Wednesday, February 27, 2008

«Μόνο το τραγούδι μου να πω».



Στη χώρα όπου όλα τα φυτά και τα δέντρα φύτρωναν ανάποδα, ζούσε πριν από χρόνια ένας ταλαντούχος μουζικάντης. Ο χρόνος για τον μουζικάντη και τους άλλους κατοίκους της χώρας αυτής, μετριόταν με την ένταση. Τα γραπτά που βρέθηκαν, είχαν για χρονολογία την εκάστοτε ψυχική τους κατάσταση.
Ακόμα και το χαρτί που βρήκα μέσα στο χώμα που σκάλιζα για να φυτέψω τη βουκαμβίλια μου, έμοιαζε σαν ανάποδο γράφημα φτιαγμένο από λέξεις.
Ιδού το κείμενο που αποκαλύφθηκε, όταν κατάφερα τελικά να το διαβάσω.
«Αντιχώρα, Μινόρε Ελασσομένης, του Τρόμου των παραφυάδων .
Εδώ όλοι περπατάμε κανονικά με τα πόδια μας πάνω, μα είδα μια χώρα παράξενη που ο φίλος μου ο Φάσολα Σί, επέμενε πως έπρεπε να δω. Και δεν είχε άδικο. Ήταν ένα μέρος φανταστικό, που δεν είχα δει ούτε στα ονειρά μου. Ένα μέρος παράξενο, μαγικό, όπου ότι συμβαίνει πάνω του είναι θαυμάσιο. Θαυμάσιο… μέχρι τη στιγμή που τα δέντρα με το άνοιγμα στη βάση τους, αρχίζουν να γκρεμίζουν όλα όσα φτιάχνουν και μετά γκρεμίζονται και τα ίδια.
Γι’ αυτό τώρα ανησυχώ για την τύχη του καθώς αυτός επιμένει να επισκέπτεται το μέρος και να παραμένει εκεί για πολύ καιρό. Φοβάμαι πως τα δέντρα που ανοιγοκλείνουν τη βάση τους, θα τον συλλάβουν. Κι αν ακόμα δεν συμβεί σύντομα αυτό, ο φίλος μου πάνω εκεί όλο και περισσότερο τυφλώνεται, ενώ εγώ είμαι υποχρεωμένος να γυρίζω εδώ κάτω, για να καταγράφω αυτά που γίνονται.
Ο Φάσολα Σι δεν παίζει μόνο θαυμάσια μουσική αλλά είναι και ένας εξαίσιος χορευτής. Είναι εκπληκτικό το τι μπορεί να κάνει με τα χέρια του κολλημένα στο χώμα. Ωστόσο, την περασμένη Ανυπομονησία, ακριβώς στο χασμουρητό των αρουραίων, ο Φάσολα Σι γνώρισε ένα μικρό δέντρο.
Ήταν ένα λιανό και τρυφερό δεντράκι που είχε μείνει τελευταίο να παρακολουθεί την παράσταση του φίλου μου. Αυτός το αγάπησε αμέσως και του αφιέρωσε ένα τραγούδι του. Το δεντράκι όμως δεν καταλάβαινε όλα τα λόγια και τον πλησίασε περισσότερο για να ακούσει καλύτερα. Κι όσο πιο πολύ τον πλησίαζε, τόσο κι αυτό περισσότερο τον αγαπούσε. Ένα μακρύ κλαδί τότε ξαφνικά άρπαξε το δεντράκι και το ταξίδεψε μακριά από το μέρος.
Ο Φάσολα Σι μελαγχόλησε, αλλά αποφάσισε να μην παραμείνει άπρακτος. Άρχισε να ψάχνει για το δεντράκι του και μέσα στο ψαξιμό του, όλο και πιο πολύ απομακρυνόταν από την τρύπα μας, όλο και πιο βαθιά χωνόταν μέσα στον κόσμο των δέντρων με το άνοιγμα στη βάση τους.
«Μήπως είδε κανείς το λιανό μου δεντράκι;» ρωτούσε όλα τα άλλα. Εκείνα πολύ περισσότερο από το λιανό δεντράκι, δεν καταλάβαιναν καθόλου τι τους έλεγε και ένας άσχετος είπε, πως τους ζητάει μια λινάτσα για να κοιμηθεί.
Όταν άπρακτος γύρισε την πρώτη φορά, με ρώτησε τι σημαίνει «λινάτσα». Εγώ έσκαψα με τη μουσούδα μου τη γη κι έφτασα μέχρι την πιο απόμακρη ρίζα. Αυτήν ρώτησα και μου είπε πως είναι κάτι που υφαίνουν τα δέντρα που ανοιγοκλείνουν τη βάση τους, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τον κορμό άλλων δέντρων! Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Γύρισα πίσω λοιπόν και για να μη τρομάξω το φίλο μου για την τύχη του λιανού του, του είπα πως δεν άκουσε καλά. Πως άκουσε κάτι σαν «λιανό, τσα», αλλά αυτός επέμενε πως άκουσε «λινάτσα». Τότε αναγκάστηκα να το τραβήξω, λεγοντάς του ότι ολοφάνερα, είχε κολλήσει τη συλλαβή της επόμενης λέξης στην πρώτη και την πήρε για μία. Προφανώς άκουσε δυο λέξεις, «Λίνα και τσα».
-Και τι θα πει Λίνα; Τι θα πει τσα; Με ρώτησε εκνευρισμένος αυτός.
-Τα δέντρα με την ανοιχτή βάση, δίνουν τέτοια ονόματα στα ομοιά τους. Λίνα, Μίνα, Τζίνα, του απάντησα.
-Και το τσα; Επέμενε αυτός.
-Ε σου έκανε τσα! Δηλαδή σου κρύφτηκε! Τι θέλεις τώρα…
Δεν ήμουν σίγουρος ότι τον έπεισα, αλλά όταν επέστρεψε στην πάνω χώρα, άρχισε να ψάχνει το λιανό του ρωτώντας
«Μήπως είδε κανείς τη Λίνα μου;» Έβαζε κι εμένα να ψάχνω κάθε φορά που τον συνόδευα μέχρι το οριό μου.
«Μήπως είδε κανείς τη Λίνα του;» Ρώταγα όσο πιο καθαρά μπορούσα. Δεν κατάφερα να προκαλέσω άλλη αντίδραση απ’ το να γελάνε όλοι μαζί μου και σύντομα παραιτήθηκα.
Ρωτώντας από δω κι από κει ο Φάσολα Σί, γνώρισε πολλά δέντρα, σταμάτησε σε πολλά μέρη και αρκετές φορές υποχρεώθηκα να τον γυρίσω πίσω εδώ, γιατί είχε χάσει το δρόμο της επιστροφής. Αλλά γινόταν και για μένα όλο και πιο δύσκολο να τον ακολουθώ, κινδύνεψα επίσης να χαθώ πάνω εκεί κι έτσι την τελευταία φορά αποφάσισα να καθίσω εδώ και να τον περιμένω. Μου είχε υποσχεθεί πως θα επιστρέφει συχνά- πυκνά για να μου λέει τι κατάφερε. Το έκανε, μέχρι την περασμένη Απόγνωση, και από τότε δεν τον έχω ξαναδεί.
Αντιχώρα, ματζόρε 7ης, του Άγχους των μανιταριών.
Αποφάσισα να τολμήσω μια τελευταία επίσκεψη στην πάνω χώρα για να βρω το φίλο μου. Η προσπαθειά μου απέδωσε καρπούς. Ο Φάσολα Σί όμως, όπως το φοβόμουν, είχε καταφέρει να τραβήξει πολύ την προσοχή των δέντρων που ανοιγόκλειναν τη βάση τους.
Άλλοι μου είπαν πως είχαν εντυπωσιαστεί από το ταλέντο του, άλλοι πως επρόκειτο για έναν τρελό. Κανείς δεν ήξερε που βρισκόταν τη στιγμή που ρώταγα, εκτός από ένα δέντρο με κουρεμένη την κορφή του, που με πληροφόρησε, ότι υπάρχει ένα μέρος που πιθανά να βρίσκεται. Σ’ αυτό καταφεύγουν τη νύχτα τα όντα της Αντιχώρας είπε, και δίνουν τις παραστάσεις τους με τα μάτια τους ανοιχτά. Μου κακοφάνηκε που μας αποκάλεσε όντα, αλλά δεν είμαι γεννημένος ήρωας εγώ. Άλλωστε είχα την αγωνία μου.
Που; Πως θα πάω εκεί; Ρώτησα το κουρεμένο δέντρο τρέμοντας. Μου έδειξε το δρόμο. Ήταν μια φρικτή εμπειρία. Δεν υπήρχε χώμα για να πιάσω πηγαίνοντας και τα δέντρα με την ανοιχτή βάση τους, μου κλώτσαγαν το κεφάλι προσπερνώντας.
Πάνω σε κάθε κολώνα και σε κάθε τοίχο, έβλεπα ζωγραφιές του φίλου μου που αναζητούσε το δεντράκι του, ζωγραφιές που το αναπαρίσταναν, πότε σκυμμένο να τον ακούει προσεκτικά, πότε να αιωρείται πιασμένο από το μακρύ κλαδί που του το άρπαξε. «Όποιος βρει το δεντράκι μου και μου το φέρει, κερδίζει ένα ταξίδι στην κοιλάδα της Αντιχώρας. Μόνο το τραγούδι μου θέλω να του πω, μόνο το τραγούδι μου ν’ ακούσει, μόνο αυτό.» έγραφε και ήταν πραγματικά τρελό αυτό που έγραψε, αφού εγώ δεν θυμάμαι καμιά κοιλάδα στη Αντιχώρα μας.
Κατά την πρώτη διαμαρτυρία της κουκουβάγιας, έφτασα επιτέλους στο μέρος όπου μαζεύονταν, (άκου εκεί), τα όντα της Αντιχώρας. Έψαξα ανάμεσα σε διάφορους γνωστούς κι αγνώστους για τον Φάσολα Σι. Κάποιος μου είπε ότι ήταν πίσω από τη μάντρα που έβλεπα και με συμβούλευσε να μην τον ενοχλήσω, δεδομένου ότι ετοιμαζόταν να βγει για το σώου του. Κάθισα και τον περίμενα με τους άλλους.
Αυτός όσο ετοιμαζόταν πίσω από τη μάντρα, τραγούδαγε χωρίς μουσική. «Μόνο το τραγούδι μου θέλω να του πω, μόνο το τραγούδι μου ν’ ακούσει, μόνο αυτό».
Ακούστηκαν οι νότες ενός καινούργιου τραγουδιού κι αμέσως έκανε την εμφανισή του ο Φάσολα Σί, παίζοντας την κιθάρα με τα πόδια του. Ήταν ένα πολύ συγκινητικό τραγούδι, μ’ έκανε να κλάψω. .
Δίπλα μου Αντιχωρίτες και άλλοι, ψιθύριζαν μαζί του τα λόγια και είχε φτιαχτεί μια όμορφη και γλυκιά ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ο καθένας, έψαχνε γύρω του ένα χέρι να σφίξει.
Τότε ξαφνικά εμφανίστηκαν αναμεσά μας δυο ομάδες δέντρων που ανοιγόκλειναν τη βάση τους, με δυο διαφορετικά χρώματα. Άσπρα η μία ομάδα, μπλε η άλλη. Αυτοί με τα άσπρα κάθισαν λίγο παράμερα ενώ αυτοί με τα μπλε, πάτησαν πάνω στη νοερή σκηνή της παράστασης, άρπαξαν το φίλο μου, τον έστησαν ανάποδα όπως στέκονταν και οι ίδιοι, του πήραν την κιθάρα και τον παρέδωσαν σ’ αυτούς με τα άσπρα. Ένας τον ρώτησε γιατί προκαλεί τον κόσμο με τους θεατρινισμούς και τις τρέλες του, γιατί προκαλεί την δημόσια αιδώ λέγοντας συνεχώς την αισχρή λέξη ουλαλουμ; Κι αυτός προσπαθούσε να τους εξηγήσει αλλά δεν καταλάβαιναν. Ήταν μπουμπούνες.
Τον πήραν λοιπόν μαζί τους σηκωτό σχεδόν, ενώ το μαζεμένο ακροατήριο για να τον ενθαρρύνει, έλεγε το τραγούδι του.
Λίνα Λίνα μη λυπάσαι
Λίνα Λίνα μη φοβάσαι
Λίνα Λίνα πως κοιμάσαι
Μόνη σου παναθεμά σε.
Εγώ έρποντας γύρισα πίσω στην τρύπα μου. Δεν είχα μάθει νέα του για πολύ καιρό. Ήμουν σίγουρος ότι τα δέντρα με το άνοιγμα στη βάση τους, τον είχαν εξολοθρεύσει. Ωστόσο κάποτε δεν άντεξα και ανέβηκα δειλά μήπως μάθω τίποτα για τον Φάσολα Σι. Έμαθα σκόρπια, πως τον ρωτούσαν « ποιος είσαι συ;» Κι αυτός απαντούσε, «ένας Άσιμος». Κι όσο επέμενε να το λέει αυτό, τόσο περισσότερο τον μπούκωναν με χάπια. Ο φίλος μου ήταν έξυπνος και γρήγορα κατάλαβε πως έπρεπε να πει κάτι άλλο για να γλυτώσει από τους μπουμπούνες. Τους φώναξε λοιπόν μια μέρα «Είμαι ο Θεός!» Κι αμέσως μετά από αυτό πέταξε ένα σχοινί στο φεγγάρι κι αναρριχώμενος χάθηκε. Όσο για το λιανό του, κατάφερε να ξεφύγει από το μεγάλο κλαδί και τον αναζητάει από τότε στα πέρατα της αντοχής σε κάθε οικουμένη.
Πάρε ένα ψέμα
Ν’ αποκοιμηθείς
Μοναχά για σένα
Που θα θυμηθείς.
Υπογραφή
Αρουραίος
μινόρε 5ης του θρήνου της Αντιχώρας».
Στη χώρα όπου τα φυτά και τα δέντρα φύτρωναν ανάποδα, ζούσε πριν από χρόνια, ένας ταλαντούχος μουζικάντης. Στη χώρα αυτή, εξακολουθούν όλα να φυτρώνουν ανάποδα.
Στη μνήμη του

2 comments:

Ελένη Στασινού said...

Αν δεν αποτρελαθώ απόψε δεν θα έχω να φοβηθώ τίποτα και ποτέ....
Θα σου πω τα αποτελέσματα αφού το διαβασω ακόμα μια η και δυό φορές.
Ευχαριστώ.
Καλό βράδυ.

Herinna said...

Κοίτα πως πάει. Αν είναι να σε τρελάνει παράτα το. Δεν θα φταις εσύ που ο καλλιτέχνης αστόχησε χεχε.
Καλό ξημέρωμα Ελένη μου.