Sunday, December 30, 2007

Ένα παραμύθι

Αγαπημένο μου παραμύθι από όλα τα χρόνια και σε κάθε εποχή του χρόνου, ήταν το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Την πρώτη φορά το είχα ακούσει από τη μάνα μου που πάσχισε κι έμαθε μόνη της να κουτσοδιαβάζει συλλαβιστά για να μπορεί να μας διαβάζει παραμύθια. Λεφτά για ακριβά βιβλία δεν είχαμε αλλά η μαμά αγόραζε εκείνο το περιοδικό το θησαυρό που είχε και τη γελοιογραφία του Ζαχαρία με τη χοντρή κι έτρεχα κάθε φορά να τη δω. Την κόλλαγα στη μούρη στη μαμάς και της ζητούσα να μου πει τι λέει. Κι αυτή "Ζα-χα-ρία σου έχω πει χί-λι-ες φο-ρές μη σκα-ρφα-λώ-νεις στο στη-θος μου, ό-ταν εί-μαι ι-δρωωω-μένη αχαχα ιδρωμένη!"
Έτρεχα εγώ μετά να πειράξω τον αδελφό μου το Ζαχαρία "Ρε, θα πάρεις μια χοντρή και θα σκαρφαλώνεις επάνω στα βυζιά της για να την φτάσεις" έτρωγα τις μάπες μου και ησύχαζα.
Η στιγμή με το παραμύθι ήταν ιερή για μένα. Ήθελα τη μαμά κατ' αποκλειστικότητα και το Ζαχαρία να λείπει για να μη μου χαλάει την ακρόαση με τα σαχλά του σχόλια. Ο Ζαχαρίας δεν αγαπούσε τα παραμύθια τα τρυφερά, διάβαζε μόνο μικρό ήρωα και μικρό σερίφη.
Η μαμά λοιπόν κάποια φορά μου διάβασε το κοριτσάκι με τα σπίρτα και έκτοτε βρήκε το διαολό της. "Και γιατί. Και πως. Και μετά; Και τι σημαίνει ήρθε η γιαγιά η πεθαμένη και το πήρε; φάντασμα ήταν; Πέθανε το κοριτσάκι και πέθανε πολύ; Και τι έκαναν οι άλλοι άνθρωποι που δεν το βοήθησαν μετά; έκλαιγαν; Και τι έπαθε εκείνο το κακό αγόρι που το έβρισε; Και γιατί να γράψει κάποιος ένα τόσο θλιμμένο παραμύθι; μπας δεν είναι παραμύθι; μπας είναι αλήθεια; Και που το έθαψαν;"
Ότι παραμύθι και να άκουσα από κει και πέρα δεν μπορούσε να μου προκαλέσει τη συγκίνηση, την αγανάκτηση και το ενδιαφέρον που μου προκάλεσε το κοριτσάκι με τα σπίρτα.
Όταν επιτέλους έμαθα κι εγώ να διαβάζω, κάποια Χριστούγεννα βρήκα κάτω από το δέντρο μας ένα γυαλιστερό βιβλίο που ανήκε στη σειρά κλασσικά παραμύθια και είχε μέσα εικονογραφημένο το αγαπημένο μου παραμύθι. Το άρπαξα και κλείστηκα στο δωματιό μου με τις ώρες. Αφού το μελέτησα εξονυχιστικά το έβαλα κάτω από το μαξιλάρι μου και βγήκα. Που πήγα; Πήγα να κόψω μια μεγάλη βόλτα στη γειτονιά, να κάτσω σε μια πέτρα για δυο ώρες ώστε να δω πόσο θα άντεχα μέσα στο χειμώνα καθισμένη ακίνητη έξω στο κρύο και είχα αρπάξει από το σπίτι κι ένα κουτί σπίρτα. Άναβα τα σπίρτα το ένα μετά το άλλο και μουρμούριζα κάτι σαν "Ελένη τζούνιορ, καλεί γιαγιά Ελένη". Η γιαγιά Ελένη δεν ήρθε και το βρήκα πολύ φυσικό αφού ακόμα ζούσε τότε, αν και μακριά μας στο νησί που ήθελες εκείνη την εποχή 12 ώρες να πας ταξιδεύοντας και τον ίδιο με τώρα χρόνο να πας κολυμπώντας.
Μετά σκέφτηκα πως αν μείνω κι άλλο και ασπρίσω από το κρύο και κινδυνέψω να πεθάνω, η γιαγιά Ελένη θα το νιώσει και θα εμφανιστεί σαν καλή νεράιδα να με σώσει. Κι αφού ζούσε εκείνη θα ζούσα κι εγώ και θα έβλεπα τη γιαγιά μου.
Καθόμουν λοιπόν το φρικιό εκεί πέρα και άσπριζα και μελάνιαζα και τρέμαν τα χείλη μου και το σώμα μου ολόκληρο, όταν ξαφνικά κάποιος βρέθηκε να μου τη σπάσει χαλώντας μου όλο το σχέδιο.
"Μωρή ηλίθια τι κάνεις εδώ; Δεν ακους τη μαμά που σε φωνάζει;
-Φύγε ρε, σε ενόχλησα εγώ όταν παίζεις;
-Σήκω να πάμε στο σπίτι γιατί θα σε πάω σηκωτή. Και θα πω στον μπαμπά ότι άρπαξες τα σπίρτα κι έπαιζες με αυτά. Μπρος ξεκούνα"
Κι αφού μου έριξε μια μάπα ξεγυρισμένη με έφερε πίσω στο θαυμαστό κόσμο των μεγάλων ο αδελφός μου και πήρε τα συγχαρητήρια από τη μαμά και το μπαμπά που βρήκε το χαμένο στο διάστημα μαλακισμένο τους.
Εγώ έφαγα μια ξεγυρισμένη τιμωρία για να μάθω να κάνω μυστικές συνεδρίες με το πνεύμα της εν ζωή γιαγιάς και μου απαγόρεψαν κάθε έξοδο από το σπίτι χωρίς τη συνοδεία του αδελφού μου, ως εκ τούτου κλείστηκα μέσα. Δεν γούσταρα συνοδείες.
Μια μέρα ήρθε λαχανιασμένος και ενθουσιασμένος αυτός από το παιχνίδι του έξω και με αποκάλεσε Ελένη, πράγμα που έδειχνε ότι κάτι σημαντικό είχε να μου πει, συνήθως με αποκαλούσε ηλίθια.
-Ελένη, Ελένη! φώναξε.
-Τι έγινε;
-Έλα γρήγορα έξω μαζί μου να δεις κάτι.
-Δεν βγαίνω μαζί σου προδότη, άι παράτα με.
-Έλα μωρή ηλ...έλα ρε σου λέω, θα χάσεις.
-Καλά εντάξει. Καμιά βλακεία θα είναι αλλά έρχομαι να δω".
Νόμιζα πως θα έβλεπα κάτι έξω από το σπίτι, αλλά αυτός προχώραγε και προχώραγε, μέχρι που φτάσαμε σε έναν καταυλισμό τσιγγάνων, κανένα χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι.
"-Τι κάνουμε δώ ρε; θα μας φάνε οι γύφτοι
-Μετά τσαντίζεσαι γιατί σε λέω ηλίθια. Δεν τρώνε ανθρώπους οι γύφτοι ρε χόρτο.
-Η μαμά λέει ότι οι αρκουδιάρηδες που είναι γύφτοι, αρπάζουν παιδιά.
-Αφού έτρεχες από πίσω τους και σ' έχανε, στο είπε για να μην τους ακολουθείς.
-Και τι κάνουμε εδώ;
-Να κοίτα!"
Μου δείχνει μια οικογένεια με δυο παιδιά όπου το κορίτσι έπαιζε καθισμένο στη γη με μια σπασμένη κούκλα και το αγόρι έκανε εξάσκηση στο ξυλίκι.
-Ε τι είναι αυτοί; μια οικογένεια.
-Ναι αλλά είναι μάγοι.
-Τι λες ρε μπούρδα...δεν υπάρχουν μάγοι.
-Κοίτα τι κάνει το κορίτσι"
Κοιτάζω καλύτερα και τι να δω και τι ν' ακούσω. Το κορίτσι έλεγε "Άμπρα Κατάμπρα" χτύπαγε με ένα ξυλαράκι την κούκλα του κι αυτή κούναγε το κεφάλι της.
-Θα είναι κουρδιστή κι αφού μόνο το κεφάλι της έχει μείνει σχεδόν τι άλλο να κουνήσει ρε βλάκα; άκου μάγοι!"
Τον άφησα να παρακολουθεί εξ αποστάσεως και έτσι όπως πάντα με έλκυε η συναναστροφή με τη θαυμάσια αυτή ράτσα, πήγα κοντά στο κορίτσι.
-Τι κάνεις εδώ; τη ρώτησα. Μαγικά;
-Προσπαθώ, αλλά δεν πιάνουν. Είπε το κορίτσι.
-Τι προσπαθείς να κάνεις με τα μαγικά;
-Να κολλήσω την κούκλα μου. Της έφυγαν τα χέρια και τα πόδια.
-Δεν υπάρχει κανείς να στη φτιάξει;
-Έχουν δουλειές και δεν ξέρουν κι όλας"
Πήρα την κούκλα στα χέρια μου και την ψηλάφισα.
-Νομίζω πως δεν γίνεται τίποτα, έχει χάσει τα λαστιχά της από μέσα. Πέτα την.
Της είπα η έξυπνη.
-Και με τι θα παίζω άμα την πετάξω;
Με αποστόμωσε το κορίτσι.
Δεν είχα απάντηση να της δώσω κι έφυγα. Ύστερα ξέχασα το γεγονός αφού είπα στον αδελφό μου για μια εισέτι φορά πως είναι βλάκας που με κουβάλησε εκεί πέρα να δω μάγους και είδα ένα κοριτσάκι που δεν ήξερε πως να αναστήσει την κούκλα του.
Ήρθαν τα φώτα και η μαμά είπε πως πρέπει να κοινωνήσουμε. Μας φόρεσε τα καλά μας ρούχα και μας έστειλε το πρωί στην εκκλησία με ένα μπουκαλάκι για να φέρουμε με αυτό αγιασμό στο σπίτι. Έξω από την εκκλησία στα σκαλιά, είδα το κοριτσάκι να ζητιανεύει. Ήταν ντυμένο πολύ ελαφριά και είχε έναν κλαψιάρικο τόνο στη φωνή καθώς ζητούσε τη βοήθεια των Χριστιανών. Ο αδελφός μου βιαστικός μπήκε μέσα να πάρει τον αγιασμό, να κοινωνήσει να τελειώνει και να πάει να παίξει, αλλά εμένα το παιχνίδι μου ήταν εκεί. Μου άρεσε, με μάγευε η συναναστροφή με τους γύφτους. Κάθισα δίπλα της στο σκαλί κι αυτή μου είπε.
-Έχεις κάτι να μου δώσεις;
-Όχι, έχω μόνο τα λεφτά για το κεράκι.
-Δώστα μου.
-Και τι θα ανάψω εγώ μέσα; δεν μπορώ αυτά είναι για την εικόνα. Γιατί ζητιανεύεις;
-Να μαζέψω λεφτά για να πάρω μια κούκλα.
-Γιατί δεν πήγες να πεις τα κάλαντα; εμείς έτσι κάνουμε.
-Δεν τα ξέρω τα κάλαντα. Και δεν μας ανοίγουν τα σπίτια τους σ' εμάς έτσι κι αλλιώς.
-Τι έγινε η σπασμένη σου κούκλα;
-διέλυσε τελείως, της έφυγε και το κεφάλι.

Μπήκα μέσα στην εκκλησία έχοντας αντισταθεί στον πειρασμό να της δώσω τα λεφτά για το κεράκι και είδα τον αδελφό μου να προχωράει κι όλας προς την έξοδο.
-Άντε τελείωνε δεν θα σε περιμένω εδώ μέχρι αύριο. Και το βράδυ να λουστείς με πετρέλαιο, σίγουρα θα έπιασες ψείρες πάλι.
-Δεν ξυνόταν το κορίτσι.
-Αυτοί τις έχουν καιρό και δεν ξύνονται πια. Έχουν όλοι ψείρες. Γιατί νομίζεις κολλάς κάθε φορά που πας κοντά;
-Δεν κολλάω κάθε φορά.
-Καλά να μη λες ότι δεν σε προειδοποίησα εγώ.
Μου απαντά και μετά αρχίζει να ξύνεται για να μου μεταδώσει την ανησυχία.
Μόλις γυρίσαμε στο σπίτι η μαμά μας είπε να ξεντυθούμε αλλά εγώ όρμησα μέσα στο δωματιό μου, άρπαξα την Μαριλού, τη μοναδική μου συντροφιά στα παιχνίδια μου, μια κούκλα που μου είχε αγοράσει η μαμά τα προηγούμενα Χριστούγεννα και βγήκα πάλι τρέχοντας έξω.
-Που πας με την Μαριλού;
Μου φώναξε η μαμά.
-Έρχομαι, σε δέκα λεπτά θα είμαι πίσω!
Της απάντησα. Κι όντως σε δέκα λεπτά ήμουν πίσω, χωρις τη Μαριλού.
Ο αδελφός μου είχε βγει να παίξει κι έτσι γλύτωσα από τα σχολιά του αλλά η μαμά με περίμενε κι άρχισε η ανάκριση. Αναγκάστηκα να της πω την αλήθεια για το κοριτσάκι που πήγε να ζητιανέψει για να αποκτήσει μια κούκλα, κι ότι μου θύμισε το κοριτσάκι με τα σπίρτα έτσι όπως καθόταν μέσα στο κρύο.
-Αυτή θα έχει τώρα κούκλα κι εσύ τίποτα.
Μου είπε στενοχωρημένη η μαμά.
Τότε μου ήρθε μια καλή ιδέα. Τη Μαριλού την αγαπούσα και θα μου στοίχιζε να μη την έχω τη βράδυ μαζί μου. Ζήτησα από τη μαμά να μου συμπληρώσει τα λεφτά από τα κάλαντα για να αγοράσω μια άλλη κούκλα και να την πάω στο κοριτσάκι ώστε να πάρω τη Μαριλού μου πίσω. Την άλλη μέρα πήγαμε μαζί στον καταυλισμό και μίλησαν πρώτα οι δυο μητέρες. Η τσιγγάνα μητέρα φώναξε το παιδί της να βγει από τη σκηνή αλλά εκείνο μόλις μας είδε ξαναμπήκε μέσα να κρυφτεί. Η μάνα της την έβγαλε έξω σηκωτή με την Μαριλού στην αγκαλιά της. Την πλησίασα εγώ με την καινούργια κούκλα που ήταν ακόμα στο κουτί της και της πρότεινα την ανταλλαγή. Εκείνη βλέποντας μια ολοκαίνουργια κούκλα μου έδωσε αμέσως πίσω τη δικιά μου που την άρπαξα στην αγκαλιά μου με χαρά κι όλα τέλειωσαν εκεί.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Λίγο καιρό μετά η μάνα μου είπε, πως είχε την πληροφορία πως η Μένια, η γυφτοπούλα που είχα γνωρίσει, βρισκόταν στο νοσοκομείο με βαριά πνευμονία. Της ζήτησα να με πάει να τη δω και δεν είχε αντίρρηση. Μπαίνοντας μέσα στο θαλαμό της, είδα ένα κορίτσι χλωμό με τα μάτια του κόκκινα, που έβηχε συνέχεια και πάνω στο στήθος της τρανταζόταν μαζί της η κούκλα που της είχα δώσει.
-θα κολλήσει η κούκλα μου;
Με ρώτησε.
-Δε νομίζω, αλλά καλά θα κάνεις να μην καλέσεις τη γιαγιά σου κοντά σου.
-Γιατί; είναι εδώ η γιαγιά μου και μένει μαζί μου όταν δουλεύει η μάνα μου.
-Που δουλεύει;
-Ζητιανεύει για να με κάνει καλά.
Είπε με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου το κορίτσι.
Της άφησα τα ζαχαρωτά και μιά φουσκωτή μπάλα που πήραμε έξω από το νοσοκομείο και αφού της ευχήθηκα περαστικά φύγαμε.
Το βράδυ στην προσευχή μου παρακέλεσα το Χριστό φυλάει τους γονείς μου, τον αδελφό μου και να κάνει καλά την καημένη τη Μένια.
Η Μένια έγινε καλά κι αυτό το διαπίστωσα χρόνια μετά, όταν την είδα παντρεμένη με παιδιά στο νησί μου, όπου είχε έρθει με το σόι της για να πουλήσουν χαλιά και είχαν κατασκηνώσει στην παιδική χαρά του χωριού.
Αρκετό καιρό μετά από τη συνάντηση αυτή, πήγα στον αδελφό μου να τον δω και άρχισα να σκαλίζω τις μνήμες μου από την εποχή της γυφτογειτονιάς.
-Λάθος θυμάσαι. Εσύ ήσουν στο νοσοκομείο κι εγώ σου έφερα τη φουσκωτή μπάλα στο δωμάτιο. Την κούκλα σου δεν την έδωσες στη Μένια, αλλά στην κόρη της Μένιας που είχε παντρευτεί και μας είχε σκάσει μύτη μετά από χρόνια στη γειτονιά με ένα κοριτσάκι ξανθό που μάλιστα δεν έμοιαζε καθόλου με γυφτόπουλο και λέγανε πως το είχε από κάπου αρπάξει. Σ' αυτό το κοριτσάκι έδωσες την κούκλα σου και ήσουν 13 χρονών τότε. Η μένια ήταν αρκετά μεγαλυτερή σου.
-Όχι στη Μένια την είχα δώσει.
-Ότι είχες και έχεις κόλλημα με το κοριτσάκι με τα σπίρτα, το ξέραμε και το ξέρουμε. Ότι ανήγαγες τις ψεματούρες σου σε λογοτεχνία και συνέχισες να ζεις στη φαντασία σου τα γεγονότα κι αυτό το ξέρουμε και στο συγχωράμε. Αλλά η Μένια ήταν πέντε χρόνια πιο μεγάλη από σένα και αυτό δεν είναι κάτι που μπορείς να μας πείσεις ότι είναι αλλιώς, καθώς επίσης κι ότι όταν έπεσες μέσα σε κείνο το φωταγωγό κάτι σου κούνησε από το τράνταγμα μέσα στο μυαλό και γι' αυτό τα θυμάσαι έτσι. Τη μπάλα στην έφερα εγώ στο νοσοκομείο, επιμένω. Και ρώτα τη μαμά αν δεν με πιστεύεις.

Τι νόημα είχε; Εγώ είδα το κοριτσάκι με τα σπίρτα ολοζώντανο μπροστά μου, καθισμένο στα σκαλιά μιας εκκλησίας και του έδωσα την κούκλα μου. Κάθε φορά που έρχονται Χριστούγεννα θυμάμαι αυτό το κορίτσι που έδωσε σάρκα και οστά στο παραμύθι μου, τώρα αν ήταν η Μένια ή ίδια ή η ξανθούλα κόρη της έχει καμιά σημασία;
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έχω χάσει τη Μαριλού μου εδώ και τριάντα χρόνια και δεν θυμάμαι που την έδωσα και δεν ξέρω ποια παιδικά χέρια την κράτησαν για τελευταία φορά.
Έχει δίκιο ο Ζαχαρίας. Κάτι κουνήθηκε μέσα στο μυαλό μου από το τράνταγμα της πτώσης κι έκτοτε ξέχασα πολλά.

5 comments:

Ελενη Στασινου said...

Ελένη μου κακώς ανησύχησες. Εφόσον ξέρεις καλά πως όλα τα παιχνίδια, έχουν τουλάχιστον θύτες, θύματα και παρατηρητές. Για να μην μιλήσω για τους διοργανωτές που μάλλον εδώ δεν μας αφορούν. Άσε που γνωρίζεις το ίδιο καλά, ότι πολλά πράγματα διαδραματίζονται στις πόρτες του μυαλού μας, που καλά λέει ο Ζαχαρίας, από κάτι πάντα είναι κουνημένο, είτε πτώση, είτε κατά-πτωση. Όπως και νάχει, εμείς μέσα απ΄όλα, πάντα θα προσπαθούμε να ανασαίνουμε τα όνειρα των συνανθρώπων μας, και να αναβιώνουμε στιγμές με την Μαριλού των παιδικών μας χρόνων.
Ευχές για ειρήνη.

Herinna said...

Η Καλύτερη ευχή. Άμποτε να συμβεί και μέσα μας. Ευχαριστώ Ελένη και ναι μπορεί να έχω ψυλλιαστεί για τις πόρτες του μυαλού, αλλά για τους αυθεντικούς ανθρώπους φοβάμαι πάντα. Μόλις διάβαζα τη Γώγου.

χαρίδημος said...

Χρόνια πολλά και καλή χρονιά σε μάνα και κόρη! Καθώς έχω διαπιστώσει, όποιος κάνει δώρα, παίρνει δώρα.

Herinna said...

Χρόνια πολλά και καλή χρονιά , τα τελευταία σήμερα μάλλον, κι από μένα Χαρίδημε. Όποιος δίνει δώρα παίρνει δώρα; Ναι. Καμιά φορά συμβαίνει κι έτσι.

χαρίδημος said...

Καλημερούδια! Τα δώρα δεν έχουν πάντα όμορφο περιτύλιγμα. Το διαμάντι σε μιά πέτρα είναι κρυμμένο. Κάτι κουνήθηκε μέσα στο μυαλό μου από το τράνταγμα της πτώσης και έκτοτε θυμήθηκα να μην ξεχνώ. :)