Saturday, October 20, 2007

Μια ιστορία του μέλλοντος

Ξύπνησα μέσα σ' αυτό τον γυάλινο θόλο με το φως να μη βρίσκει αντίσταση στα τοιχωματά του και το προσωπό μου να φλέγεται από αυτό. "Το φως που καίει" είναι διαφορετικό από κάθε άλλο φως. Πόσα είδη φωτός γνωρίζει κανείς στη ζωή του όμως, το αγνοώ. Ίσως αυτό να είναι το πιο θανάσιμο αμαρτημά μου, δεδομένου ότι εξαιτίας του πρώτου, έχω μισήσει κάθε άλλο φως, ακόμα κι αν έχει τις πλείστες ευεργετικές ιδιότητες.
Από την άλλη καθόλου σίγουρη δεν είμαι ότι ξύπνησα κι ότι αυτή που σας μιλάει δεν περιφέρεται με το σώμα του ονείρου ψηλαφίζοντας το γυάλινο τοίχωμα.
Υπάρχει μια πόρτα που μου επιτρέπει την έξοδο από το δωμάτιο, όχι όμως και την έξοδο από το γυάλινο κτήριο. Μέσα στα άλλα δωμάτια υπάρχουν συνένοικοι που έχουν μετατρέψει το χώρο τους σε εικονικό παράδεισο, κι άλλοι που τον αγνοούν καθώς έχουν επιδοθεί στο σοβαρό έργο τους. Δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι το έργο τους, αλλά θα πρέπει να είναι σοβαρό έτσι όπως τους βλέπω σκυμμένους στα γυάλινα γραφεία τους, μπροστά σ' ένα μόνιτορ να χτυπάνε τα πλήκτρα με ύφος ενθουσιασμένου εξερευνητή.
Λένε πως ο άνθρωπος είναι ένα κομπιούτερ με λογισμικό πανομοιότυπο με αυτό των κομπιούτερς, ωστόσο δεν έχω δει κανένα κομπιούτερ να μιλάει με τον εαυτό του αγωνιώντας για τα στοιχεία που δίνει κα παίρνει.
Μέσα στο δωμάτιο των εργασιών ακούγονται πολλές φωνές, ωστόσο καμιά από τις φράσεις δεν αποτελεί απόσπασμα στιχομυθίας και δεν μοιάζει να απευθύνεται σε άλλον άνθρωπο.
Έτσι επικρατεί ένας βόμβος από σπασμένες εκφράσεις και λέξεις που είναι κολλημένες σαν βεντούζες πάνω στο γυάλινο θόλο.
Σε ένα από αυτά τα δωμάτια θα πρέπει να συναντήσω τους άλλους που ψηλαφίζουν τα τοιχώματα. Άνοιξα ακόμα μια πόρτα και ύστερα πέρασα από μια φαρδιά είσοδο που είχε μια επιγραφή με σκαλιστά γράμματα.
"Ευρετήριο μνήμης"
Το δωμάτιο ήταν άδειο κι από έβγαλα ένα διπλό συμπέρασμα. Ή ήμουν η μοναδική προβληματική περίπτωση εδώ πέρα, ή όλοι οι υπόλοιποι δεν έχουν επίγνωση της καταστασής τους.
Κάθισα μπροστά σε ένα μεταλλικό αντικείμενο που είχε μια επίπεδη επιφάνεια και τέσσερεις κυλίνδρους για πόδια. " Τραπέζι, Τραπέζι" ψιθύρισα στον εαυτό μου και αμέσως μετά έβαλα το χέρι μου στο στόμα. Αφενός τα αντικείμενα άρχισαν να επαναφέρουν τις λέξεις και δεν ήξερα που μπορούσε αυτό να με βγάλει, αφετέρου, ο ήχος της φωνής μου ήταν αστείος, σαν να ερχόταν από ένα πηγάδι, πηγάδι, πηγάαουδι.
Γάουδι γάουδι ουδι ιδου ξανάπα.
Αντί να πάρω στα χέρια μου εκείνο το χοντρό βιβλίο με τις διαφανείς σελίδες, άρχισα να κομματιάζω κάθε συλλαβή που πρόφερα και να την επανατοποθετώ επάνω στο μεταλλικό καυτό αντικείμενο-τραπέζι.
Τα γράμματα ήταν εύπλαστα σαν ζυμάρι, ήταν πολύ εύκολο να τα καταστρέψω στην προσπαθειά μου να τα πιάσω καθώς από τις άκρες τους έφευγε ένα είδος λαδιού, που παρέσερνε στο ρυάκι του τα συστατικά τους.
Αν ήθελα να βγάλω μια άκρη για το τι ακριβώς γίνεται στην περιοχή της σκέψης μου, έπρεπε να βιαστώ.
Είχα την αίσθηση χωρίς να έχω δει καμιά απαγορευτικη πινακίδα πως ήμουν παράνομα μέσα σε αυτό το δωμάτιο και δεν ήμουν λάθος.
Δυο άντρες με κίτρινη στολή και έναν ανεμιστήρα στο κεφάλι μπήκαν ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο και με ρώτησαν τι κάνω. Η φωνή τους ήταν επίσης πηγαδίσια γαδίσια ίσια,
και τα μάτια τους είχαν μια κάθετη γραμμή όπως της γάτας στο σκοτάδι, άδι.
-Δεν υπάρχει τίποτε απαγορευτικό εδώ πέρα. Τους είπα αποφεύγοντας την ερώτηση.
-Δεν υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο, κανείς δεν θα σκεπτόταν να έρθει εδώ πέρα και να ψάξει με τον τρόπο που το κάνεις εσύ.
-Δεν σας πείραξα τίποτα. Είπα ελαφρά εκνευρισμένη.
-Μην είσαι τόσο σίγουρη γι' αυτό. Είπε ο ένας από τους δυο και αφού μάζεψε τα γραμματά μου από το τραπέζι, τα μετέτρεψε σε μια μάζα που κόλλαγε πάνω στα χέρια.
-Έχεις κι άλλο από αυτό το υλικό; με ρώτησε αυστηρά.
-Δεν ήξερα καν ότι εγώ έχω αυτό το υλικό. Πιστεύω πως σχηματίστηκε μόνο του στον αέρα.
-Μην είσαι τόσο σίγουρη. Μου ξανάπε ο πρώτος και αμέσως έκανε ένα νεύμα στον δεύτερο για να με βγάλει έξω από κει.
Ο άλλος ήρθε και με έπιασε από τους αγκώνες, με τρόπο που να μη μπορώ να του ξεφύγω κι άρχισε να με οδηγεί προς την έξοδο αλλά έδειχνε αποφασισμένος να μη με αφήσει έξω από αυτήν.
-Που με πάτε; ρώτησα αγχωμένη.
-Στο επισκευαστήριο. Μου απάντησε πάλι ο πρώτος που είχε και τα πιο σβησμένα χαρακτηριστικά με εξαίρεση την κάθετη γραμμή στα μάτια.
-Δεν χρειάζομαι καμιά επισκευή, αέρα χρειάζομαι.
-Και που έμαθες τι λέξη "αέρας" εσύ; Που έμαθες όλα αυτά που μέχρι τώρα έχεις αναφέρει; Που βρήκες το ζυμάρι των λέξεων;
-Είμαι άνθρωπος! Δεν γίνεται να μη τα έχω μέσα μου όλα αυτά.
-Μην είσαι τόσο σίγουρη.
Πήρα πάλι την ίδια απάντηση και από κει και πέρα καμιάν άλλη.
Με έσυραν μέχρι το επισκευαστήριο, ένα δωμάτιο γεμάτο από γυάλινες σφήνες, πρέσες και συμπιεστές υλικών. Μου ήρθαν μνήμες από δυο τρια αντικείμενα μιας περασμένης πραγματικότητας. Ένας οδοστρωτηρας, ένα λιοτρίβι, ένα ψηλό μηχάνημα που είχε κρεμασμένο στον πήχυ του ένα αυτοκίνητο, κίνητο, ητο.
"-Με πάνε για ανακύκλωση κύκλωση, ωση". Σκέφτηκα έντρομη.
Τίποτα από ότι μπορούσα να χρησιμοποιήσω με λόγια, λέξεις που άτακτα έπαιρναν τη θέση τους πίσω στη μνήμη μου, δεν φαινόταν ότι μπορεί να ανακόψει τη φόρα των αποφασισμένων αυτών τύπων.
Το μόνα υλικά που φαινόταν να αντέχουν εκεί μέσα ήταν το γυαλί, το άγνωστου μεταλλεύματος τραπέζι και το ανθρώπινο σώμα.
-Ωστόσο δει είστε άνθρωποι! Τους φώναξα.
-Οι δυο τύποι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, έδειξαν το σώμα τους ο ένας στον άλλο, ύστερα το δικό μου που άρχισε να χάνει τα λάδια τους στις άκρες, σαν τις λέξεις και είπαν...
-Γρήγορα, αποσυντίθεται.
Δεν ξέρω πως και σε τι με χρησιμοποίησαν στη διάρκεια που είχα χάσει παντελώς την επιγνωσή μου, οι δυνάμεις μου ήταν λιγοστές και ήξερα ότι δεν θα ήμουν για πολύ αυτό που σκεπτόμουν πως ήμουν.
Πως οι μελλοθάνατοι σε μιαν άλλη εποχή φώναζαν "ελεθερία η θάνατος", ένιωθα ότι κάτι έπρεπε να φωνάξω κι έτσι από το βάθος του πηγαδιού ιού μου ξεπετάχτηκε μια κραυγή.
Ουρανός ος , Γη η , Θάλασσα σα, Αγάπη γαπη! οσ η σα γαπη, σοση πηα ηα α.
-Γρήγορα. Ξανάπαν αυτοί.
-Θρω αν σκω πος , σκοπος, ανθρω.
Και ξαφνικά άρχισα να γελάω σπαρακτικτά, υστερικά, με έναν υπόκωφο θόρυβο σεισμού να ανεβαίνει από τα βάθη του πηγαδιού μου στο στόμιο μιο ιο, και να χτυπά τις γυάλινες επιφάνειες και τους ανεμιστήρες στο κεφάλι των φρουρών μου που άρχισαν να γυρίζουν ιλιγγιωδώς και να τους παγώνουν και τα τζάμια να νοτίζουν να τρίζουν, να ακούγονται σαν κάτι που αντισκέται στην πίεση χωρίς αποτέλεσμα, και χαχαχαΧΑΧΑΧΑΧΑ το γέλιο μου διαπέρασε το γυάλινο θόλο. Συντρίμια πίσω μου παντού και έξω, στον αέρα το ζυμάρι απλώθηκε σε ένα τεράστιο και πηχτό σύννεφο.
Να από δω θα ξαναφτιάξω τις λέξεις μου σκέφτηκα. Κι αυτές θα ξαναφέρουν πίσω τον κόσμο.
Έχωσα τα δάχτυλά μου μέσα του αιωρούμενη, κι άρχισα να κόβω μεγάλα κομμάτια ακατέργαστης μνήμης. Μεγάλα όμως.

3 comments:

διεκδικώ σκληρά said...
This comment has been removed by a blog administrator.
Herinna said...
This comment has been removed by the author.
διεκδικώ σκληρά said...
This comment has been removed by a blog administrator.