ευτυχισμένα, γονείς που τα παρακολουθούσαν με την απελπισία στα μάτια. Και μπήκε στη σκέψη των γονιών και άλλαξαν τα μάτια τους.

Μπήκε σε δωμάτια εργένικα και χάιδεψε τη σκέψη των μοναχών που είχαν για παρέα τη μουσική, το γράψιμο, το ποτό κι αυτοί αυτόματα σηκώθηκαν και βγήκαν έξω.

Μπήκε σε γηροκομεία και έφερε πίσω τις γλυκές μνήμες στους αφημένους υπερήλικες κι αυτοί αυτόματα άρχισαν να χαμογελούν, να συζητούν και να τηλεφωνούν στα παιδιά τους.

Πήγε και στις χώρες όπου η φωτιά και το σίδερο έκαψαν τα όνειρα, για να μαρκάρουν τις ζωές των θυμάτων. Πήγε οπουδήποτε υπάρχουν άνθρωποι που η οργή έδωσε τη θέση της στην απελπισία. Ήξερε πια την ομάδα που το γέννησε και που το εγκατέλειψε μικρό, μπροστά στη φρίκη της πραγματικότητας.

Ανακάλυψε πως πάνω εκεί στο λευκό σύννεφο, είχε αδέλφια που δεν ήξεραν την υπαρξή του και γύρισε πίσω σ’ αυτό. Βρήκε τις αδελφές του Οργή, Άρνηση, Επιμονή, Θέληση, τους αδελφούς του Πόθο, Ενθουσιασμό, και Έρωτα. Συστήθηκε, τους αγκάλιασε όλους και ήταν αναμεσά τους το πιο μεγάλο και το πιο όμορφο όνειρο φτιαγμένο από τη μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων πάνω στη γη, με μια ταινία από γράμματα που έλαμπε σαν ήλιος γύρω του, «Η ελπίδα των απεγνωσμένων».

Τα όνειρα με ομόφωνη απόφαση, το ανακήρυξαν βασιλιά των ονείρων και ύστερα με τ’ αδέλφια του, καβάλησαν έναν κεραυνό που έσκασε κάτω στη γη και όλα εξαπλώθηκαν πάνω της, να καταλάβουν την καρδιά και τη σκέψη των ανθρώπων στους αιώνες των αιώνων.

Ήταν ένα μικρό όνειρο που είχε αδέλφια, γονείς, και σόι ολόκληρο, που η φρικτή πραγματικότητα της γης, δεν μπόρεσε να το εμποδίσει να τους ανακαλύψει και μαζί τους, να γίνει ένα θεόρατο κι αξεπέραστο όπλο, στα χέρια των δημιουργών του.

8 comments:

Vromios said...

είναι τόσο όμορφο που κατάφερε να κάνει έναν αρνητή της αλήθειας του να συγκινηθεί!..

Herinna said...

:) Α ρε Νικ
Ευχαριστώ..

ladybug said...

Ήρθα εδώ από τον κοινό μας φίλο και πολύ χαίρομαι.
Είναι υπέροχο το παραμύθι και πράγματι συγκινητικό.

Herinna said...

Πασχαλίτσα! Τι ευχάριστη έκπληξη! Ευχαριστώ πολύ καλή μου

alicia said...

κι εγω εκανα ταξιδι για να ερθω εδω στο σπιτι σου. κι ηταν ομορφο πολυ αυτο που διαβασα.ξεχαστηκα..το ξαναδιαβασα κι εχω μεινει με ενα χαμογελο πλατυ στα χειλη ελενη μου :)

Herinna said...

alicia
Χαίρομαι που οι κύκλοι του ταξιδιού σου, σ' έφεραν πάλι κοντά στην παρέα μας εδώ και που κατάφερε ετούτο το παραμυθάκι να σου αφήσει ένα χαμόγελο στα χείλη. Σ' ευχαριστώ.

Ελένη Στασινού said...

Πέρασα ωραίο πρωϊνό με το όνειράκι και με τον καφέ μου. Και πάνω που έλεγα να το βάλω κάτω...συνομότησες παραμυθένια....για το αντίθετο. Σευχαριστώ πολύ Ελένη μου. Μόνο θα ήθελα να μου πεις, ο προηγούμενος βασιλιάς....ποιός ηλίθιος ήταν;
Φιλιά πολλά με την καλημέρα μου.

Herinna said...

χα! Ο Γλίξμπουργκ! Καλημέρα Ελένη μου χαίρομαι που είσαι καλά με καφεδάκι και χαλάρωση πρωινή.