Sunday, March 02, 2008

Επιτέλους βράδιασε.

Μετά σου λένε φταίει ο φονιάς, φταίει το ζωδιό σου που είσαι γκρινιάρα. Φαντάσου να τα έλεγες κι όλας, άχνα δεν βγάζεις γιατί έχεις τη ρετσινιά και δεν θέλουν πολύ να σε βγάλουν και τρελό…

Όποιος δεν έχει όρεξη για γκρίνια, ας την κάνει από τώρα. Οι άλλοι πάρτε βαθιά ανάσα. Γιατί...

Ξέρεις τι είναι να γυρίζεις κατάκοπη στο σπίτι, να λαχταράς ένα πιάτο ζεστό φαί και να ξαπλώνεται η αυλόπορτα (ο θεός να την κάνει) στα πόδια σου καθώς πας να μπεις;

Να φωνάζεις «Βάσια! Τι έπαθε η πόρτα παιδί μου;» κι απάντηση να μην παίρνεις, να προσπαθείς να ξεφορτωθείς τις τσάντες για να βγάλεις την πόρτα από πάνω σου και να σου λέει η γειτόνισσα, «Κυρία Ελένη, έχω να σας κάνω παράπονα για το παιδί σας, μου σπάσανε το τζάμι με τη μπάλα τους». Κι εσύ να μην έχεις χέρια να ξύσεις το κεφάλι σου γιατί κρατάς την πόρτα και τις τσάντες, και απλώς αναλογίζεσαι δυνατά. «Μα δεν έχει μεγαλώσει το παιδί μου για μπάλα στη γειτονιά; Δεν είχε βόλεϊ σήμερα; Δεν είχε αγγλικά; Είστε σίγουρη κυρία Αργυρώ ότι ήταν η Βάσια ανάμεσα στα παιδιά που έσπασαν το τζάμι σας; - Δεν με μ’ ενδιαφέρει ποιο ήταν και ποιο δεν ήταν, εγώ εσένα είδα σε σένα το λέω. Η κόρη σου είναι αρχηγός στις φάρσες. –Ήταν κυρία Αργυρώ μου, τώρα το παιδί μεγάλωσε, δεν βγαίνει έξω, δεν προλαβαίνει…. –Και που ξέρεις εσύ τι κάνει αφού όλη μέρα λείπεις;» Και να κρατάς τις τσάντες στα χέρια και να μη μπορείς να της φέρεις την πόρτα στο κεφάλι, και να φωνάζεις το κωλοπαιδό σου να βεβαιώσει ότι ήταν στα αγγλικά κι αυτή να παίζει πλέι στέισον και να παριστάνει την κουφή, και να πεινάς, και να θέλεις να κατουρήσεις και να χοροπηδάς, και η κυρία Αργυρώ να περιμένει να έρθει το παιδί έξω για να της πει ποιος έσπασε το τζάμι της.

Και άντε και μπήκες κι έφτασες στο εσωτερικό της αυλής, να πατάς τα σκατά του σκύλου και να φεύγεις τσουλήθρα μέχρι το σιφόνι, ν’ αναρωτιέσαι ποιος σε μούτζωσε και να σε κοιτάζει η κυράτσα της διπλανής πολυκατοικίας που δεν μιλάτε από το μπαλκόνι της, να λύνεται στα γέλια να το καταφχαριστιέται και να μη μπορείς και να της πεις «Τι γελάς μωρή; Κανέναν κώλο βλέπεις;»

Κι άντε να έχεις ακόμα όρεξη για φαγητό μετά από αυτό, πάει αυτή μας έφυγε, ίσα που έφτασα στον καμπινέ να βγάλω τα άλλα μισά τσίσα και ν’ αλλάξω βρακί, στα γρήγορα αυτά για να πάω να ταβλωθώ στο κρεβάτι μου να ηρεμήσω για μισή ώρα πριν μου έρθει κανένα εγκεφαλικό.

Και έτσι όπως είσαι ξαπλωμένη με τα χέρια και τα πόδια στην διάταση απορώντας για τη θέση των πλανητών και τ’ ουρανού, ξέρεις τι είναι να σου έρχεται πάνω από το κεφάλι σου μια Βάσια και να σε μπουρμπουρίζει; «Να σου πω το μάθημα. –Όχι τώρα ψυχή μου δεν μπορώ να σ’ ακούσω σε λίγο. –Εσύ ποτέ δεν μπορείς να με ακούσεις. –Μωρό μου σκοτώθηκα έξω εκεί, δεν πήρες τίποτα χαμπάρι; Μα τίποτα;

-Που εκεί; -Στην αυλή, ποιος έβγαλε την πόρτα; Ποιος άφησε μέσ’ στη μέση τα σκατά του σκύλου; -Δεν φταίω εγώ, έπαθε διάρροια η Κλειώ την ώρα που την έβγαζα κι εγώ με ξέρεις, τη σιχαίνομαι τη διάρροια δεν μπορούσα να τα πιάσω και την πόρτα την έριξε ένα φορτηγό. –Τι φορτηγό; Από πού μας την έπεσε αυτό; -Πάρκαρε και έκανε μπροστά, μετά πίσω, και μας την ξήλωσε όλη κι ένα κομάτι από τον τοίχο μας γκρέμισε. –Κι εσύ τι έκανες; Καθόσουν και τον κοίταζες; -Τρελή είσαι ρε μαμά; Θα πάω να τα βάλω παιδί πράγμα με έναν φορτηγατζή; -Δεν σου είπα να τον δείρεις παιδάκι μου, παρατήρηση να του έκανες. –Ε και; Πολύ που χέστηκε ν’ ακούσει την παρατήρηση από μένα.». Κάποιος πρέπει να του διδάξει αυτουνού του παιδιού αυτοπεποίθηση αλλά δεν είναι ώρα. «Οκ, οκ, άσε με λίγο να συνέλθω και θα σε ακούσω μετά. –Όχι τώρα θα με ακούσεις. Μετά δεν θα έχω χρόνο, πρέπει να φύγω, να πάω στην προπόνηση. –Ποιος έσπασε με τη μπάλα το τζάμι της Κυρα Αργυρώς; Που ήσουν εσύ όταν έγινε αυτό; -Τι με νοιάζει εμένα; Κουτσά στραβά όλα πάνω μου τα ρίχνετε όλοι. Εγώ εδώ ήμουν, διάβαζα. –Με το πλέι στέισον; -Ναι με αυτό άι παράτα με, δεν σου λέω το μάθημα.

-Έλα καλά, πέστο μου. –Όχι δεν στο λέω. Είσαι κουρασμένη δεν μπορείς να με ακούσεις».

Ξέρεις τι είναι να σου κάνει τη χάρη στο τέλος να στο πει το μάθημα και εκεί που κλείνουν τα μάτια σου να σου έρχεται το ταρακούνημα, «Έλα ρε μαμά, δεν με ακούς! Σημασία δεν μου δίνεις!»

«-Ακούω παιδί μου ακούω. Λάθος το είπες.

-Σιγά μην ακούς. Τι είπα λάθος;

-Δεν κάνανε οι ισλαμιστές πόλεμο εναντίον των Αράβων μάτια μου.

-Κάνανε.

-Βρε χρυσό μου παιδί ρίξε πάλι μια ματιά στο βιβλίο σου, κάτι άλλο θα λέει. Μπας ήταν οι βυζαντινοί που κάνανε τον πόλεμο μαζί τους;

-Κάνανε. Εσύ δεν ακούς γιατί κοιμάσαι. Και δεν φτάνει που κοιμάσαι, μας τη λες κι από πάνω».

Κι άντε κατάφερες να επιφέρεις την ειρήνη και να την πείσεις ότι δεν κάνανε. Κι άντε δέχεται να σε αφήσει ήσυχη για μισή ώρα να μπορέσεις να στανιάρεις. «θ’ ασχοληθώ με το σκύλο μου μέχρι να φύγω» Λέει. «-Μπράβο, κάνε αυτό»

Και μπαπ κλείνουν απότομα τα μάτια σου και βυθίζεσαι και να’ το το έμφραγμα, χοροπηδάει στο κρεβάτι σου και σε γλείφει στη μούρη.

«ΒΑΣΙΑ ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΚΛΕΙΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΥΡΗ ΜΟΥ!»

«-Γιατί ρε μαμά; Αφού δεν της είπες γεια όταν ήρθες, σ’ αποθύμησε».

Και να βροντάς την πόρτα σου και να λες «Σκασμός σε όλους!» και να σκάνε και ξανά μπαπ τα βλέφαρα, και να σου έρχεται τώρα ένα ακουστικό στο αυτί.

«Μαμά, μίλα στη νονά, με ρωτάει κάτι που δεν καταλαβαίνω.

-Τι θέλεις νονά του παιδιού; Κοιμάμαι.

-Τα τυροπιτάκια να της τα κάνω στο φούρνο ή τηγανητά;

-Τι δεν καταλαβαίνεις Βάσια από αυτό που σε ρώτησε η νονά;

-Τη διαφορά στη ποιότητα.

-Ρε άντε πηγαίνετε όλοι από δω μη αρχίσω να γκρεμίζω. Άντε! Γαϊδούρα!»

Και να σου λέει η νονά παρεξηγημένη, «-Σ’ εμένα είπες άντε πήγαινε; Εμένα αποκάλεσες γαιδούρα;»

Ξέρεις τι είναι να ζητάς συγνώμη για την ταλαιπωρία σου και κανείς να μη την δέχεται;

Και μετά απ’ όλα αυτά να σε παίρνει το αφεντικό σου τηλέφωνο για να σε ρωτήσει μήπως βρήκες ένα ζευγάρι καλτσάκια της χορεύτριας νούμερο δύο γιατί της τα είχε χαρίσει η νούμερο ένα για τις πρόβες και αυτή τα έχασε και πως θα ξαναπάει χωρίς αυτά, μήπως τα βρήκες εσύ; Και να θυμάσαι πως έσκισες το καλτσόν στη δουλειά και φόραγες φούστα και ήσουν σαν τη γύφτισσα κι έπρεπε κάπως να γυρίσεις στο σπίτι και φόρεσες τα καλτσάκια με τα αθλητικά σου και τα φοράς ακόμα στα πόδια σου και να’ το έρχεται το εγκεφαλικό και να απαντάς, «Καλτσάκια; Τι χρώμα;» Λες και κάθε μέρα χάνουν καλτσάκια διαφορετικού χρώματος εκεί μέσα και να ακούς το χρώμα που φοράς; «Ναι τα βρήκα. –Α υπέροχα. Που είναι να της τα δώσω; -Τα έχω μαζί μου, τα πήρα για να της τα δώσω εγώ στο θέατρο. Εκεί θα γίνει η επόμενη πρόβα» Και να αναστενάζεις και να συγχαίρεις τον εαυτό σου για την ετοιμότητα που τη γλύτωσες από το ρεζίλεμα λες κι έκανες το μεγαλύτερο έγκλημα που έβαλες στα πόδια σου κάλτσες για να φύγεις, άι στο διάολο όλοι πια!

Πάω να δω τον Χάρισον Φορντ στον φυγά. Η Βάσια λέει είναι μάπα, αλλά δεν έχω άλλο dvd να κοιμηθώ. Ελπίζω να είναι αρκετά κακό.

7 comments:

Anonymous said...

Είσαι σκέτη απόλαυση!!!
Καλό μήνα και καλή εβδομάδα.

Πρεσβύωψ

Herinna said...

Πρεσβύωπα! welcome back! επίσης και ευχαριστώ :)

Anonymous said...

Φοβερή!

:)

Με ανοιξιάτικους χαιρετισμούς
χαχανίτα

QED said...

Με προβλημάτισες!
Νόμιζα ότι ήξερα από κούραση, αλλά μάλλον δεν ξέρω...
Νόμιζα πως ήξερα από υπομονή, αλλά ασ'το καλύτερα...
Τέλος, νόμιζα ότι ήξερα από ατυχίες, αλλά μάλλον είμαι τυχερός...

Νομίζω πως η καλύτερη εξήγηση είναι αυτή με τους πλανήτες. Δεν εξηγείται αλλιώς!

Καλό κουράγιο...!

Herinna said...

Χαχανίτα μου, μπήκε η άνοιξη; χαμπάρι δεν πήρα. Μόλις γύρισα από το νεκροταφείο όπου αποχαιρετήσαμε έναν παλιό αγωνιστή και φίλο. Μύρισα λουλούδια πολλά αλλά δεν σκέφτηκα την άνοιξη. Να' σαι καλά που μου τη θύμισες.

Herinna said...

qed
Της υπομονής είναι σε ημερήσια διάταξη, τα ατυχήματα θα ήταν των πλανητών χθες, τι να πω. Είμαι καλύτερα σήμερα, άλλωστε υπάρχουν και χειρότερα όπως γράφω πιο πάνω.
Ευχαριστώ qed

QED said...

Εννοείται ότι υπάρχουν χειρότερα. Έζησα μερικές καταστάσεις στο στρατό και επαναπροσδιόρισα λίγο τα (σωματικά κυρίως) όριά μου.
Να'σαι καλά!