Tuesday, June 24, 2008

Τα άχρωμα φανάρια



Μέσα στην πολύβουη αυτή πόλη, όπου όλοι προσπερνούν τον διπλανό τους χωρίς να του ρίξουν ούτε μια ματιά, ένας φτωχός Δον Κιχώτης παίρνει μέσα στο τροχοσπιτό του τους άστεγους, ζητιανεύει για να συντηρεί τον εαυτό του και το σκύλο του, σηκώνει από την άσφαλτο τα ξαπλωμένα πρεζόνια, δίνει το μοναδικό του πεντοευρώ στο πιτσιρίκι που του απλώνει το χέρι, τρώει στην αίθουσα για τους φιλόπτωχους της εκκλησίας, και τραγουδάει πάντα τον ροζ Πάνθηρα. Ταρα ταρά ταραταρατατα ταρατατααα τα.

Λένε πως τα φαινόμενα συχνά απατούν. Τις περισσότερες φορές όμως, το ξέρουμε πως είναι απατηλά κι απλώς τα δεχόμαστε σαν πραγματικά. Γιατί έτσι θέλουμε να τα βλέπουμε. Γιατί αυτό έχουμε ανάγκη να πιστεύουμε.

Σάματις η Μαρίνα δεν ήξερε ότι ζει με έναν άνθρωπο με οριακή πνευματική κατάσταση; Αλλά ήταν ένας κεφάτος και πρόσχαρος άνθρωπος. Το βλέμμα του το αποσπούσαν όλα τα περίεργα και αστεία όχι μόνο πάνω στους ανθρώπους, αλλά και στα ζώα, τα κτίρια, τη φύση, τον ουρανό.

Είχε κι ένα πάθος με τις φωτογραφίες ο Κούλης. Η αλήθεια είναι πως μίλαγε ελάχιστα παρά τη χαρούμενη φυσιογνωμία του. Είτε θα τον έβλεπες με την κάμερα κρεμασμένη στον ώμο να γυρίζει τις γειτονιές και να φωτογραφίζει ότι του καθόταν στο μάτι, είτε θα κρατούσε ένα μολύβι,. και θα σκιτσάριζε (πάντα ασπρόμαυρα τα σκίτσα του γιατί είχε αχρωματοψία και ήθελε να βλέπει το χρώμα που χρησιμοποιεί) την ώρα που η Μαρίνα του μιλούσε, είτε έπαιζε μπουγιέλο στην αυλή με τους φίλους του παρασύροντας στο παιχνίδι αυτό και την σοβαρή κοπέλα που θύμωνε με τα παιδιαρίσματα.

Ο Κούλης όμως είχε καταφέρει να την βάλει στον κόσμο του. Το πιο μεγάλο του προσόν ήταν ότι ήταν ο μοναδικός άντρας που κατάφερνε να παραμείνει έξω από τον δικό της κόσμο, χωρίς διαμαρτυρία και σκηνές ζηλοτυπίας. Γιατί η Μαρίνα, ήθελε κάποιες ώρες καταδικές της, να μη την ενοχλεί κανείς, να μην είναι υποχρεωμένη να ασχοληθεί με τίποτε άλλο εκτός από τις μελέτες της.

Και δεν υπήρχε καλύτερος συγκάτοικος ως προς αυτό από τον Κούλη. Ο οποίος για να πάει να μείνει μαζί της στο μικρό διαμερισμά της, είχε έρθει σε ρήξη με το σπίτι του. Και η μάνα του, τον είχε απειλήσει ότι θα τον αποκληρώσει αν συνεχίσει να είναι μαζί με αυτή την αδέκαρη κουλτουριάρα, που ποιος ξέρει πόσους άλλους είχε πριν από αυτόν και με ποιο τρόπο σκόπευε να τον ξεφορτωθεί.

Βλέπεις το κύριο ζητούμενο της μάνας του δεν ήταν να μη της πάρει καμιά τον κανακάρη της όπως κάνουν άλλες μάνες με τους γιούς τους που αντιπαθούν τις νύφες εξ αιτίας αυτού, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Να βρεθεί κάποια που να δεχτεί να φορτωθεί τον Κούλη εφόρου ζωής, ώστε κι αυτή να ησυχάσει από δαύτον. Με την Μαρίνα δεν έβλεπε όμως να γίνεται κάτι τέτοιο.

Κάποια φορά που τους έκανε έφοδο στο σπίτι που μαζί έμεναν, τη ρώτησε τι σκοπεύει να κάνει με το παιδί της, αν έχει καλό σκοπό μαζί του ή θα τον παρατήσει σύξυλο μια μέρα και δεν θα ξέρει τι θα τον κάνει. Η Μαρίνα αντί να της απαντήσει είχε γελάσει πάρα πολύ, μέσα στα μούτρα της, κι αυτή δεν μπορούσε να καταλάβει τι την έπιασε, τι της φάνηκε τόσο αστείο από αυτά που της είπε. Δεν είχε το δικαίωμα σαν μάνα να ανησυχεί για την τύχη του παιδιού της; Έτσι ευθέως τη ρώτησε κι αυτό αλλά η Μαρίνα άλλο δεν έκανε από το να γελάει. Έφυγε από το σπίτι χωρίς να πάρει καμιά απάντηση στην αγωνιώδη της ερώτηση, μόνο την ειρωνική διαβεβαίωση της εικοσιπεντάχρονης τότε κοπέλας, ότι αν είναι να χωρίσουν, θα φροντίσει ώστε ο κανακάρης της να μη μείνει στο δρόμο χωρίς μοίρα στον ήλιο. Όχι ότι είχαν καμιά περιουσία, αλλά παλιά της τέχνη κόσκινο να φεύγει με μια μοναδική βαλίτσα αφήνοντας ότι είχε φτιάξει μέχρι τότε στη ζωή της, σε κάποιον άλλο. Είχε βγει από μικρή στη ζωή, ήξερε πως είναι να ξαναρχίζεις και τρεις φορές που μέχρι τότε είχε υποχρεωθεί να το κάνει αυτό, τα είχε καταφέρει μια χαρά. Οι δυο προηγούμενες αφορούσαν η μια το πατρικό της σπίτι και η άλλη τη συμβιωσή της με έναν άλλο άντρα, χρόνια πριν της προκύψει ο Κούλης.

Και το λέω έτσι γιατί ο Κούλης πραγματικά της προέκυψε. Η αλήθεια είναι πως κάτι στην αύρα της τραβούσε τις ιδιόρρυθμες καταστάσεις. Σπάνια άνθρωπος χωρίς παραξενιά της τράβηξε το ενδιαφέρον. Η Μαρίνα είχε σκεφτεί πολλές φορές το πώς η ίδια σκεπτόταν τον ιδανικό σύντροφο. Ήξερε πως εκεί που με το μυαλό της και την καρδιά της πετούσε, δεν υπήρχε περίπτωση ν’ απαντήσει πλάσμα ανθρώπινο με σάρκα και οστά. Οι περίοδοι της μοναξιάς της ήταν μεγάλες και μέσα σε αυτές είχε βολέψει τους βιορυθμούς της με τρόπο που να είναι ευχαριστημένη, αυτάρκης και δημιουργική. Για όσο μακρύ διάστημα παραγκώνιζε το θέμα της ερωτικής της κάλυψης, έμπαινε σε μια κατάσταση αισθησιακής ύπνωσης, σαν να μην είχε τις ίδιες με τους άλλους ανθρώπους ανάγκες, σαν να είχε βρει το μυστικό της ευτυχίας σ’ αυτά που έκανε και την κάλυπταν. Εδώ που τα λέμε δεν έβλεπε και τον εαυτό της σαν την σούπερ γκόμενα που θα έπεφταν σαν μύγες τ’ αρσενικά στο διάβα της. Μάλλον δεν της άρεσε και πολύ ο εαυτός της σαν εμφάνιση, γι’ αυτό και είχε βγάλει από τη σκέψη της κάθε ιδέα που είχε να κάνει με την ιδανική συνεύρεση και μάλιστα με τον τύπο του άντρα που γι’ αυτήν θα συμπλήρωνε όλα τα ατου και τα προτερήματα για να την κατακτήσει ολοκληρωτικά.

Δεν έφταναν αυτά σαν προβλήματα, πήγε κι αυτή να μορφωθεί, τι άλλο να κάνει εδώ που τα λέμε, να κατεβάζει όλα τα βιβλία από τις βιβλιοθήκες στις πνευματικές στέγες, να δανείζεται από φίλους, γνωστούς, δασκάλους, συγγενείς και τελικά να αποκτήσει μέσω αυτών μια κοσμοθεώρηση που δύσκολα θα έβαζε στην άκρη για να δεχτεί το ρόλο της σαν γυναίκα, μέσα στα στενά πλαίσια που την καθόριζε η Ελληνική κοινωνία, χωρίς και πάλι να ξέρει τι γινόταν έξω από τη χώρα της.

Η Μαρίνα την εποχή που γνώρισε τον Κούλη, είχε καταφέρει να περάσει σε μια σχολή των ΤΕΙ η οποία δεν της άρεσε και διάβαζε για να ξαναδώσει εξετάσεις για τη φιλοσοφική. Έμενε στο νοίκι, δούλευε περιστασιακά ίσα για να πληρώνει το ενοίκιο, το ψωμοτύρι της και τα τσιγάρα της, διάβαζε δεκαπέντε ώρες την ημέρα και ευελπιστούσε πως οι κόποι της δεν θα πήγαιναν χαμένοι.

Ο Κούλης, εμφανίστηκε στο σπίτι της ένα βράδυ ξαφνικά με έναν παλιό της συμμαθητή που είχε πάει να την επισκεφτεί και σκόπευαν μετά από κει να πάνε να συναντήσουν την παρέα τους. Ο συμμαθητής της είχε φέρει κάτι βοηθήματα του αδελφού του που θα της χρησίμευαν για τις εξετάσεις, ο ίδιος όμως είχε αποφασίσει να μην προχωρήσει σε σπουδές και δούλευε σε ένα μαγαζί σαν dj.

Όταν ο Νίκος της έλεγε, «παίζω σήμερα στο μαγαζί» εκείνη πάντα μπερδευόταν γιατί είχε συνδέσει το «παίζω» με κάποιο μουσικό όργανο ή με κάποιο συγκρότημα και πάντα του έκανε την ίδια αφελή ερώτηση. «Παίζεις; Τι παίζεις; Κιθάρα; -Όχι ρε, μουσική δεν σου έχω πει ότι είμαι dj? –Α, εννοείς θα βάζεις μουσική να την ακούει ο κόσμος. –Όχι Μαρίνα, θα παίξω μουσική. Γιατί δεν έρχεσαι μια μέρα να δεις πως είναι; -Δεν προλαβαίνω για τέτοια, έχω διάβασμα. Άλλωστε δεν έχω λεφτά για εξόδους»

Τη μέρα εκείνη λοιπόν την έψηναν και οι δυο να τους ακολουθήσει στο μαγαζί που θα έπαιζε ο Νίκος, αλλά δεν τα κατάφεραν. Η Μαρίνα είχε άλλα σημαντικότερα πράγματα να κάνει. Να μαγειρέψει το ρύζι της, να φτιάξει τον καφέ της, να κάνει εξάσκηση στην κιθάρα της για λίγη ώρα και τελικά να μελετήσει μέχρι το πρωί. Τίποτα δεν ήταν καλύτερο από την ησυχία της εκείνη την περίοδο.

Ο Κούλης παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ιδιαίτερα οξυδερκής, αγκιστρώθηκε συναισθηματικά από την δύναμη και την επιμονή της Μαρίνας να περάσει στη σχολή που ήθελε και το θεώρησε άδικο γι’ αυτή να παιδεύεται. Χωρίς να αναφέρει ξανά στον Νίκο τίποτα, άρχισε να παραφυλάει έξω από το σπίτι της και μόλις εκείνη έφευγε να πάει για κανένα μεροκάματο ή στη σχολή που ήδη φοιτούσε, της άφηνε μια τσάντα γεμάτη με φαγητά έξω από την πόρτα. Καλομαγειρεμένο φαγητό που η Μαρίνα είχε να φάει από την εποχή που ζούσε με την οικογενειά της, τότε που η μάνα της έσπαγε το κεφάλι της τι να της φτιάξει που να της αρέσει, γιατί ήταν πράγματι μίζερη και δεν έτρωγε πολλά.

Είτε γιατί το φαγητό που έβρισκε η Μαρίνα στην πόρτα ήταν πράγματι καλό, είτε γιατί πολύ καιρό είχε ν’ απολαύσει σπιτική κουζίνα, το έτρωγε με μεγάλη ευχαρίστηση και αίσθημα ευγνωμοσύνης για κείνον που της το πήγαινε.

Είχαν περάσει δυο βδομάδες και δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει ποιος την σκεπτόταν τόσο τακτικά, οι επισκέψεις του παράξενου ευεργέτη είχαν γίνει καθημερινές κι αυτή πια το έβαλε σκοπό να τον ανακαλύψει. Έκανε λοιπόν ένα μεσημέρι ότι φεύγει για δουλειά, περπάτησε δυο τετράγωνα γύρω από το σπίτι της και μετά κρύφτηκε στην αυλή του απέναντι σπιτιού για να δει ποιος θα πάει να της αφήσει την τσάντα με τα τρόφιμα.

Κατά τις τέσσερις, είδε τον Κούλη να έρχεται φορτωμένος με την τσάντα, κοίταζε τριγύρω για να δει αν τον βλέπει κανείς, χτύπησε και το κουδούνι της για να σιγουρευτεί ότι εκείνη λείπει, μετά άφησε την τσάντα μπροστά στην πόρτα της και απομακρύνθηκε.

«Σ’ έπιασα!» Του φωνάζει η Μαρίνα πίσω από την πλάτη του κι αυτός καρφώθηκε στη θέση του.

Από κει και μετά όλα εξελίχθηκαν γρήγορα. Συγκινημένη από το πραγματικό του ενδιαφέρον γι’ αυτήν η Μαρίνα άρχισε να τον βλέπει ζεστά και να περνά κάμποσες ώρες μαζί του τα βράδια. Ο Κούλης δεν ήταν τύπος υστερόβουλος, πήγαινε εκεί φανερά πια με την τσάντα τα τρόφιμα και έτρωγαν παρέα, μετά έβγαζε από έναν φάκελο τα συνεργά του που ήταν μολύβια, κάρβουνα και πινέλα και ενώ η Μαρίνα διάβαζε μέσα στη νύχτα χαμένη στον κόσμο της, αυτός ζωγράφιζε ακούγοντας μουσική από το γουόκμαν. Όταν η κοπέλα κουραζόταν και ήθελε να κοιμηθεί, του έλεγε… «Έλα Κούλη, ώρα να το διαλύσουμε, κουτουλάω από τη νύστα». Κι αυτός μάζευε τα συνεργά του και έφευγε.

Αυτή ήταν η σχέση των δυο νέων τους πρώτους μήνες της γνωριμίας τους. Συζητούσαν, μιλούσαν για όλα και είχε μάθει από αυτήν αρκετά από το παρελθόν της, ενώ ο ίδιος δεν είχε μέχρι τότε δημιουργήσει καμιά σταθερή σχέση.

Ένα βράδυ η Μαρίνα γυρίζοντας στο σπίτι δεν βρήκε ούτε τον ίδιο απέξω, ούτε καμιά τσάντα με φαγητό να την περιμένει, αλλά δεν ανησύχησε. Έβγαλε το ρύζι από το ντουλάπι κι άρχισε αν το μαγειρεύει, με τη σκέψη πως αν δεν εμφανιστεί και την άλλη μέρα ο Κούλης θα τηλεφωνούσε στο σπίτι του να μάθει αν είναι καλά. Ύστερα άλλαξε γνώμη κι αποφάσισε να του τηλεφωνήσει το ίδιο εκείνο βράδυ, ώστε αν χρειαζόταν την βοηθειά της να έτρεχε να του συμπαρασταθεί.

Έσβησε λοιπόν τη φωτιά με το φαγητό και πήγε στον τηλεφωνικό θάλαμο της γειτονιάς. Η μάνα του της είπε ότι έπεσε με το ποδηλατό του, χτύπησε στο κεφάλι του και τον μετέφεραν στον Ευαγγελισμό. Η Μαρίνα βρέθηκε την άλλη στιγμή στο νοσοκομείο να του κρατάει το χέρι και να προσπαθεί να καταλάβει πως έγινε το ατύχημα. Η καταστασή του δεν ήταν σοβαρή, μια ελαφριά διάσειση είχε πάθει από το χτύπημα, που το έπαθε επειδή δεν ξεχώρισε το κόκκινο χρώμα στα φανάρια όπως της είπε και αφού κάθισε μαζί του αρκετή ώρα, τον άφησε να κοιμηθεί τη νύχτα και πήγε στο σπίτι της να τελειώσει εκείνο το μαγείρεμα, κόντευε να πέσει κάτω από την πείνα.

Έτσι νόμιζε. Από την πείνα. Ωστόσο της ήρθε μια μεγάλη ζαλάδα στο δρόμο και στηρίχθηκε για λίγα δευτερόλεπτα σε μια κολόνα, πήρε δυο βαθιές ανάσες και πήγε να συνεχίσει το δρόμο της αλλά διαπίστωσε πως την είχε πιάσει ακατάσχετη αιμορραγία και το αίμα έτρεχε ανάμεσα στα πόδια μέχρι κάτω στο δρόμο. Καταντροπιασμένη έδιωχνε κάθε περαστικό που σταματούσε για να τη βοηθήσει και παίζοντας το κρυφτό από τους ανθρώπους έφτασε στο σπίτι της, έκανε μπάνιο, φόρεσε καθαρά ρούχα και ξάπλωσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της συνέβη, πέραν του γεγονότος ότι από την ημέρα που χώρισε με τον άνθρωπο που συζούσε, εδώ και τρεις μήνες δηλαδή δεν είχε έμμηνα, αλλά το είχε θεωρήσει απίθανο να είναι έγκυος και είχε αποδώσει την καθυστέρηση στο στρες για τις εξετάσεις.

Σκέφτηκε παρηγορημένη κάπως ότι λόγο αυτής της μεγάλης καθυστέρησης λοιπόν της είχε έρθει απότομα τώρα το αίμα και προσπάθησε να ηρεμήσει και να κοιμηθεί αλλά ακολούθησε κάτι που δεν γινόταν πλέον να αγνοήσει. Ένα μεγάλο κομμάτι από κάτι, βγήκε από μήτρα της σπρώχνοντας και έπεσε μέσα στην κιλότα της. Εντελώς σοκαρισμένη, σηκώθηκε επάνω κι έτρεχε στην τουαλέτα. Είδε πως επρόκειτο για ένα στρογγυλό ζεστό κρέας με φλέβες και αρτηρίες αλλά δεν ήθελε να δει περισσότερα.

«-Τι είναι αυτό το πράγμα τώρα εδώ θεε μου; Τι να το κάνω τώρα αυτό; Από πού μου ήρθε;» Μονολογούσε μέσα στον πανικό της και κάνει μια και το πετάει μέσα στη λεκάνη και τραβάει το καζανάκι. Είχε χάσει τόσο πολύ αίμα που δεν είχε δυνάμεις πια να πάει από την τουαλέτα στο δωμάτιο, κι έμεινε καθισμένη κατάχαμα στο μπάνιο, ημιαναίσθητη κι έτσι την βρήκε ο Κούλης που στο μεταξύ δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στο νοσοκομείο και γυρίζοντας στο σπίτι του, πέρασε να της πει μια καληνύχτα.

Ήταν αναπόφευκτο. Η Μαρίνα αφού νοσηλεύτηκε για λίγες μέρες στο νοσοκομείο και χάρη στην έγκαιρη παρέμβαση του Κούλη σώθηκε, αποφάσισε να του επιτρέψει να μένει στο σπίτι της μιας κι εκείνος ήθελε να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον του σπιτιού του. Οι δυο νέοι ήρθαν κοντά και αυτό που μεταξύ τους υπήρχε δεν είχε τη βάση του σε έναν κεραυνοβόλο έρωτα, αλλά στην ιδέα μιας ανθρώπινης μεταχείρισης, στην έγνοια του ενός για τον άλλον, και σε μια σειρά από θετικές παραμέτρους όπως το χιούμορ και η ανεμελιά που τους έδιναν μοναδικά καλές στιγμές και απολάμβαναν ο ένας τη συντροφιά του άλλου.

Ωστόσο ο Κούλης δεν ήταν για πολλά και δύσκολα. Δεν μπορούσες να απαιτήσεις από αυτόν να παρακολουθήσει μια φιλοσοφική συζήτηση, ούτε την ανάλυση μιας σκέψης που τραβούσε σε βάθος, όταν έμπαιναν σε τέτοια θέματα εκείνος χασμιουριόταν, κοκκίνιζαν τα μάτια του έβλεπε το κόκκινο καθαρά στις περιπτώσεις αυτές και με το ζόρι κρατιόταν όρθιος.

Το θέμα αγάπη πάλι, δεν ήταν ένα θέμα που είχε απασχολήσει σοβαρά τον Κούλη μέχρι τότε. Πίστευε ότι οι άνθρωποι αξίζουν ένα ενδιαφέρον, μια συμπαράσταση, οι άνθρωποι που είναι αδύνατοι οικονομικά και υποφέρουν από τη φτώχεια, αγαπούσε την Μαρίνα με τον ίδιο τρόπο που αγαπούσε τον ξέμπαρκο που έκανε οτοστόπ στην εθνική όταν ξαμολιόντουσαν με το σαράβαλο για μακρινές διαδρομές. Ο θαυμασμός του για το προσωπό της και η απόλυτη αποδοχή δεν τον άφησαν να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς του συνέβαινε μαζί της, αλλά σύντομα γι’ αυτόν η Μαρίνα αποτέλεσε το άλφα και το ωμέγα του. Μαζί της γνώρισε όχι μόνο τη γυναίκα αλλά και το πώς είναι να ζει κανείς με μια γυναίκα χωρίς σεξουαλικές αναστολές, που ήταν πρόθυμη να παίξει με τις φαντασιώσεις του και όλα αυτά με τρόπο ανάλαφρο και χιουμοριστικό, κυρίως όταν μια προσπάθεια αποτύγχανε και ψάχνανε στο κάμα σούτρα να βρουν που έγινε το λάθος. Κοιμόντουσαν με γέλια, ξυπνούσαν με γέλια, ερωτευόντουσαν με γέλια, περνούσαν πολύ καλά μαζί οι δυο τους και αυτό κράτησε μερικά χρόνια.

Η Μαρίνα όμως ήταν άνθρωπος με πνευματικές ανησυχίες και δεν έπαψε να ασχολείται με τα βιβλία και τα διαβάσματα, είχε κι ανάγκη να ανταλλάξει και απόψεις για διάφορα θέματα στα οποία ο Κούλης δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, επιπλέον ο Κούλης, έπαιρνε τη γραμμή της ηθικής συμπεριφοράς από την ίδια, καθότι ο ίδιος είχε μεν ένα σωστό ένστικτο κυρίως σε ότι αφορούσε τον συνανθρωπό του, αλλά μια παρανοημένη αντίληψη σε σχέση με το καλό και το κακό, πράγμα που τον έκανε ευάλωτο σε λάθη, που μπορούσαν να τον εμπλέξουν ακόμα και σε ποινικά αδικήματα. Έτσι πολλές φορές η συντροφός του βρέθηκε στη θέση να του τονίσει, ότι είναι μια κακή πράξη το να κλέψουμε από το σπίτι της μάνας μας αντικείμενα για να πάμε να τα πουλήσουμε, είναι προτιμότερο να έχουμε μια δουλειά και να τα βγάζουμε πέρα, ή είναι ανήθικο να δέχεσαι να συνοδεύεις μέχρι έξω από την πόρτα μια κοπέλα που πάει να εκδοθεί, επειδή σου ζήτησε να είσαι εκεί για να αισθάνεται ασφαλής, κι ότι αμα το κάνεις αυτό γίνεσαι νταβατζής, που σημαίνει σε πήρε η κάτω βόλτα, άσχετα αν δεν παίρνεις λεφτά από αυτό και το κάνεις από τα φιλικά και αλτρουιστικά σου συναισθήματα.

Άπειρες τέτοιες συζητήσεις έγιναν η αφορμή για καυγάδες, ειδικά τότε που της ανάφερε πως έχει γνωρίσει μια μικρή που θέλει να το σκάσει από το σπίτι της γιατί δεν άντεχε την κακομεταχείριση των γονιών της και ήθελε να τη βοηθήσει. Τότε είχε ζητήσει από τη Μαρίνα να τη φιλοξενήσουν στο σπίτι που έμεναν μαζί και η τελευταία έχοντας χάσει την υπομονή της προσπαθούσε να του εξηγήσει σε τι μπελάδες πήγαινε να βάλει τον εαυτό του κι αυτήν. Τελικά συμφώνησε να συμβουλέψει την κοπέλα να πάει να καταγγείλει τους γονείς της στις αρχές και να ζητήσει τη βοήθεια κοινωνικού λειτουργού και μετά από αυτό να μη την ξαναδεί.

Τέτοια ευτράπελα ήταν τα ξαφνικά του Κούλη που σου έσκαγε σαν κεραυνό εν αιθρία και η Μαρίνα δεν ήξερε από πού να φυλαχτεί. Ευτυχώς όσο εκείνος βρισκόταν στην άμεση επιρροή της έκανε πάντα στο τέλος ότι του έλεγε, ακόμα και με διαμαρτυρίες κι έτσι, με αυτό τον τρόπο κατάφερνε να τον προφυλάξει από τα χειρότερα. Γιατί μη φανταστείς ότι του έλεγε μόνο τι χρώμα έχει το φανάρι στο δρόμο όταν κυκλοφορούσαν με το αυτόματο.

Αλλά είπαμε. Ο καιρός περνούσε και ο Κούλης ένιωθε ολοένα και περισσότερο την ευθύνη του απέναντι στην κοινή τους συμβίωση. Δούλευε, κουραζόταν, γκρίνιαζε, η δε Μαρίνα είχε φορτσάρει για την τελευταία της προσπάθεια να περάσει στη φιλοσοφική, κι ο Κούλης ένιωθε ότι έχασε την διασκεδασή του τόσο μαζί της, όσο και με τους φίλους του που εξαιτίας της είχε κάνει στην άκρη. Η Μαρίνα του υποσχέθηκε πως αμέσως μετά τις εξετάσεις που ήταν κοντά, θα έβρισκε κι αυτή μια δουλειά και θα του έπαιρνε από την πλάτη την ευθύνη της συντήρησης τους, αλλά ο Κούλης δεν έβλεπε πια τα πράγματα με χιούμορ, είχε μπει στο λούκι της παραγωγής και ένιωθε πως η Μαρίνα τον εκμεταλλεύεται. Της έδωσε λοιπόν προσθεσμία ένα μήνα για να βρει κι αυτή μια δουλειά και την απείλησε πως αλλιώς θα την εγκατέλειπε και ήταν ακριβώς τότε που πάτησε το λάθος κουμπί.

Η Μαρίνα βρήκε κι έπιασε από την άλλη μέρα δουλειά σε ένα φαστ φουντ, μείωσε στο ελάχιστο τις ώρες του διαβάσματος και άρχισε να πακετάρει τα πραγματά της. Δεν υπήρχε τρόπος πια να επανορθώσει ο Κούλης. Όσες συγνώμες κι αν της ζήτησε, όσο κι αν προσφέρθηκε να την βοηθήσει σ’ αυτή την τελική ευθεία πριν από τους διαγωνισμούς, όσα κι αν της είπε πως σήμαινε γι’ αυτόν, αυτό που κυριαρχούσε στη σκέψη της ήταν η απειλή του. Και με αυτή την απειλή κατά νου, τον τελειώσε οριστικά μέσα της. Μάζεψε μετά από ένα μήνα τα ρούχα της και τα βιβλία της, τιποτε άλλο δεν θεώρησε δικό της μέσα στο σπίτι εκείνο και πήγε σε μια γκαρσονιέρα. Τέλος στα γέλια και στα πειράματα τα ερωτικά και στις συμβουλές και στις συζητήσεις και στα κοψίδια που ονειρεύονταν και στις πίτες που μαζί έμαθαν να φτιάχνουν, γύρισε εκείνη στο βραστό της ρυζάκι κι αυτός στη μοναξιά του.

Μετά τη συμβιωσή του μαζί της, του ήταν αδύνατο να διασκεδάσει με τα ίδια πράγματα που διασκέδαζαν τους παλιούς φίλους του. Του ήταν αδύνατο να ζει χωρίς σκοπό, ή να ερωτευτεί την οποιαδήποτε κοπέλα δεν ανέλυε τα πράγματα και δεν προσπαθούσε να μπει στα μύχια της σκέψης του, να φανταστεί ακόμα και το πώς θα συνέχιζε τη ζωή του από δω και πέρα.

Αφού Μαρίνα δεν υπήρχε πια σ’ αυτήν δεν ήθελε να πληρώνει το ενοίκιο για πάρτη του, αλλά ούτε και να γυρίσει στη μάνα του με τις ηλίθιες βλέψεις της γι’ αυτόν. Πήρε το κάραβαν και το μετέτρεψε σε σπίτι, χάρισε μέσα από το σπίτι όλα τα πράγματα που του είχε αφήσει η Μαρίνα για να ζει, τα έδωσε όπου βρήκε και άραξε το κάραβαν κάτω από την Ακρόπολη, ενώ συνέχιζε να δουλεύει και να μαζεύει χρήματα με σκοπό να αποκτήσει ένα τροχόσπιτο.

Το τροχόσπιτο το απέκτησε αρκετά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο της μάνας του που του άφησε στη διαθήκη ένα μικρό διαμέρισμα το οποίο αυτός πούλησε. Αρκετά μετά μάλιστα κι από την αδιανόητη εκείνη πράξη που συγκλόνισε το πανελλήνιο…

Η Μαρίνα που στο μεταξύ την περίοδο εκείνη είχε παντρευτεί, ήταν έγκυος στον έβδομο μήνα και ζούσε μέσα στον πυρετό τω προετοιμασιών για το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο. Η ζωή της είχε αλλάξει ριζικά. Χωρίς να έχει περάσει στη φιλοσοφική είχε καταφέρει να διατηρήσει την επαφή της με τα γράμματα αλλά τώρα οι προτεραιοτητές της ήταν άλλες. Με τον Κούλη είχε χαθεί για περίπου δυο χρόνια κι όταν ξανασυναντήθηκαν, εκείνης η κοιλιά ήταν ήδη φουσκωμένη.

Εκεί, σε κείνη την συνάντηση που έγινε ανάμεσα στους τρεις, αυτήν, τον Κούλη και τον συζυγό της που εξέφρασε το ενδιαφέρον να τον γνωρίσει, ο Κούλης τους εξομολογήθηκε ότι ήταν μπλεγμένος σε μια πολύ πολύ περίεργη και αγχωτική κατάσταση με μια γυναίκα. Δεν ήταν το κορίτσι του, δεν ήταν μια από τις καλύτερες φίλες του, δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του αλλά δεν τον άφηνε και σε ησυχία.

-Πως και γιατί αυτό;

Τον είχε ρωτήσει η Μαρίνα.

-Την αποφεύγω γιατί είναι πειραγμένη στο μυαλό. Με πιέζει να κάνω κάτι που δεν γουστάρω και θα μου κοστίσει μεγάλα προβλήματα, αλλά όταν σας λέω με πιέζει, εννοώ μου έχει κάνει τη ζωή ποδήλατο. Δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ, να φάω, να δουλέψω να ησυχάσω. Δράμα σου λέω, άστα.

-Που πήγες κι έμπλεξες πάλι ρε κακομοίρη;

Τον ρώτησε η Μαρίνα με μια χροιά ανησυχίας στη φωνή.

-Θα σου πω όταν είμαστε μόνοι μας. Δεν λέγονται μπροστά σε τρίτους αυτά, ακόμα κι αν είναι ο άντρας σου, με συγχωρείς κι όλας.

Και έτσι εκείνη την ημέρα τίποτε περισσότερο δεν κατάφερε να μάθει η Μαρίνα για το προβλημά του. Μετά από μερικές μέρες όμως, επισκέφτηκε το σπίτι του ζευγαριού.. Ήταν φανερά ταραγμένος και είπε πως πέρασε για μια καλησπέρα βιαστικά αλλά δεν είχε καθόλου χρόνο για να τους δει. Ο άντρας της Μαρίνας, διακριτικός πάντα, της έκανε νόημα ότι πηγαίνει να καθίσει στο σαλόνι ώστε να δώσει την ευκαιρία στον Κούλη να της εκμυστηρευτεί αυτό για το οποίο κατάλαβαν ότι είχε έρθει. Αυτή πάλι ήταν σίγουρη πως μόλις ο Κούλης που δεν μπορούσε να αντισταθεί στη μυρωδιά ενός μεζέ έβλεπε το πρώτο παϊδάκι να πέφτει στο πιάτο από το τηγάνι, θα στρογγυλοκαθόταν και θα χαλάρωνε. Όμως έπεσε έξω. Αυτός ούτε από τη μυρωδιά επηρεάστηκε ούτε από τη θέα του ωραίου φαγητού, ούτε πολύ περισσότερο από τα παρακάλια της Μαρίνας να βάλει στο στόμα του μια μπουκιά πριν φύγει να πάει στο βιαστικό του ραντεβού. Έτσι υποψιασμένη η κοπέλα τον ρώτησε αν έχει τόσο άγχος γιατί πρόκειται να συναντηθεί πάλι με κείνη την τρελή.

-Ναι, σ’ αυτήν πάω.

Της απάντησε ξερά ο Κούλης και χωρίς να της δώσει τον καιρό να σκεφτεί η να του πει τίποτε άλλο, της έβαλε στα χέρια μια κασέτα από γουόκμαν.

-Αν μου συμβεί οτιδήποτε, θέλω να κάτσεις και να την ακούσεις αυτήν και μετά να πας να την παραδώσεις εκεί που νομίζεις πως πρέπει να την ακούσουν.

Της είπε, και με αυτά τα λόγια άνοιξε την πόρτα και βγήκε σχεδόν τρέχοντας έξω, χωρίς να γυρίσει το πρόσωπο κατά το μέρος της που τον φώναζε να γυρίσει πίσω και να της εξηγήσει.

Έδειξε την κασέτα στον άντρα της κι αυτός της είπε να την βάλει σε ένα συρτάρι γιατί σύντομα θα ερχόταν να την πάρει πίσω ο Κούλης και καλά θα έκανε να μην την ακούσει, γιατί αν την άκουγε ίσως έπρεπε να κάνει κινήσεις και να πάρει αποφάσεις που θα την τάραζαν στην κατάσταση που βρισκόταν, κι αυτός δεν εννοούσε να χάσει το παιδί και τη γυναίκα του, επειδή ο Κούλης δεν μπορούσε να δώσει λύση στο προβλημά του με μια τρελή. Αρκούσε να αλλάξει το νούμερο του κινητού του και να της ζητήσει να μη τον ξαναενοχλήσει, ωστόσο αυτός έτρεχε κάθε φορά που τον καλούσε και μετά την έβριζε.

-Εκτός κι αν είναι ήδη μπλεγμένος.

Συμπλήρωσε μετά ο άντρας της Μαρίνας.

-Μπλεγμένος σε τι όμως;

-Αυτό δεν το ξέρουμε. Είσαι σίγουρη όμως ότι θέλεις να το μάθεις;

-Όχι. Τα ξέρω τα μπλεξίματα του Κούλη. Μια ζωή μπλέκεται στις πιο περίεργες κι επικίνδυνες καταστάσεις κι όταν παίρνει είδηση ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, τρέχει για βοήθεια να τον ξεμπλέξουν.

-Γι’ αυτό σου λέω, κάτσε στ’ αυγά σου εσύ τώρα. Και βρες έναν τρόπο ώστε να αραιώσουν αυτές οι επισκέψεις του εδώ.

Σωστά. Βέβαια. Ο Χάρης είχε κάθε λόγο να ανησυχεί για τη γυναίκα του, επειδή ήξερε πόσο πρόθυμα θα έτρεχε να βοηθήσει τον οποιονδήποτε, αλλά τώρα κι αυτή έπρεπε να σκεφτεί το σπίτι της, την οικογενειά της και το παιδί που με τόση λαχτάρα περίμεναν να γεννηθεί. Μέσα της όμως, μια παλιά της οργή ξυπνούσε, για το πόσο εύκολα οι άνθρωποι αποποιούνται το παρελθόν τους μόλις βρεθούν σε μια καινούργια κατάσταση, πόσο εύκολα υποκρίνονται ότι καμιά σχέση με αυτό δεν έχουν κι εκείνη δεν αισθανόταν πως έχει έναν οποιονδήποτε λόγο να ντρέπεται γι’ αυτό. Από την άλλη ένας παλιός της έρωτας και τωρινός φίλος της πια, ένιωθε πως είχε ανάγκη τη βοηθειά της. Ωστόσο δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που έπρεπε να κάνει, για να βοηθήσει τον Κούλη. Έβαλε την κασέτα σ’ ένα συρτάρι και αποφάσισε να την κρατήσει εκεί ξεχασμένη μέχρι να την αναζητήσει ξανά ο τελευταίος.

Μια Τρίτη βράδυ είχε γίνει εκείνη η γεμάτη μυστήριο επίσκεψη του Κούλη. Και την άλλη μέρα, Τετάρτη, η Μαρίνα ένιωθε το μωρό αναστατωμένο από το πρωί στην κοιλιά της, έπαιρνε συνέχεια στροφές και έκανε κινήσεις που της προκαλούσαν ταραχή σε όλο της το σώμα, γι’ αυτό κι αποφάσισε όταν ξάπλωσε ο Χάρης να βγει από το σπίτι και να περπατήσει μέχρι το πάρκο της γειτονιάς, ψιθυρίζοντας κάποιο απαλό τραγούδι μπας και ηρεμήσει το παιδί μέσα της. Εκεί στο πάρκο, είδε τις μητέρες δυο μικρών παιδιών που τα επέβλεπαν στο παιχνίδι τους και κάθισε σ’ ένα διπλανό παγκάκι να πάρει ανάσα. Οι γυναίκες της έπιασαν την συζήτηση, πόσο μηνών είναι και πότε με το καλό, άντε και καλή λευτεριά, τα συνηθισμένα που αβάρετα ρωτούν οι γυναίκες σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα κι αν έχουν κάνει δέκα κουτσούβελα. Η Μαρίνα χαμογέλασε με τη σκέψη αυτή και ευγενικά απαντούσε στις ερωτήσεις τους μέχρι τη στιγμή που οι γυναίκες άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους για το πόσο πολύ πρέπει να προσέχουν τα παιδιά τους σ’ αυτόν τον τρελό κόσμο που τα έφεραν να ζήσουν. Τον γεμάτο παρανοϊκούς και σχιζοφρενείς κόσμο, τον γεμάτο ψυχωσικά άτομα που κυκλοφορούν αναμεσά μας και που μπορεί να τους βλέπουμε και με εμπιστοσύνη.

«-Να δεν είδες πάλι τι έγινε χθες;» Είπε η πρώτη στη δεύτερη γυναίκα, πάνω που η Μαρίνα άρχισε να μη τις αντέχει και σηκωνόταν για να επιστρέψει στο σπίτι της.

«Όχι δεν άκουσα ειδήσεις, τι έγινε;» Της απάντησε η άλλη.

«Ένας τρελός πήγε και πυροβόλησε μια γυναίκα, επειδή λέει του ζητούσε επίμονα αυτή και για πολύ καιρό, να την σκοτώσει. Ε στο τέλος βρήκε αυτό που γύρευε. Τη σκότωσε».

«-Μα τι; Φόνος κατά παραγγελία και μάλιστα από το θύμα;

-Μάλιστα, όπως το ακούς. Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας….»

Η Μαρίνα πλησίασε τις δυο γυναίκες με κομμένα τα γόνατα.

-Πότε το ακούσατε αυτό;

-Ω! Από το πρωί το λένε οι ειδήσεις κοπέλα μου. Και τώρα αν πας κι ανοίξεις την τηλεόραση, αυτό θα συζητούν. Έχουν έρθει ψυχολόγοι κι επιστήμονες από όλη την Ευρώπη γι’ αυτό τον τρελό».

Γύρισε στο σπίτι τρελή από την αγωνία και άνοιξε αμέσως την τηλεόραση.

-Τι έγινε Μαρίνα μου; Την έχεις πολύ δυνατά, με ξύπνησε…

Διαμαρτυρήθηκε ο Χάρης γυρίζοντας πλευρό προς το μέρος της.

Ωστόσο όταν άκουσε το όνομα του Κούλη στις ειδήσεις, ανακάθισε έκπληκτος στο κρεβάτι του.

"-Την κασέτα. Φέρε γρήγορα ν’ ακούσουμε την κασέτα».

Της είπε με φούρια. Η Μαρίνα έβγαλε την κασέτα του γουόκμαν από το συρτάρι και την έβαλε μέσα στο μηχάνημα. Ακούστηκε μόνο μια φράση κι αυτή κομμένη.

«-Τώρα εγώ εδώ, θα εξηγήσω γιατί πρέπει να κάνω αυτό που πάω να κάνω…» Και ύστερα ένας βόμβος, ήχος από λόγια μασημένα και ταινία που σπάει. Τίποτε άλλο.

Κάθισαν για λίγη ώρα αμήχανοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

-Μπορούμε να τη φτιάξουμε, δεν μπορούμε;

-Για να ακούσουμε τι Μαρίνα; Το λόγο που αυτός πρέπει να πάει και να κάνει αυτό που έκανε; Δεν καταλαβαίνεις ότι όποιο λόγο και να αναφέρει εφόσον το σκέφτεται από τα πριν στα σοβαρά είναι μια κίνηση προμελετημένη; Μόνο κακό θα του έκανε αυτή η κασέτα, οτιδήποτε άλλο θα τον βοηθήσει πολύ καλύτερα από αυτόν εδώ τον δυναμίτη. Πεταξέ την γρήγορα.

-Αν υπάρχει κίνητρο προσωπικό στην κινησή του δεν πρέπει να το ξέρουν αυτό οι αρχές;

-Μη λες ανοησίες αγάπη μου, για τον Κούλη μιλάμε. Οτιδήποτε μπορεί να αποτελεί κίνητρο προσωπικό γι’ αυτόν να πράξει ακόμα και αν κίνητρο δεν έχει. Αφού τον ξέρεις.

-Έχεις δίκιο. Κάλλιστα μπορεί να το θεώρησε και χρέος του δηλαδή να κάνει αυτό.

-Ακριβώς. Και αν δε φοβόμουν ότι θα εμπλακείς προσωπικά κι εσύ στην προσπαθειά σου να τον ξεμπλέξεις, θα στο αποδείκνυα φτιάχνοντας αυτή την κασέτα. Αλλά είμαι σίγουρος, μόνο ζημιά μπορεί να του κάνει. Πέτα την λοιπόν. Πιο καλά θα τα πάει με την εικόνα του, μ’ αυτό που βγάζει έτσι όπως όλοι τον ψάχνουν τώρα, παρά με τούτην εδώ.

-Κι αν κατηγορηθούμε ότι αποκρύψαμε στοιχεία σημαντικά από την δικαιοσύνη και μας τρέχουν για συνεργούς; Α όχι, δεν την πετάω. Θα την βάλω πίσω στο συρτάρι γιατί δεν ξέρεις τι θα αναφέρει τώρα ο Κούλης στον ανακριτή. Μπορεί κάποιος να μας χτυπήσει την πόρτα. Κι αν ο Κούλης έχει δώσει τη διευθυνσή μας, θα το έχει κάνει γι’ αυτήν εδώ την κασέτα. Θα την φυλάξω.

-Κάνε ότι θέλεις αλλά να ξέρεις, αν έστω και στο ελάχιστο ακουστεί το ονομά σου στα ΜΜΕ, θα έχεις κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολα αναμεσά μας. Αυτό να θυμάσαι.

Η Μαρίνα δεν απάντησε, τι να απαντήσεις σε μια τέτοια προειδοποίηση; Όχι και τελείως άδικη από τη μεριά του Χάρη βέβαια.

Την κασέτα δεν την αναζήτησε κανείς στη διάρκεια των ανακρίσεων, ούτε και κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Κούλης δικάστηκε και καταδικάστηκε με το ελαφρυντικό του πρότερα εντίμου βίου και της αγαθής του φύσης, (λόγω μαλακίας δηλαδή), εξέτισε την ποινή του και μετά από μερικά χρόνια αποφυλακίστηκε.

Η κασέτα ως δια μαγείας χάθηκε από το συρτάρι μετά από κάποιον καιρό και ο Κούλης όταν βγήκε, δεν διανοήθηκε να πάει να τη ζητήσει από την Μαρίνα.

Μέσα στην πολύβουη αυτή πόλη, όπου όλοι προσπερνούν τον διπλανό τους χωρίς να του ρίξουν ούτε μια ματιά, ένας φτωχός Δον Κιχώτης παίρνει μέσα στο τροχοσπιτό του τους άστεγους, ζητιανεύει για να συντηρεί τον εαυτό του και το σκύλο του, σηκώνει από την άσφαλτο τα ξαπλωμένα πρεζόνια, δίνει το μοναδικό του πεντοευρώ στο πιτσιρίκι που του απλώνει το χέρι, τρώει στην αίθουσα για τους φιλόπτωχους της εκκλησίας, και τραγουδάει πάντα τον ροζ Πάνθηρα.

2 comments:

exoaptonkyklo said...

Μέσα στην πολύβουη αυτή πόλη, όπου όλοι προσπερνούν τον διπλανό τους χωρίς να του ρίξουν ούτε μια ματιά,...
που να κανει σταση ο καθενας, πως να νιωσει, πως να συγκινηθει, πως να αισθανθει?
Μεσα στην πολυβουη αυτη πολη χιλιαδες τετοιες ιστοριες παραμενουν γραμματα διχως παραληπτη...δυστυχως.
Τα σεβη μου.

Herinna said...

exoaptonkyklo
Το επόμενο ποστ που ήδη έχω δημοσιεύσει, σε αφορά και σένα. Μη σου πω ότι ήσουν η αιτία να το γράψω. Σ' ευχαριστώ.