Saturday, April 05, 2008

Η στροφή της Θεμελίνας

Σας την παραδίνω. Ελπίζω να την αγαπήσετε περισσότερο από τον "Ίκαρο και τον Καστανιώτη" εκδόσεις, όσο κι εγώ που την κράταγα φυλαγμένη επτά χρόνια γιατί δεν ήθελα μια τρίτη απόρριψη. Όχι γι' αυτήν. Τουλάχιστον εδώ, είμαι σίγουρη θα τύχει του σεβασμού που της αξίζει.


Η στροφή της Θεμελίνας

Αυτή η ιστορία είναι μεγάλη. Η ιστορία της Θεμελίνας μεγαλύτερη. Γιατί η γεμάτη επεισόδια ζωή της, μόνο σ’ ένα μυθιστόρημα θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί. Αλλά εγώ δεν διάλεξα τα πιο σημαντικά απ’ αυτά. Ούτε τα πιο δραματικά. Μόνο της δεύτερης προσοχής λεπτομέρειες που σκιαγραφούν την ψυχή της, γιατί αυτή είναι που την κράτησε στη σκέψη μου όλ’ αυτά τα χρόνια ζωντανή και αλέγκρα, όπως τη γνώρισα.

Ξυλοπόδαρη την φώναζαν γιατί είχε μακριά κανιά, και τα χέρια της έφταναν μια παλάμη πάνω απ’ τα γόνατα. Η πιο χαρακτηριστική της κίνηση ήταν το φάσκελο.

Χτυπούσε τη μια παλάμη πάνω στην άλλη με τα χέρια τεντωμένα και σε τύφλωνε. «Όρσε!» και μετά συμπλήρωνε χαμηλόφωνα. «Γαμπρέ κουφέτα».

Το μακρύ λεπτό της σώμα ήταν τυλιγμένο με τα πιο εξεζητημένα ρούχα. Κι από δαύτα είχε πολλά. Της τα έπαιρναν οι μεγαλύτερες αδερφές της, που σαν μικρότερη την είχαν πολύ χαϊδεμένη και με αυτά τα ρούχα εντυπωσίαζε κυρίως τις κοπέλες του χωριού, που θαμπώνονταν από τα στρας και τα κρόσσια, από τα τούλια και τις εσάρπες της. Οι άντρες την φώναζαν Ρίτα, γιατί αν και μελαχρινή την ταύτιζαν με την Ρίτα Χέιγουορθ. Τίποτα στο ντύσιμο ή τη συμπεριφορά της δεν τους φαινόταν υπερβολικό, γιατί δεν ήταν μια κοπέλα απ’ τις δικές τους. Αν και είχε επιστρέψει στους γονείς της μικρή, αν και ο πατέρας της ήταν από τα μέρη εκείνα, αυτή παρέμεινε ως το τέλος η ξένη. Η Πειραιώτισσα.

Αγαπημένο της τραγούδι ήταν το «Τρέξε μάγκα να ρωτήσεις». Ακόμα κι όταν το τραγουδούσε με κείνο το προκλητικό χαμόγελο στο γήπεδο τις Κυριακές που μαζευόταν όλο το χωριό, κανείς δεν αντιδρούσε άσχημα. Οι ποδοσφαιριστές νιώθοντάς την να τους κοιτάζει, έδιναν τον καλύτερο τους εαυτό στο παιχνίδι και οι κοπέλες πάσχιζαν να γίνουν φίλες της με κάθε τρόπο, μόνο που αυτά τα έκαναν στα κρυφά. Στους μεγάλους δεν άρεσαν τέτοια καμώματα.

Όλα τ’ αρσενικά είχαν πέσει στον ερωτά της μα αυτή μόνο έπαιζε και γελούσε με τους πάντες. Δυο τρεις είχαν πάει να ζητήσουν το χέρι της από τους γονείς στα δεκαπέντε της, οι γονείς την ρώτησαν ποιον θέλει, αυτή είπε «κανέναν, είναι όλοι τους χωριάτες» και συνέχισε να κάνει τις βόλτες της στο νυφοπάζαρο-γήπεδο και στο λιμανάκι του χωριού τις καθημερινές τα βραδάκια. Αγαπημένο της μέρος ήταν το αλσάκι μπροστά από το σπίτι της.

Ήταν το αλσάκι του γηπέδου. Εκεί μαζεύονταν τα βράδια οι νέοι του χωριού, έφερνε αυτή μια μακριά κουρελού απ’ το σπίτι της, κάθονταν σ’ αυτήν αγόρια και κορίτσια και λέγανε αστείες ιστορίες, και κάνανε παιχνίδια διάφορα και μάθαιναν τα πρώτα ερωτικά αγγίγματα. Όλη η νεολαία, αγόρια και κορίτσια δεν έβλεπαν την ώρα να βραδιάσει, να πούνε ψέματα στους δικούς τους και να τρέξουν στο μέρος της μάζωξης.

Κάποτε τους πήραν είδηση οι μεγάλοι, φάγανε ξύλο οι κοπέλες, βρισιές τ’ αγόρια, και έσπασε η ωραία κατάσταση.

Η Θεμελίνα συνέχισε να πηγαίνει μόνη της στο αλσάκι. Έβαζε την κουρελού της κάτω από την μάντρα, δίπλα το κασετόφωνο με τ’ αγαπημένα της τραγούδια, μάζευε μπροστά της έναν σωρό πευκοβελόνες κι έφτιαχνε μ’ αυτές περιδέραια. Η φωνή της συνοδεύοντας τη μουσική που έβγαινε απ’ το κασετόφωνο, ακουγόταν σε όλη τη δυτική πλευρά του χωριού και ήταν ένα κάλεσμα, που έκανε τις κοπέλες να χοροπηδάνε στις καρέκλες τους και τ’ αγόρια ν’ ανοίγουν σαν αυτόματα την πόρτα τους. Κι επειδή τα κορίτσια τα κλειδαμπάρωσαν στα σπίτια τους, στο κάλεσμα κατάφερναν ν’ ανταποκριθούν μόνο τα πιο τολμηρά από τ’ αγόρια, γιατί και γι’ αυτούς τα πράματα δεν ήταν αρκετά καλύτερα.

Εξαιτίας αυτών των μαζώξεων που συνεχίζονταν στο αλσάκι, σύντομα της βγήκε το όνομα κι αυτό σημαίνει πως καμιά σοβαρή οικογένεια δεν θα επέτρεπε στο γιο της να ζητήσει σε γάμο ένα τόσο προκλητικό πλάσμα. Αν από την άλλη τολμούσε κορίτσι να της κάνει έστω και νεύμα, η τιμωρία ήταν βαριά.

Η Θεμελίνα δεν φαινόταν να παίρνει είδηση τίποτα. Στα δεκαεφτά της άρχισε να πηγαίνει στα πανηγύρια συνοδευμένη από τα ξαδέλφια της και χόρευε με τα ωραία της τούλια και τις πούλιες ξυπόλητη τον ζεϊμπέκικο, ενώ διασκέδαζε μπερδεύοντας τα πόδια της στα νησιώτικα, που δεν είχε μάθει ακόμα να τα χορεύει καλά.

Στην ηλικία των δεκαεννιά της χρόνων, πολλές από τις κοπέλες που είχαν θαυμάσει λίγο καιρό πριν τη αέρινη γοητεία της, είχαν αρραβωνιαστεί ή παντρευτεί κι έτσι στέκονταν σοβαρές στο πλάι του συντρόφου τους και έφτυναν στον κόρφο τους κοιτάζοντάς την που συνέχιζε να χαίρεται την ελευθερία και τη φρεσκάδα της.

Οι άντρες την έβριζαν μπροστά στις γυναίκες τους, αλλά της έκλειναν το μάτι στα κρυφά, κι εκείνη γελούσε σαν την τρελή τινάζοντας τα σγουρά μαλλιά της πέρα δώθε, σπάζοντας το ποτήρι της στα πόδια τους.

Αδάμαστη Θεμελίνα! Από τη γωνιά μου, την παρακολουθούσα διακριτικά τα καλοκαίρια που πήγαινα στο νησί, είχα γελάσει πολλές φορές με τις τρέλες της, είχα θαυμάσει την φαντασία της στις φάρσες. Αλλά ήμουν πέντε χρόνια μικρότερη και είχα ξεγράψει την ελπίδα να γίνω φίλη της.

Ο πατέρας μου είναι ένας δημοφιλής γλεντζές και χορευτής από τα ίδια μέρη, αλλά εγώ σαν και την Θεμελίνα ήμουν πάντα «το ξένο του δικού», κι έτσι ήταν μοιραίο πως κάποτε οι δρόμοι μας θα συναντιόντουσαν.

Ο πατέρας μου ο γλεντζές λοιπόν, από πολύ μικρή μου είχε διδάξει τον μπάλο, που τον έκανα εξάσκηση για χρόνια στο σπίτι πριν θαρρέψω να τον χορέψω μπροστά σε άλλους ανθρώπους. Εκείνο που για πολύ καιρό με δυσκόλεψε με τον χορό αυτό, δεν ήταν τα βήματα που μαθαίνει κανείς αμέσως, γιατί είναι απλά και φαίνονται πως ποτέ δεν αλλάζουν. Οι περισσότεροι Αθηναίοι που μαθαίνουν τον μπάλο, ενώ κάνουν τα σωστά βήματα κι ακολουθούν σωστά τον ρυθμό, ξεχωρίζουν από χιλιόμετρα πως είναι Αθηναίοι. Κι αυτό γιατί ελάχιστοι γνωρίζουν πως ο χορός αυτός, είναι από την αρχή μέχρι το τέλος του ένα κυνηγητό. Ο άντρας προσπαθεί να εγκλωβίσει τη γυναίκα σε μία γωνία, έτσι που να μην έχει χώρο να κουνηθεί, σημείο που να επιτρέψει στην πατούσα της να γυρίσει, ώστε με τη στροφή να καταφέρει να του ξεφύγει. Η Καλή χορεύτρια δεν εγκλωβίζεται. Ο καλός χορευτής εγκλωβίζει. Και όταν το καταφέρει, αρπάζει τη γυναίκα και τη φιλά.

Νομίζω πως αν η Θεμελίνα το είχε βάλει σκοπό, θα γινόταν μια πολύ καλή χορεύτρια του μπάλου, αλλά δεν την ενδιέφερε. Εκείνη αγαπούσε πολύ τον ζεϊμπέκικο.

Ένα βράδυ που είχαμε πάει στο πανηγύρι της Παναγίας οικογενειακώς, ο πατέρας μου θεώρησε πως ήρθε η στιγμή για να κάνω τον παρθενικό μου δημόσιο χορό, και με τράβηξε στην πίστα. Καθώς είχα τη συναίσθηση ότι χορεύω με τον καλύτερο, τον Τσίφτη όπως τον φωνάζουν όλοι, έπαθα μεγάλο τρακ μπροστά του, νόμιζα πως τελικά δεν έχω μάθει τίποτα και καρφώθηκα στο ίδιο σημείο κάνοντας μικρά προσεχτικά βήματα, προσέχοντας να του αφήνω χώρο για να με κυκλοφέρνει.

Η Θεμελίνα που παρακολουθούσε τον χορό με μεγάλο ενδιαφέρον, ξαφνικά έβγαλε μια κραυγή.

«Γεια σου Λενιώ! Φύγε! φύγε του Τσίφτη κόρη! Δείξ’τους τι αξίζει η Αθήνα Ελένη μου!»

Κάτι απελευθέρωσε μέσα μου η κραυγή της. Σαν να περίμενε μιαν αφορμή ο κρυφός μου εαυτός για να βγει στην επιφάνεια, και σχίστηκε το βαρύ πέπλο της ντροπής. Και το κυνηγητό άρχισε. Κυνηγιόμουν για ώρα στην πίστα με τον πατέρα μου, που έκανε προσπάθειες για να με πιάσει, αλλά το γέλιο τον ανέκοπτε κάθε φορά, καθώς ευτυχισμένος συνειδητοποιούσε ότι είχε πέσει το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά. Ο κόσμος είχε παρασυρθεί από το παιχνίδι, δεν ήθελε κανείς να το χαλάσει. Η Θεμελίνα είχε ξεσαλώσει.

Κοίταξα στα μάτια τον Τσίφτη και είδα μέσα τους την ένταση της προσπάθειας. Ζούσε για το γόητρο του, δεν θα εγκατέλειπε εύκολα, κι έτσι του έκανα νόημα,

«κουράστηκα πατέρα».

Σταματήσαμε. Εκείνος με φίλησε υπερήφανος και καθίσαμε λαχανιασμένοι να ξαποστάσουμε. Η Θεμελίνα πετάχτηκε πάνω κι άρχισε τις ζεϊμπέκικες στροφές της, αλλά κανείς δεν τόλμησε να την συνοδεύσει στον υπέροχο χορό της. Μόλις ο Τσίφτης πήρε είδηση τι γινόταν, σηκώθηκε, γονάτισε μπροστά της κι άρχισε να της χτυπά στο ρυθμό, πήγα κι εγώ από την άλλη μεριά κι έκανα το ίδιο.

Όταν τέλειωσε, όλο το κέντρο τη χειροκρότησε ενώ ο πατέρας μου καθώς επιστρέφαμε στο τραπέζι μας, μου είπε.

«Αν ποτέ σε δω έξω μαζί της, θα σου κόψω τα πόδια. Αλλά να ξέρεις, δεν υπάρχει καλύτερη στον ζεϊμπέκικο. Είναι λεβεντιά».

Αυτά του τα λόγια με έβαλαν σε μεγάλες σκέψεις. Αν δεν τον φοβόμουν τόσο, είχα από τότε έτοιμη την απάντησή μου. «Γιατί ρε γέρο δηλαδή θα μου κόψεις τα πόδια; Εσύ δεν μου έχεις πει πως ο λεβέντης άνθρωπος φαίνεται από το χορό του; Αν λοιπόν ετούτη εδώ είναι μια λεβέντισσα, τι σε νοιάζει τι λέει το χωριό; Αν ακόμα κι εσύ που έφτασες ν’ αξιολογείς τους ανθρώπους από το χορό τους, σκέφτεσαι με τα ίδια στεγανά που την καταδίκασαν, να χέσω μέσα στη λεβεντιά σου ρε γέρο Τσίφτη κι εσένα».

Αλλά δεν έβγαλα άχνα. Η βραδιά, ο χορός ζεϊμπέκικος και μπάλος, ξεχάστηκε. Οι μήνες πέρασαν. Κάποια μέρα πήρα ένα τετράδιο κι ένα στυλό, ντάλα μεσημέρι ήταν, και κατηφόρισα το στενό προς το γήπεδο, με σκοπό να καθίσω στη δροσιά των δέντρων και να αρχίσω ένα ημερολόγιο.

Θα είχα προχωρήσει τρεις σελίδες όταν άκουσα πίσω μου το γαργαριστό γέλιο της.

Τι κάνεις εδώ ρε; Συγγραφέας την έχεις δει;

Ντρεπόμουν να της πω την αλήθεια, δεν πας στην ελευθερία να μιλήσεις για τα καταπιεσμένα αισθηματά σου, της είπα πως έχω μείνει μετεξεσταία στ’ αρχαία και ότι προσπαθούσα να μεταφράσω ένα κείμενο. Αυτό την ικανοποίησε αρκετά. Κάθισε κάτω δίπλα μου και αρχίσαμε να λέμε διάφορα. Σε λίγο πήρα είδηση πως η ώρα είχε περάσει και βιάστηκα να φύγω. Θυμήθηκα έντρομη την προειδοποίηση του πατέρα μου κι άρχισα να τρέχω. Μου φώναξε, πως θα με περιμένει την άλλη μέρα να ξανάπαω εκεί, κι έτσι άρχισαν αυτές οι κρυφές μεσημεριανές συναντήσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων έμαθα όλη την μέχρι τότε ιστορία της. Σ’ αυτήν που περιγράφω εδώ, προστέθηκαν και οι πληροφορίες μου από την μετέπειτα ζωή της, στα χρόνια που είχαμε χαθεί και δεν μάθαινα πια από την ίδια. Ο τρόπος που τα παραθέτω, είναι σύμφωνα με την εντύπωση που έχω αποκομίσει από την ίδια, και όχι σύμφωνα με το πως μου την περιέγραψαν οι διάφοροι σκανδαλισμένοι από τα καμωματά της.

Οι γονείς της ήταν μεγάλοι άνθρωποι και είχαν αναθέσει την διαπαιδαγωσή της στις μεγαλύτερες αδερφές της. Σ’ αυτό στάθηκε τυχερή, γιατί δεν την περιόριζαν. Όταν οι γονείς γύρισαν στο νησί, οι αδελφές την κράτησαν στον Πειραιά και την μεγάλωναν αυτές. Δεν αγαπούσε τα γράμματα και την έστειλαν να μάθει την τέχνη της κομμωτικής. Στο σπίτι της αργότερα στο χωριό, είχε στήσει ένα εργαστήριο, αλλά οι γυναίκες του χωριού δεν την προτιμούσαν γιατί τη θεωρούσαν ελευθερίων ηθών και πήγαιναν να χτενιστούν στη χώρα.

Όταν ήταν δώδεκα χρονών που έμενε ακόμα στον Πειραιά, πήγαινε κάθε μέρα στο σινεμά και παρακολουθούσε δυο και τρεις φορές την ίδια ταινία. Έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για την Μαίρλιν Μονρό, αλλά και για την Ινδή την Ναργκίς όπως την έλεγε. Ποτέ δεν έμαθα ολόκληρο το όνομα της τελευταίας. Σε μια απ’ αυτές τις απογευματινές εξορμήσεις της, γνώρισε έναν τύπο, καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερο που την ακολούθησε μέχρι το σπίτι της. Επειδή ήταν μικρή δεν είχε σκεφτεί πως κινδυνεύει, αυτός ήταν όμορφος σαν τον Μάρλον Μπράντο, κι αυτή άρχισε να παίζει με την ιδέα της ντίβας. Είχε ήδη παρακολουθήσει πολλές ταινίες, ενώ στο κομμωτήριο που ήταν μαθητευόμενη, κυκλοφορούσαν γυναίκες ντυμένες την τελευταία λέξη της μόδας κι έτσι, άρχισε ν’ αγοράζει από μόνη της τα πρώτα φανταχτερά ρούχα.

Φαίνεται πως ο μορφονιός ήταν στ’ αλήθεια ερωτευμένος μαζί της γιατί πήγε στο σπίτι της και τη ζήτησε από τις αδελφές της. Αυτές ως ήταν φυσικό τρόμαξαν, θεώρησαν πως η χαϊδεμένη αδελφούλα τους βρισκόταν ήδη σε κακά μονοπάτια και την έστειλαν πακέτο στους γέρους πια γονείς της στο χωριό.

Ο μορφονιός ήτανε μπάτσος. Ζήτησε μετάθεση για το ίδιο χωριό κι έτσι την ακολούθησε. Οι γέροι γονείς δεν ξέρανε πως η καταστροφή ήταν στην πόρτα τους.

Από τα δώδεκα μέχρι τα δεκάξι, βλεπόταν με τον μπάτσο αλλά το έκανε γιατί αισθανόταν υπεύθυνη για την μεταθεσή του, τον είχε στο μεταξύ απορρίψει λόγω ηλιθιότητας και έψαχνε ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί.

Όταν έγινε δεκάξι χρονών, τη ζήτησε σε γάμο ένας ναυτικός που τον περισσότερο καιρό έλειπε σε ταξίδια. Δέχτηκε την πρόταση για να ξεφορτωθεί το μορφονιό, κι επειδή ο ναυτικός δεν θα γύριζε στην Ελλάδα πριν από τέσσερα χρόνια, σκέφτηκε πως θα είχε την ευκαιρία να χαρεί την ελευθερία της στο διάστημα αυτό.

Δεν σκόπευε να παντρευτεί ούτε τον ναυτικό, αλλά ήξερε πως ήδη έχει εκτεθεί αρκετά με τον άλλο. Μέχρι που της ζητούσαν να διαμεσολαβήσει σ’ αυτόν για να γλιτώσουν τις κλήσεις οι ντόπιοι, κι αυτός φτάνει να του ζήταγε τη χάρη πότε με τα νάζια και πότε με τις ειρωνείες της, πήγαινε και τις εξαφάνιζε από το γραφείο του διοικητή.

Όταν του ανακοίνωσε ότι την αρραβώνιασαν με το ζόρι, αυτός το πήρε πατριωτικά και της πρότεινε να κλεφτούνε. Η Θεμελίνα που ζούσε ακόμα στο μυαλό της τις περιπέτειες των ηρωίδων της στο σινεμά, ενθουσιάστηκε με την ιδέα, επιτέλους θα έκανε μια πράξη επαναστατική, και θα έδειχνε σε όλους πως η αγάπη νικάει, ασχέτως αν για τον λεγάμενο δεν ένοιωθε και σπουδαία πράματα, η εξωτερική του εμφάνιση έκανε πολλές από τις κοπέλες του χωριού να την θεωρούν τυχερή.

Το σχέδιο δεν το είχε ολοκληρώσει στο μυαλό της, δεν ήξερε δηλαδή τι θα τον έκανε μετά την απαγωγή της ωραίας, αλλά είχε αποφασίσει ν’ αυτοσχεδιάσει.

Εξαφανίστηκαν ένα βράδυ και οι δύο και για τρεις μέρες δεν έμαθε κανείς που βρισκόντουσαν.

Η υπηρεσία, τους ανακάλυψε στη Σύρα, τον ξήλωσαν και τον έστειλαν δυσμενή μετάθεση στη Φολέγανδρο και παρέδωσαν το κορίτσι στους γέρους γονείς του. Τέλος ιδανικό. Οι γέροι γονείς πήγαν στο τμήμα κι έβριζαν όλους τους συναδέλφους του, αυτόν δε απειλούσαν πως θα τον καθαρίσουν αν εμφανιζόταν ξανά στα μέρη.

Η Θεμελίνα συνέχισε να λαμβάνει τα πακέτα του αρραβωνιάρη από Ιαπωνία, Αμερική, Μάλτα, και όποιο άλλο μέρος προσάραζε το εμπορικό που ταξίδευε. Εκτός από τα πακέτα, έστελνε και χρήματα στους γέρους γονείς της για να τελειώσουν το σπιτικό στο οποίο μετά το γάμο τους θα έμεναν. Οι γονείς λοιπόν έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους να επαναφέρουν την άσωτη κόρη στο σπίτι και να θάψουν την υπόθεση. Τα λεφτά που ήδη είχαν λάβει ήταν πολλά, δεν μπορούσαν να τα επιστρέψουν καταργώντας τον αρραβώνα. Ήρθαν και οι αδερφές από την Αθήνα, έπεσαν όλοι πάνω στο κεφάλι της, «Τέρμα τα παιχνίδια και σοβαρέψου επιτέλους ν’ ανοίξεις κι εσύ ένα σπίτι με τον άνθρωπο αυτό, που θαλασσοδέρνεται για να στα προσφέρει όλα, δεν αντέχουμε πια τα ρεζιλίκια, να ορίσουμε ημερομηνία γάμου, να έρθει κι αυτός ο χριστιανός να τελειώνουμε».

Κάθισε στ’ αυγά της για λίγο καιρό, γύρισε ο ναυτικός και όρισαν το γάμο για την επόμενη επιστροφή του, είδε και τις εργασίες στο σπίτι τις ενέκρινε και μετά ξανάφυγε. Μόλις ξανάφυγε, αυτή άρχισε πάλι τα τρελά της με τις κουρελούδες, τις πευκοβελόνες και τους χορούς, τα πανηγύρια και τις ανταλλαγές παθιασμένων βλεμμάτων, που στην πραγματικότητα ήταν παιχνίδι.

Τότε την είχα δει να χορεύει τον ζεϊμπέκικο. Τότε είχαν αρχίσει οι κρυφές συναντήσεις μου μαζί της.

Για δυο καλοκαίρια μετά δεν πήγα στο χωριό κι αυτή στο μεταξύ παντρεύτηκε τον ναυτικό, που μπαρκάρισε πάλι αμέσως μόλις την άφησε έγκυο.

Το πρώτο παιδί δεν έμοιαζε καθόλου με τον κακομούτσουνο πατέρα του, και είπαν οι αδερφάδες και οι γέροι της πως πήρε από το ομορφόσογό τους.

Αυτός έλειπε, πήρε τη φωτογραφία του παιδιού και την κόλλησε πάνω από το κρεβάτι του δίπλα από της γυναίκας του και της έγραψε ότι το εμπορικό θα επιστρέψει σ’ ένα χρόνο στην Ελλάδα.

Η Θεμελίνα σιχαινόταν την ατμόσφαιρα στο περιβάλλον των γέρων γονιών της. Η μάνα της όλο βογκητά και παρατηρήσεις, ο πατέρας της με το κρασί, έπαιρνε το παιδί στο καρότσι και πήγαινε στη χώρα, τα πρωινά που ο ήλιος βγαίνει πάνω από το μοναστήρι του Αϊ Γιάννη και απλώνεται μετά κι αγκαλιάζει το βουνό κομμάτι κομμάτι, μέχρι που φτάνει χαμηλά ως τα νερά, εκεί που το κύμα χτυπιέται στις λευκές πέτρες, άγριο σαν την πάλη των ανέμων, θρυψαλιασμένο σαν τις δαντέλες του ενθουσιασμού της, βουερό σαν την οργή της σκέψης της.

Το μωρό μπουσούλαγε σε μιαν άμμο γαρνιτούρα κάθε παράξενου αντικειμένου που προλάβαινε να χώσει στο στόμα, κι εκείνη κάθε τόσο έτρεχε να το προλάβει από το πνίξιμο, το σήκωνε, του τίναζε τα ρουχαλάκια και το άφηνε να συνεχίσει τις εξερευνήσεις του. Το ένα της μάτι ήταν πάνω του. Το άλλο της χανόταν στη θάλασσα.

Κάθε μέρα στο ίδιο σημείο περίπου την ίδια ώρα, έβαζε κάτω από την αρμυρήθρα την κουρελού της και το φαγάκι του παιδιού σαν τους τσιγγάνους και καθόταν εκεί μέχρι το μεσημέρι. Το μωρό στην αρχή κρύωνε, συναχωνόταν, φταρνιζόταν κι έβηχε, αλλά μετά τις πρώτες τρεις, τέσσερις φορές το συνήθισε. Ο αέρας σήκωνε τα λιγοστά μαλλιά του, ισιώνοντας τις ατίθασες μπούκλες, τα μαγουλά του γίνονταν κατακόκκινα και στο τρυφερό δέρμα του αποτυπώνονταν τα σημάδια της άμμου, μαζί με όλα εκείνα τα άγνωστα πράγματα που πέρναγαν από το δέρμα στη μνήμη, και στην ψυχή που βάφτιζε η αλμύρα.

Κανείς δεν ήξερε που πηγαίνει, που ξοδεύει όλες αυτές τις ώρες της απουσίας της και οι κακές γλώσσες άρχισαν πάλι να την σχολιάζουν. Όπως πάντα έτσι και τώρα, δεκάρα δεν έδινε γι’ αυτές.

Ήρθε το φθινόπωρο και συνέχισε τις καθημερινές βόλτες με το μωρό της στην έρημη κι απόκρημνη παραλία. Ήρθε ο έρωτας και είδηση δεν τον πήρε.

Ώσπου κάποτε αποφάσισε να της μιλήσει αυτός.

Χειμώνας καιρός μα αυτή ήταν περισσότερο από ποτέ ασυγκράτητη. Η παραλία είχε δείξει το απάνθρωπο πρόσωπο της σ’ αυτήν και στο μωρό. Φρόντιζε τότε κι έμπαινε στο μικρό ουζερί που παρέμενε ανοιχτό, εκεί που μαζεύονταν οι λιμενικοί να ζεσταθούν περιμένοντας τις καινούργιες αφίξεις. Εκεί που την περίμενε κι αυτός. Όταν εκείνος είχε υπηρεσία, οι συνάδελφοί του την υποδέχονταν, της έκαναν με το παιδί χώρο ανάμεσά τους για να καθίσει, τη φίλευαν ουζάκι και της κρατούσαν συντροφιά μέχρι να εμφανιστεί ο καλός της. Και ήταν όλοι τους διακριτικοί. Κανείς δεν την ρώτησε που είναι ο άντρας της, ποια είναι, ποιο ακριβώς είναι το χωριό της, τι κάνει εκεί κάθε πρωί αναμεσά τους.

Κανείς δεν τόλμησε να την ενοχλήσει ερωτικά, γιατί ο συνάδελφος τους είχε προειδοποιήσει. Μόνο που καθώς την έβλεπε να είναι τόσο πολύ δεμένη με το μωρό της, σαν να ξεχνούσε τον κόσμο γύρω της, δεν έπαιρνε το θάρρος να της αποσπάσει την προσοχή, ακόμα κι όταν όλοι είχαν καταλάβει, πως η γυναίκα πήγαινε εκεί αναζητώντας τον.

Ήρθαν τα Χριστούγεννα, παραμονή ήταν, και για πρώτη φορά ανακοίνωσε στους γέρους γονείς της ότι το βράδυ αυτό, θα το περάσει σε σπίτι φίλων στην χώρα, όπου την είχαν καλεσμένη σε τραπέζι.

«Το παιδί σου να πάρεις μαζί. Πουθενά δεν θα πηγαίνεις χωρίς το παιδί σου».

Της είπε η μάνα της.

Πήρε το παιδί της, το τελευταίο λεωφορείο της γραμμής, κι έφυγε. Προς δυσάρεστη έκπληξή της, διαπίστωσε πως το βράδυ της παραμονής, το ουζερί της παραλίας ήταν κλειστό και οι λιμενικοί εξαφανισμένοι, άλλοι με τις οικογενειές τους, άλλοι καλεσμένοι σε κάποιο σπίτι.

Κάθισε κρατώντας το μωρό στην πεζούλα του ουζερί και την έπιασε εκεί ένα βαθύ και τραβηγμένο παράπονο, σκέτος θρήνος. Πως να γυρίσει στο χωριό; Με τι μέσο; Και τι δικαιολογία θα έβρισκε να πει στα γονικά της;

«-Μα καλά, πίστεψες στ’ αλήθεια πως μια τέτοια μέρα θ’ σ’ άφηνα μόνη;» Άκουσε δίπλα της τη φωνή του και όταν τον είδε, κατέρρευσε από τη ένταση, μα πιο πολύ από τη διαπίστωση πως είχε επιτέλους κι εκείνη ερωτευτεί βαθιά, περισσότερο από τις ηρωίδες της, περισσότερο απ’ όσο ο χαρακτήρας της επέτρεπε, για πρώτη φορά δεν είχε τον έλεγχο των αισθημάτων της, για πρώτη φορά φοβόταν. Εκείνος ίσα που πρόλαβε να της αρπάξει το μωρό απ’ τα χέρια.

Στο σπίτι του είχε ετοιμάσει ένα χώρο, δυο ενωμένες πολυθρόνες για παιδικό κρεβατάκι και βάλανε το μωρό να ξεκουραστεί εκεί. Εκείνο ταλαιπωρημένο από τον παγωμένο αέρα, αποκοιμήθηκε αμέσως.

Και αυτό που από την αρχή τους είχε προδιαγραφτεί σαν πεπρωμένο, συνέβη τη Χριστουγεννιάτικη αυτή νύχτα. Δεν ήταν όμως η πολυπόθητη συνεύρεση του ζευγαριού, αλλά η επιστροφή του συζύγου.

Που εμφανίστηκε φάντης μπαστούνης ή σαν κομήτης, για να τους κάνει την έκπληξη και η Θεμελίνα έλειπε με το μωρό. Κι αυτός όταν έμαθε πως έχει πάει στη χώρα, πήγε και την αναζήτησε. Ρωτώντας από δω κι από κει, έμαθε το μέρος που κρυβόταν η γυναίκα του. Και μπουκάροντας μέσα στο σπίτι, άνοιξε μ’ ένα μπουκάλι το κεφάλι του λιμενικού, με τη γροθιά του τη μύτη της γυναίκας του και αφού άρπαξε το μωρό στα χέρια του πήρε το δρόμο για το χωριό.

Η Θεμελίνα έντρομη για τα όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν, έτρεξε από πίσω του προσπαθώντας να πάρει το παιδί της πίσω.

Εκείνος δεν της το έδινε. Την κράτησε κλειδωμένη έξω από το σπίτι όλη τη νύχτα και το πρωί της άνοιξε η μάνα της κρυφά. Με το κορμί της να φλέγεται από τον πυρετό, ήταν άραγε μόνο ο πυρετός; ξάπλωσε σ’ ένα κρεβάτι περιμένοντας τον τιμωρό σύζυγο ν’ αποφασίσει για την τύχη της.

Αυτός είχε γίνει τύφλα δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί τίποτα, αλλά μόλις την είδε, όρμησε σαν ταύρος επάνω της. Οι γέροι γονείς αργά συνειδητοποίησαν ότι ο ατιμασμένος σύζυγος το είχε παρατραβήξει. Βγήκαν στη γειτονιά, φώναξαν βοήθεια, μπήκαν κάνα δυο άντρες μέσα στο σπίτι και τον τράβηξαν από πάνω της.

Ύστερα κάλεσαν ένα ασθενοφόρο.

Διακομίστηκε μ’ ελικόπτερο σε νοσοκομείο των Αθηνών, όπου και νοσηλεύτηκε για έναν ολόκληρο μήνα. Όταν επέστρεψε, ο άντρας της συντετριμμένος της ζήτησε να τον συγχωρέσει, είχε στο μεταξύ όλον τον καιρό να σκεφτεί ποια ήταν η ζωή της κοπέλας στο χωριό, και της ζήτησε να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία για να ξαναρχίσουν τη ζωή τους αλλού. Σε άλλο μέρος. Η Θεμελίνα του ζήτησε διαζύγιο.

Αυτός με το που το άκουσε, θόλωσε. Ήταν όμως ακόμη πολύ αδύναμη για να την ξαναρχίσει στο ξύλο, κι έτσι αυτή τη φορά αρκέστηκε στο να διεκδικήσει αυτό που θεωρούσε πως του ανήκε δικαιωματικά, την βίασε που λέμε εμείς οι Αθηναίοι, αλλά κανείς στο χωριό δεν έχει συνδέσει αυτή τη λέξη με τους συζύγους.

Και ύστερα από λίγες μέρες ο σύζυγος ξανάφυγε, αφήνοντας τον χρόνο και την απόσταση να επουλώσει τις πληγές τους.

Έγκυος στο δεύτερο παιδί της και με το πρώτο στην αγκαλιά, εκείνη συνέχισε να συναντά τον λιμενικό της και να κάνει άλλοτε σχέδια απόδρασης κι άλλοτε όνειρα για ένα ξεκαθάρισμα, που θα της επέτρεπε να ζήσει με τα παιδιά της μαζί του, και μάλιστα στο χωριό, επιβάλλοντας την καινούργια αυτή κατάσταση σε όλους.

Μακριά τράβηξε η βαλίτσα. Ότι πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί ήταν μόνο οι μέρες των σχεδίων της στη διάρκεια του ακόρεστου έρωτα, και τα πρόωρα κουμπαριά με τους συναδέλφους, άλλος να βαφτίσει το ένα μωρό, άλλος το άλλο, άλλος να τους παντρέψει.

Και αυτό που πάντα αναζητούσε στις ερωτικές ταινίες που είχε παρακολουθήσει, το δραματικό τέλος, η πειστική εκείνη κατάληξη που δικαίωνε τις ηρωίδες στα μάτια της, δεν της το αρνήθηκε η μοίρα.

Μια μέρα που οι ψηλοί τοίχοι του Άι Γιάννη έκρυψαν τον ήλιο μέσα τους και δεν πρόλαβε να κατηφορίσει μέχρι το λιμάνι, ο λιμενικός της σκοτώθηκε από τον κάβο ενός πλοίου. Τα νέα κυκλοφόρησαν στο χωριό την επόμενη ώρα, εκείνη όταν το έμαθε τάιζε τα μωρά της καταϊφι στο καφενείο. Η σχέση της με τον λιμενικό ήταν από καιρό γνωστή στους περισσότερους και έτσι με την ευχαρίστηση που κάνει τους ανθρώπους της επαρχίας να καταδικάζουν αυτούς που δεν μπορούν να μιμηθούν, μιλούσαν για τον θανατό του παραστατικά, για το πως τον χτύπησε πρώτα η πέτρα που πάνω της ήταν δεμένος ο κάβος και μετά μια φρικιαστική συνέχεια που εκείνη δεν άντεξε ν’ ακούσει μέχρι το τέλος. Ήταν ήδη διαλυμένη.

Ήρθε η οικογενειά του, πήρε τη σωρό και τον πήγαν να τον θάψουν στην πατρίδα του, εκεί που τα πλατάνια σκεπάζουν τα σπίτια και τα νερά ακούγονται να τρέχουν από παντού, εκεί που η φύση αγαπάει τους ερωτευμένους και τα παιδιά αντρώνονται μαθαίνοντας απ’ το παραδειγμά της, εκεί που οι άνθρωποι συγχωρούν το Θεό κι αυτός τον εαυτό του.

Η Θεμελίνα δεν γνώρισε αυτή την πατρίδα.

Όταν άρχισε να μου περιγράφει τα πρώτα χρόνια της ζωής της και κυρίως της εφηβικής, ήμασταν και οι δυο πολύ νέες. Μεγάλα ήταν τα χρονικά διαστήματα που δεν βλεπόμασταν, και πολλές οι φήμες γύρω από τ’ ονομά της. Όμως αρκούσε μια συνάντηση μαζί της κάθε πέντε ή οχτώ χρόνια, για να μπει το κάθε πράμα στη θέση του, η κάθε απορία να βρει την απαντησή της* και ήταν μια σχέση μυστήρια και γοητευτική, γιατί ποτέ δεν αναζήτησε η μια την αποκλειστική συντροφιά της άλλης, ποτέ δεν κάναμε τις τρέλες μας μαζί, αλλά υπήρχε εκείνη η αλληλοεκτίμηση και αποδοχή, που έκανε τη μια να πέφτει στην αγκαλιά της άλλης και να γίνονται οι αραιότατες επισκέψεις μου στο σπίτι της, πολύωρες.

Είχε μια μαγεία επάνω της. Μια βαθιά μυστηριώδη έκφραση που προκαλούσε την φαντασία μου, μια δύναμη που όσο κι αν πάσχισα, στάθηκε αδύνατον να βρω την πηγή της, μια αισιοδοξία που μόνο σε έναν άνθρωπο τρελό θα μπορούσε ν’ αποδώσει κανείς. Αλλά και τι θα πει τρελός τελικά;

Σε μια από τις αραιές αυτές συναντήσεις μας, μου περιέγραψε όλα όσα συνέβησαν μέχρι το θάνατο του λιμενικού της. Ύστερα χαθήκαμε και όταν την ξανασυνάντησα οχτώ χρόνια μετά, ήταν με τον άντρα της. Στο μεταξύ διάστημα εγώ είχα πάει στο χωριό πολλές φορές, αλλά δεν έτυχε να συναντηθούμε και επειδή η ζωή μου είχε ήδη μπει σε ρυθμούς ακαταλαβίστικους, δεν φρόντισα να την αναζητήσω.

Όταν απόρησα που την είδα ακόμα μαζί του, μου είπε ότι ο άντρας της έχει εγκαταλείψει πια τα καράβια και μένει μαζί τους. Δεν ένιωσε γι’ αυτόν ποτέ άλλο από αποστροφή, αλλά διαπίστωσε πόσο πολύ είχε καταβληθεί η υγεία του, και αποφάσισε να του συμπαρασταθεί. Μπαινόβγαιναν τον περισσότερο στα νοσοκομεία.

Κοντά στο τέλος του ήταν, και γι’ αυτό κάποια στιγμή που τον κατέλαβε κρίση ειλικρίνειας, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη προσφορά της στην καταπολέμηση της ασθενειάς του, της είπε. «Κοριτσάκι μου, το ξέρω πως δεν σου άξιζα. Εσύ ήσουν γεννημένη για άλλα πράματα. Σε χαντάκωσα. Συγχώρα με, ούτε ένα σπιτικό της προκοπής δεν κατάφερα να σου προσφέρω».

Η Θεμελίνα του χάιδεψε το κεφάλι και βγήκε στη βεράντα. Ήτανε βράδυ και τα φώτα του χωριού έφτιαχναν μια πυραμίδα που κατέληγε στο επιβλητικό καμπαναριό της Παναγίας. Ήξερε ποιανού το γέλιο ή το κλάμα κρυβόταν πίσω από το κάθε φως, ήξερε πως καμια τριανταριά απ’ αυτά τα σπίτια, στέγαζαν μέσα τους τις ζωές των κοριτσιών που την θαύμασαν όσο και καταδίκασαν, των αγοριών που την ονειρεύτηκαν όσο και μίσησαν, γέλασε πικρόχολα.

Η φωνή της για άλλη μια φορά ακούστηκε μέχρι το τελευταίο λευκό σημάδι.

«Είμαι εγώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα».

Ύστερα μπήκε πάλι στο σπίτι. «Τη Θεμελίνα μην την κλαις!» του είπε κι αυτός για πρώτη φορά γέλασε με το σχόλιό της, χωρίς να ζητήσει εξηγήσεις, χωρίς να την κοιτάξει άγρια για τον ύποπτο λόγο της.

«Άλλος άνθρωπος , δεν τον αναγνωρίζω. Αλλά τι να το κάνω τώρα πια; Δώρο άδωρο, πάνε τα χρόνια μας, φαγωθήκανε στη γκρίνια». Μου σχολίασε.

«Και στο ξύλο» Συμπλήρωσα εγώ. Δεν απάντησε αμέσως. Άφησε κανένα πεντάλεπτο να περάσει στη σιωπή και ξαφνικά μου είπε.

«Ένα πράγμα δεν θα του συγχωρέσω ποτέ. Ποτέ δεν θα του το συγχωρέσω αυτό.

-Ποιο πράμα ρε φιλενάδα;

-Δεν μ’ άφησε επί εικοσιπέντε χρόνια να χορέψω έναν ζεϊμπέκικο. Όχι στα κρυφά και μόνη μου όπως έκανα όταν έλειπε. Όταν ήταν εδώ. Μαζί μου. Να πάμε κάπου σαν άνθρωποι να διασκεδάσουμε, και να μ’ αφήσει να χορέψω με την ψυχή μου χωρίς φόβο, να με καμαρώσει κι αυτός, όπως οι άλλοι καμαρώνουν τις γυναίκες τους όταν χορεύουν, όπως ο άντρας σου εσένα, που σας είδα και ζήλεψα. Δεν το χάρηκα ποτέ μου αυτό. Από τότε που γύρισε, δεν έχω ξαναχορέψει. Η τελευταία φορά ήταν πριν από δέκα χρόνια».

Γύρισα το κεφάλι μου στο χτες και την είδα με τα τούλια, τα κρόσσια και τις πούλιες της, ξυπόλητη να χορεύει τον ζεϊμπέκικο, και η καρδιά μου πετάρισε. Γύρισα ξανά και την κοίταξα στο σήμερα, ίδια η αύρα της, η λάμψη των ματιών της, τα μακριά πόδια της, το γέλιο, το τραγούδι. Γκρίζες οι υπέροχες μπούκλες της και αυτή χαμένη μέσα σε μια παντελόνα κι ένα άχαρο ξεθωριασμένο πουκάμισο.

Μελαγχόλησα μαζί της. Ήπια την τελευταία ρουφηξιά του καφέ μου και την αποχαιρέτισα. Θ’ αργούσα να ξανάρθω σ’ αυτό το σπίτι.

«Μα όταν σε ξαναδώ, θέλω να δω τη Θεμελίνα που θυμάμαι» της είπα.

Εδώ τελειώνει κανονικά η ιστορία. Εδώ θα έπρεπε να παραμείνουν τα πράγματα για να κρατήσουν μέσα τους κάποια ελπίδα. Αλλά φαίνεται δεν είναι το παν η ελπίδα. Κάτι άλλο πιο δυνατό απ’ αυτήν ξεπετάχτηκε στην τελευταία μου συνάντηση μαζί της. Δεν έμαθα ποτέ πως το λένε. Αξίζει όμως να στο περιγράψω.

Γύρισα στο νησί τρία χρόνια αργότερα και βρήκα τον Τσίφτη να περπατάει με μαγκούρα. «Ελπίζω να είναι προσωρινό» Του είπα ανήσυχη. Με διαβεβαίωσε πως ναι, η μαγκούρα είναι προσωρινή μέχρι να γίνει μόνιμη. Πότε την ξεχνάει, πότε την ξαναπιάνει, όταν ο πόνος από τ’

αρθριτικά γίνεται ανυπόφορος.

Πράγματι, σε μια εβδομάδα από τότε, τον είδα ανακουφισμένη να κυκλοφορεί χωρίς το υποστήριγμα και τον ρώτησα αν θα καταφέρουμε να φέρουμε καμιά στροφή στην πίστα και φέτος. «Άκου λέει!» Ήταν η απαντησή του. Περδίκι έγινε ο Τσίφτης με το που το άκουσε, και έτσι προγραμματίσαμε να βγούμε το ίδιο εκείνο βράδυ.

Ετοίμασα κι εγώ την οικογένεια, τους έκανα κι όλες τις σχετικές προειδοποιήσεις, πως απόψε η μαμά θα χορέψει με τον παππού και μη τολμήσει να της το χαλάσει κανείς, αλλά τσάμπα πήγαν οι προειδοποιήσεις. Έτσι κι αλλιώς ούτε αυτοί σκόπευαν να μου το χαλάσουν, αλλά ούτε και μου πέρασε καν από το μυαλό να χορέψω όταν βρέθηκα στην ταβέρνα.

Γιατί στην ταβέρνα αυτή, είδα τη Θεμελίνα με τα τούλια της απαστράπτουσα, να κάθεται σ’ ένα τραπέζι με τις εν ζωή αδερφές της. Ο πατέρας μου μ’ έσπρωξε να προχωρήσω για να βρούμε τραπέζι, τον κοίταξα άγρια αλλά μου είπε, «Κάτσε πρώτα στο τραπέζι σου και μίλα της μετά με μια ευκαιρία, εσένα θα περιμένουμε να τελειώσεις;» κι έδωσα τόπο στην οργή. Την κοίταξα αλλά δεν με αντιλήφθηκε.

Μόλις καθίσαμε ο πατέρας μου με πληροφόρησε πως πριν από τρεις μήνες πήγε καλιά του ο άντρας της και «αλί απ’ αυτόν που πάει». Ξαναέδωσα τόπο στην οργή. Ήμουν έτοιμη ν’ αρπαχτώ μαζί του, όταν ακούστηκαν δυνατές οι νότες ενός ζεϊμπέκικου και είδα τη Θεμελίνα να σηκώνεται.

Ήταν σαν όνειρο. Μια βαθιά συγκίνηση με κατέλαβε και την κοιτούσα σαν αποχαυνωμένη, όταν άκουσα από το διπλανό τραπέζι ένα φαρμακερό σχόλιο.

«Ο άντρας της δεν έλιωσε ακόμα κι αυτή χορεύει, η σκρόφα».

Το σχόλιο δεν το ακούσαμε μόνο εμείς, αλλά και η Θεμελίνα, που σταμάτησε αμέσως τα βηματά της και καρφώθηκε ακίνητη να κοιτάζει κατάματα τον κριτή της, με κείνη την τρομακτική λάμψη που προμηνύει την καταστροφή. Περίμενα πως η αμέσως επόμενη κινησή της θα ήταν ολέθρια για τη βραδιά όλων μας. Όμως προς μεγάλη έκπληξη όλων, δεν έκανε καμιά τέτοια κίνηση. Γύρισε και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι της, ενώ οι αδερφές της φώναζαν, «χόρεψε κορίτσι μου», αλλά αυτή περπατούσε προς το μέρος τους, με ένα βήμα σπασμένο σαν να είχε περάσει από πάνω της οδοστρωτήρας.

Ξαφνικά ο Τσίφτης πετάχτηκε πάνω. Πριν προλάβει να σωριαστεί στην καρέκλα της, την άρπαξε από το μπράτσο. Την κοίταξε άγρια μες τα μάτια και της είπε μια φράση που δεν ακούστηκε, αλλά εγώ μετά από τόσα χρόνια μυστικών συνεννοήσεων μαζί του, είχα μάθει να διαβάζω τα χείλη του και σχεδόν σίγουρα μπορώ να καταθέσω ότι της είπε, «Θα χορέψεις αυτό το χορό ακόμα κι αν πρόκειται να πεθάνεις».

Εκείνη προχώρησε στη μέση της πίστας και ο Τσίφτης γονάτισε μπροστά της σφυρίζοντας δυνατά. Για δεύτερη φορά τον είδα να της χτυπά το ρυθμό. Ξεθαρρεμένη πέταξε τα παπούτσια της με μια απότομη κίνηση κι από το σημείο αυτό και μετά ήξερα, πως οι δυο αυτοί άνθρωποι είχαν έναν κοινό κώδικα συνεννόησης, μιλούσαν την ίδια γλώσσα, μοιραζόντουσαν την ίδια ψυχή. Η Θεμελίνα τον κάλεσε στα μισά να συνεχίσει το χορό κι επανέλαβε τις κινήσεις του γονατίζοντας αυτή μπροστά του, ο Τσίφτης σηκώθηκε.

Έκανε δυο βήματα και παραπάτησε, το πόδι του τον προειδοποίησε, η καρδιά μου σφίχτηκε, αλλά ήξερα, δεν θα το έβαζε κάτω τώρα.

Κοιτάζοντας τους δυο αυτούς να χορεύουν, ένας οξύς πόνος με διαπέρασε φτάνοντας μέχρι τα κατάβαθά μου, εκεί που όλα υπάρχουν αναίτια και ταιριασμένα, εκεί που η περηφάνια αρπάζεται από το τίποτα και φουσκώνει, εκεί που η αγάπη χάνει τη φωνή της καθώς τη ζαλίζουν τα πρόσωπα, εκεί που οι λεβέντες γεννάνε την πίστη, σ’ αυτό που όλος ο υπόλοιπος κόσμος αποκαλεί ζωή, κι εγώ έχω μάθει ν’ αποκαλώ μαγεία.

Ευχήθηκα να έχω μέσα μου κάτι από το κουράγιο του Τσίφτη, κάτι από τη λάμψη της Θεμελίνας, κάτι από την αδάμαστη ψυχή και των δυο, και μπλέχτηκαν στο σημείο αυτό η χαρά, η περηφάνια και ο πόνος σαν να ήταν ένα και το αυτό πράμα, κι έτρεχαν τα δάκρια μου αδιάφορα στις επιταγές της σκέψης μου, «σκάσε ζώο, ρεζίλι μ’ έκανες πάλι». Έτσι παραδομένη στην μάχη και την εικόνα, την εικόνα και την μάχη, άκουσα την κραυγή της φίλης μου όπως τότε, στον πρώτο μου χορό.

«Γεια σου Λενιώ! Γεια σου ρε Τσιφτάκι του Τσίφτη! Σήκω πάνω ρε! Σήκω τώρα!»

Δεν ενέδωσα στην πρόσκληση-πρόκλησή της. Αυτή δεν ήταν η δικιά μου βραδιά.

Άλλωστε, ποτέ δεν ήμουν τόσο καλή στο ζεϊμπέκικο.

Την άλλη μέρα ξύπνησα με το κεφάλι μου βαρύ απ’το κρασί, πήρα τον καφέ μου και τραβώντας την κουρτίνα κάθισα να τον απολαύσω στην τζαμαρία. Από το σημείο αυτό είχα παρακολουθήσει τη ζωή του χωριού ώρες αμέτρητες. Και όταν με κούραζε να κοιτάζω χαμηλά τις ασχολίες των ανθρώπων, κοίταζα πέρα, τα πέτρινα χωρίσματα της γης που χάνονταν στο βουνό, το κομμάτι του λιμανιού που κατέφθαναν τα ψαροκάικα και στην αντίθετη κατεύθυνση, τις λεύκες του γηπέδου μέχρι να ζαλιστώ από τη λάμψη των φύλλων, που ο αέρας τα αναποδογύριζε στην ασημένια τους πλευρά. Και υπνωτισμένη από την όμορφη ψευδαίσθηση πως είμαι κι εγώ ένα μέρος αυτού του αγαπημένου τόπου, το ίδιο αγαπημένο, έκλεινα τα μάτια μου όπως τώρα, κι άφηνα την εικόνα να κυλήσει μέσα μου. Καμιά φορά η εικόνα συνοδευόταν από τον ήχο της καμπάνας, που καλούσε τους ανθρώπους να συμμετάσχουν στη χαρά ή στη λύπη ανάλογα τον χτύπο, και τους έβλεπα ύστερα από λίγη ώρα περιποιημένους ν’ ανηφορίζουν το στενό μου προς την εκκλησία. Έτσι και τούτο το πρωινό. Η καμπάνα ήρθε ακόμα μια φορά να συνοδεύσει την εικόνα, αλλά ο χτύπος της ήταν πένθιμος.

Ο πρώτος που είδα ν’ ανηφορίζει το στενό, ήταν ο πατέρας μου. Είχε βγει από νωρίς στο καφενείο και τώρα ερχόταν ν’ αλλάξει ρούχα για να ακολουθήσει τους άλλους.

Πρόσεξα πως το βήμα του δεν ήταν σταθερό. Σκέφτηκα πως θα τον πόναγε πολύ το πόδι του μετά τις χτεσινοβραδινές αποκοτιές του. Και θα πρέπει να πόναγε πολύ γιατί δεν σφύριζε και δεν διακωμωδούσε το θάνατο κάποιου συχωριανού του που,

« Πέθανε σα μαλάκας χωρίς να έχει χορέψει έναν μπάλο στη ζωή του, έφαγε τα χρόνια του σκάβοντας σκυμμένος σ’ ένα χωράφι». Ανέβαινε σταματώντας κάθε τόσο να πάρει ανάσα, κι εγώ μη ξέροντας τι θ’ ακολουθήσει, πρόλαβα να κάνω μια τελευταία μελαγχολική σκέψη. «Είναι αλήθεια λοιπόν. Ο Τσίφτης γέρασε».

Έτσι για ν’ αποδιώξω κάπως την μελαγχολία και για να τον κάνω να ξεχάσει το προβλημά του, άνοιξα το παράθυρο και του φώναξα.

«Τι έγινε ρε Τσίφτη; Κανένας χορευταράς την κοπάνησε; Σάματις βαριά να το πήρες αυτή τη φορά».

Δεν μίλησε. Ένωσε τα πόδια του στη στάση της προσοχής, λύγισε ελαφρά τα γόνατα, σήκωσε τα χέρια του σα φτερούγες στα πλάγια και πήρε μια αργή στροφή που αναγνώρισα. Ήταν η στροφή της Θεμελίνας. Μέχρι να τελειώσει αυτή την κίνηση, ο αέρας είχε αδειάσει τελείως από μέσα μου.

Την έθαψαν με τα τούλια και τις πούλιες της, ξυπόλητη όπως της άρεσε να χορεύει.


18 comments:

tsalimi said...

Γεια σου πουλάκι μου!
Χαλάλι σου το βούρκωμα, πρωινιάτικα.

Χαχανίτα said...

!

:)

Κωστης Γκορτζής said...

Κι, όμως, βάλσαμο στην ψυχή μας...
Τόσο η 'ανυπόταχτη' όσο και, κυρίως, ο Τσίφτης.
Να 'σαι καλά να μας ...μπολιάζεις νοιώσματα σαν κι αυτά. :-)

Anonymous said...

Προσυπογράφω το σχόλιο του καπετάνιου.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ

πρεσβύωψ

Herinna said...

Τσαλίμι μου, αφού σ' έπιασε το πρωί μια χαρά θα τα πάει το βράδυ :)
Σ' ευχαριστώ

Χαχανιτούλα εδώ είσαι...:) φιλιά

Κωστή μου δεν το έβγαλα τυχαία αυτη την περίοδο προς τα έξω. Ήρθε ο καιρός για μια παύση ξανά και ήθελα να σας αφήσω με μια καλή συντροφιά. Χαίρομαι που είναι έτσι.

Πρεσβύωπα, αυτό θα άκουγες αύριο αλλά αφού δεν ήταν γραφτό το έβαλα εδώ. Εγώ σ' ευχαριστώ για την παρουσία σου.

Προς όλους. Όπως είπα και στον Κωστή, ετοιμάζομαι για μια αναδίπλωση τη νιώθω έρχεται. Για τα δρώμενα ότι καινούργιο προκύψει θα σας ενημερώνω. Να μου φυλάτε το μέρος εδώ ζεστό. Σας φιλώ όλους.

Mist said...

Άχ βρε Λενιώ.... πάλι νότισαν οι νύχτες...
κι ενα μικρούλι βλέφαρο.

σε φιλώ!

alicia said...

οσο προχωρουσα προς το τελος η καρδια μου χτυπουσε πιο δυνατα, πιο δυνατα.
και στο τελος χειμαρρος τα δακρυα.
να εισαι καλα Ελενη μου. να εισαι καλα και να γραφεις τοσο ομορφα και αληθινα.
σε ευχαριστω

φιλια και να εχεις μια ομορφη νυχτα.

Vromios said...

γεια σου ρε λενη τσιφτισσα!!!

γεια σου ρε λεναρα φιλη μου!

Ελένη Στασινού said...

Αυτή είσαι!
Κι ακόμα παραπέρα.
Μπράβο και πάλι μπράβο σου.
Μπράβο και σε μας που σε κοινωνούμε.

Herinna said...
This comment has been removed by the author.
Herinna said...

mist φιλιά κι από μένα Ελένη μου. Ευχαριστώ :)

alicia
Κι εγώ σ' ευχαριστώ και σένα και όλα τα παιδιά που μου βεβαιώνετε ότι καλά κάνω και την αγαπώ τόσο πολύ αυτή την ιστορία. Καλά κάνω και την προστατεύω από τα Όχι των εκδοτών.

Ελένη Στασινού. Είχα αρχίσει να ανησυχώ πως παρά ήταν μεγάλο για να βρεις χρόνο να το διαβάσεις. Σε περίμενα. Ήρθες :)

vromios
Κι εσένα σε περίμενα Νίκο μου. Ήθελα να έχουμε απαρτία όταν θα σας ευχηθώ μέσα από τα σχόλια αυτά καλό Πάσχα, καθότι πια δεν υπάρχει χρόνος για γράψιμο μέχρι το τέλος του μήνα. Πες στον γρουσούζη ότι την Θεμελίνα την έβγαλα στο κλαρί. Δεν είναι πια το κοινό μας μυστικό. Νιώθω τόσο τυχερή και τόσο άτυχη με τους φίλους μου. Εσένα, αυτόν, τον Κωστή που είναι μακριά,To Tsalimi επίσης μακριά, τον Καιρό που δεν έχει ποτέ χρόνο, την Ελένη που αν και στην Αθήνα δεν μπορούμε να βλεπόμαστε όσο συχνά θέλουμε, την mist, τον Πρεσβύωπα που πάντα με τιμά με την παρουσία του, την alicia, Τη Ρέντον που έχουμε ξεγράψει τη συνάντηση, το Μάνο που μια φορά στο χρόνο χτυπάει παρόν, όλους όσους κατά καιρούς έχουν αφήσει το αποτυπωμά τους εδώ πέρα, που είστε γαμώ τα κερατά σας όλοι σας; Που είμαι εγώ, που βολοδέρνουμε και δεν μπορούμε μια φορά να κάνουμε ένα τσιμπούσι, να κοιταχτούμε στα μάτια μια φορά όλοι, να σφίξουμε τα χέρια μας;
Τα κερατά μου γαμώ...
Σας αγαπάω ρε.

7:10 PM
Delete

Anonymous said...

Τη Θεμελίνα τη διάβασα χρόνια πριν, όταν γράφτηκε-λίγο μετά ίσως, δεν θυμάμαι μεσολάβησαν πολλές θύελλες έκτοτε, πολύ σκοτάδι αλλά και πολύ φως, από αυτά που καίνε πολλές θύμησες.

Θα το πω κι ας ακουστώ υπερβολικός.

Η Μπάλιου σε αυτήν την ιστορία καταδύθηκε στο σύμπαν του Παπαδιαμάντη και αναδύθηκε βγάζοντας δικό της αμίμητο καθαρό μετάλλευμα.

Η Θεμελίνα είναι μία αιωνίως Αναστενάρισσα.

Γεννήθηκε με τα κάρβουνα στα πέλματα και από τότε χορεύει προσπαθώντας να απαλλαγεί από δαύτα.

Τώρα που ξαναδιάβασα την ιστορία –μετά από τόσα χρόνια το είδα αυτό.

Τυπώστε την και διαβάστε την πολλές φορές, αξίζει την αφή στο χαρτί και όχι τη γυάλινη οθόνη.

Στους Καστανιώτηδες κλπ, η Μπάλιου δεν ταιριάζει, γιατί είναι δύσκολο να την κόψεις και να τη ράψεις όπως συμφέρει.

Δεν θα πιει μαζί σου κρασί αν δε σε γουστάρει, το ξέρουν , το καταλαβαίνουν το αποπνέει, δεν τους κάνει.

Θα πεις «δεν πειράζει». Όχι, πειράζει.

Herinna said...

Το ξέρεις ότι σ' αγαπώ ε; Πάντα το ήξερες.

Herinna said...

Δεν λες ευτυχώς και την απέριψαν οι εκδότες γιατί η Θεμελίνα, τρομοκρατήθηκε όταν είδε ότι χρησιμοποίησα το πραγματικό της όνομα για να γράψω την ιστορία. Εγώ πάλι όσο κι αν έχω σκαλίσει όλα αυτά τα χρόνια, δεν βρήκα ένα όνομα ανταξιό της. Αυτή κάπου στο νησί συνεχίζει να ξεκολλάει τα κάρβουνα από τα πόδια της, ωστόσο ετούτη εδώ η Θεμελίνα έγινε κάρβουνο στα δικά μου πόδια. Αν κάποτε τα τινάξω θα το αναλάβεις εσύ. Ξεκόλλα την από πάνω μου, μη την αφήσεις να έρθει μαζί μου. Ευχή και κατάρα στο δίνω και για τον λόγο ότι της χρωστάς. Δεν είσαι αμέτοχος στην γεννησή της. Γι' αυτό και την είδες πρώτος απ' όλους εσύ.
Σήμερα διαγωνίζομαι στο παραμύθι. Θα είναι η τελευταία φορά ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Βαρέθηκα να δημιουργώ διαπιστευτήρια για τους εκδότες. Αποφάσισα να μην πάω εκεί με ένα παραμύθι. Θα πάω με μια ιστορία ως αφιέρωμα στη μνήμη του Άσιμου. Αυτή που έχω γράψει και μέσα εδώ. Ύστερα τέλος. Ας βρουν άλλον μαϊντανό οι σπόνσορες. Έχουν κάτι ψυχοφθόρο μέσα τους όλα αυτά. Κάτι που δεν σ' αφήνει να σκύψεις μέσα σου για να πας παραπέρα. Που παραπέρα; Σε μιαν άλλη Θεμελίνα. Σε μια άλλη Ελένη ίσως. Σε φιλώ.

ladybug said...

Υπέροχη.
Σ' ευχαριστούμε πολύ.

Herinna said...

Εγώ ευχαριστώ πασχαλίτσα που βρίσκετε την υπομονή και με διαβάζετε :)

Miss D said...

Την είχα ξετρυπώσει τυχαία πέρυσι...την έψαχνα πριν λίγους μήνες και τώρα την ξαναβρίσκω την αγαπημένη μου ιστορία...

Να 'σαι καλά να κινείς τα βουνά μέσα μας...

THEMELINA MOUSSA said...

Σαν να ήμουν εκεί... Μπράβο!