Monday, March 02, 2026

Εδώ Σκοπευτήριο/ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΛΥΚΟΦΡΥΔΗ - ΤΑ ΚΛΕΜΜΈΝΑ ΧΕΙΡΌΓΡΑΦΑ












ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
(Απόσπασμα)

Η Καισαριανή εκείνη την εποχή ήτανε ελεύθερη σε σύγκριση μ' όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Αλήθεια, ήτανε ένας συνοικισμός ανεξάρτητος από τις τότε κυβερνήσεις, τους νόμους. Επκρατούσανε οι αριστερές αντιστασιακές οργανώσεις που τις αποτελούσανε οι κάτοικοι: γέροι, νέοι και παιδιά. Όχι βέβαια πως την αφήνανε και στην ησυχία της. Κάθε τρεις και λίγο, αυτή η χαρούμενη συνοικία, ήτανε κυκλωμένη, μπλοκαρισμένη από τόσους εχθρούς: δικούς και ξένους: Έλληνες και Γερμανούς. Ή όλοι μαζί ερχόντουσαν ή χωριστά ο καθένας και με ξεχωριστή αποστολή. Πάντως οι Γερμανοί, ως ένας ψυχρός λαός που είναι μας επισκεφτότανε αραιά και που. Βέβαια, καταλάβαινα καλά, γιατί ερχόντουσαν οι Γερμανοί, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ερχόντουσαν οι Έλληνες. Τί διάολο παιχνίδι είναι αυτό που παίζουνε αυτοί οι μεγάλοι, τί στο καλό κατασπαράσσονται. Ξαφνικά εκεί που παίζαμε ή σουλατσάραμε στους δρόμους, άρχιζε ένα αναπάντεχο τουφεκίδι και μια φωνή διέσχιζε τον αέρα. «μέσα, μπλόκο», τα παρατούσαμε όλα και τρέχαμε σπίτι. Η τοπική στρατιωτική δύναμη, υπεράσπιζε το συνοικισμό, με μιαν ανδρεία που ξεπερνούσε κάθε λογική. Εμείς τα παιδιά, όσα δεν παίρναμε μέρος στη μάχη, παρακολουθούσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον την όλη υπόθεση. Γιατί ήτανε σαν ένα παιχνίδι. Ένας νεαρός πολεμιστής μπορούσε να κρατήσει μακριά από το συνοικισμό, πολυάριθμο εχθρό. Είχε ας πούμε ένα πολύτιμο πολυβόλο κι έτρεχε κι έριχνε από κάθε γωνιά της λεωφόρου. Και φώναζε κι όλας: «Προδότες μην τολμήσετε να μπείτε στο συνοικισμό. Έχουμε ενισχύσεις. Είμαστε διακόσια άτομα». Α ρε γλέντι που γινότανε μ' αυτές τις εξυπνάδες. «Νά τονε», φώναζε ο διπλανός ξυπολητάκιας, «τώρα είναι κει στην οδό Λαδά. Ω ρε ο μπαγάσας, τώρα ανέβηκε στο μπαλκόνι της κυρά- Νίκης, από κει ρίχνει». Πατιρντί σ' όλα τα σπίτια. Όταν αυτοί οι δυο οι τρεις, πέντε, βία δεκαπέντε πολεμιστές, σκοτωνόντουσαν ή τους τελειώνανε οι σφαίρες, κρυβόντουσαν εδώ κι εκεί κι οι άλλοι πια μπαίνανε ανενόχλητοι στη συνοικία. Άλλες πάλι φορές, πλακωνόντουσαν σώμα με σώμα, μέσα στα στενά, στις βεράντες μπρος στις πόρτες. Μπορούσες δηλαδή να παρακολουθήσεις μια πάλη μέχρι το θάνατο, έξω από την πόρτα σου κι αν ήσουν κι εσύ κανένας θαρραλέος έβγαινες έξω, έπαιρνες μέρος στην πάλη, άρπαζες και συ τις σφαίρες σου κι ησύχαζες…ή σε τραβολογούσαν μαζί τους ζωντανό, κι αυτό ήτανε μοναδική ατυχία. Κάποιος υπόνομος θα σ' έτρωγε και θα πέθαινες μέσα στο σκατολόι της Αθήνας που δεν ήτανε κι αυτό σκέτο ελληνικό.



Όταν λοιπόν όλος αυτός ο ηρωισμός εξαντλιότανε έτσι ή αλλιώς, οι ξένοι καταχτητές ή οι «δικοί» μας «πατριώτες», μπαίνανε στη συνοικία και γινόντουσαν κύριοι για κάνα μισάωρο, το πολύ μια ώρα. Ή βάζανε φωτιά πέρα στις παράγκες, ή τριγυρνούσανε στη λεωφόρο βριζοκοπώντας θεούς και δαιμόνους. Α, όταν οι Έλληνες βρίζανε, ήταν ένα θαύμα. Έφταναν στ' αυτιά μου κάτι βρισιές που τις άκουγα για πρώτη φορά. Γύριζα στη Θάλεια, διψασμένη για μάθηση: «ξεσκισμένες, τι θα πει, πες μου». «Σσσς», έκανε η Θάλεια στενοχωρημένα. Πολύ τα είχανε με τις γυναίκες, γιατί, δεν μπορούσα να καταλάβω. Αυτοί που έμεναν επι της Λεωφόρου λεγόμενης Βασιλέως Κωνσταντίνου, ήτανε οι προνομιούχοι, βλέπανε τα πάντα πίσω απ' τις γρύλιες.

Μια φορά, αφού κάνανε ό,τι κάνανε κι όλα ήτανε σιωπηλά –ούτε οι σκοτωμένοι βογγούσανε, ούτε ο κόσμος μέσ στα σπίτια του ανάσαινε, αυτοί τριγυρνούσανε στη λεωφόρο λίγο παραπάνω από την κεντρική πλατεια της συνοικίας, είχανε βουτήξει και κάτι ασπροκεντήματα από πέρα τις παράγκες που τις βρίσκανε του χεριού τους, και τα μοιράζανε ή τα θαυμάζανε, δε θυμάμαι καλά τι διάολο κάνανε, οπότε ο αρχηγός, ένας χοντρός με στολή πυροσβέστη,- ούτε μπορώ να καταλάβω γιατί τον παρομοίασα με πυροσβέστη, ίσως γιατί μίλησε για φωτιά παρακάτω- άρχισε λοιπόν ένα υβρεολόγιο που παρόμοιο δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα. Γύρω οι συμπολεμιστές, κάτι φουστανελάδες που λες κι είχανε βγει από σκόλασμα μαθητικής γιορτής, χάσκανε ή αξιολογούσνε τ' ασπροκεντήματα. Ξεφώνιζε λοιπόν ο «πυροσβέστης»: -Μωρή, πουτάνες, ξεσκισμένες, σας βάλαμε φωτιά, βγείτε να μαζέψτε τα κουφάρια των ηρώων σας. Αν ξαναντισταθείτε ρε σεις, αντάρτες, θα σας τσακίσουμε, κομούνια, μαμούτια, αλήτες. Εμείς ρε πουσταριά, για το καλό της πατρίδας πολεμάμε, εσείς είσαστε βούλγαροι, σκυλιά. Βγείτε ρε ήρωες να πολεμήσετε, να μας, εδώ είμαστε. Φεύγουμε τώρα…την άλλη φορά, αν κάνετε τίποτα, θα σας κάψουμε ζωντανούς.

Κοίταζα από τις γρύλιες μας αχόρταγα. Ήμουνα καταμπερδεμένη. Δεν μπορούσα πάλι να καταλάβω γιατί στο όλο βρισίδι, σκυλομπερδευότανε η λέξη «βούλγαροι». Η άγνοιά μου στη γεωγραφία μου έφερνε ετούτη τη σύγχιση. Η μουσική από άλλο τουφεκίδι, σε γειτονικό συνοικισμό, έφτανε γλυκά και συμπλήρωνε την παράσταση.

Καμιά φορά όμως ήτανε και Γερμανοί. Βέβαια. Αυτοί πάλι, ερχόντουσαν σε ακατάλληλες ώρες και πάντα μ' έναν καθορισμένο σκοπό. Όπως μια φορά, ήρθανε νύχτα βαθιά, δυο γερμανικά αυτοκίνητα και σταθήκανε κάτω, μπρος στην πόρτα της πολυκατοικίας μας. Εγώ πια που ήξερα πως η Θάλεια κρυβότανε κι ήτανε ένα π ρόσωπο σημαντικό και πως κινδύνευε, ξύπνησα κι άρχισα να τρέμω κι εκείνη τρέχοντς στις γρίλιες, ψιθύρισε. «έφτασε η ώρα».

Όμως η ώρα δεν είχε φτάσει. Οι Γερμανοί πήγανε σ' ένα σπίτι πίσω απ' το δικό μας. Εκεί έμενε μια χήρα που δούλευε σ' αυτούς σαν μαγείρισσα. Είχε κι ένα κοριτσάκι καμά δωδεκαριά χρονώ και φυσικά του κουβαλούσε και του πολιού το γάλα, που λέμε. Σαν έβγαινε έξω, την τριγυρνούσαμε. «αυτή που τρώει» τη λέγανε. Η μάνα της όμως, είχε την κακή συνήθεια να μεταφέρει στους Γερμανούς τα νέα της συνοικίας. Νέα που αφορούσανε την Αντίσταση δηλαδή. Θανάσιμο αμάρτημα η προδοσία εκείνους τους καιρούς. Κι εκείνα τα ευλογημένα προδοτάκια: άτυχες κι ανυπόμονες καρδιές. Δεν περιμένανε να τελειώσει ο πόλεμος, να γίνει δήθεν ειρήνη, να οργανωθούνε με την ησυχία τους και νά' ναι ευηπόληπτοι πολίτες. Τότε οι απλοί άνθρωποι που πολεμούσανε, ήταν «κανίβαλοι»: τους προδότες τους σκοτώνανε. Τώρα όμως, έχουνε κι αυτοί εξελιχτεί: τους θαυμάζουνε: «Χε, οι μπαγάσηδες», λένε.

Η συνοικιακή Οργάνωση Αντίστασης λοιπόν, τη σκότωσε τη γυναικούλα για νά' χει ήσυχο το κεφάλι της. Οι Γερμανοί όμως, για εκδίκηση, φέρανε πέντε φυλακισμένους και τους σκοτώσανε μπροστά στην πόρτα της, τιμής ένεκεν.

Σκέφτομαι τώρα, πως μια πολύ στοργική μάνα, πήρε στο λαιμό της πέντε παλικάρια, μόνο και μόνο για να σώσει την κόρη της απ' την αδενοπάθεια. Και ποιος δεν είχε αδενοπάθεια τότε. Και δεν έμαθε ποτέ, πως αυτή η κόρη, μετά δέκα χρόνια αυτοκτόνησε, για «αισθηματικούς λόγους». Πήρε χάπια και πήγε πέρα, ψηλά σ' ένα λόφο της Αθήνας όπου πέθανε με την ησυχία της. Περιφρόνησε μέσα απ' την καρδιά της έναν κόσμο που της εξασφάλισε ψωμί σε καιρό πολέμου και καθόλου αγάπη σε καιρό ειρήνης. Πσς…φιλολογίες.

Εκείνη τη σκοτεινή νύχτα, κάνα δυο απ'τους τουφεκισμένους, δε είχανε πεθάνει και βογγούσανε ως το πρωί που τελικά ξεψυχήσανε.

Η Θάλεια καθότανε στο κρεβάτι κι έκλαιγε σιωπηλά. Κι εγώ δίπλα της, συγκρατώντας τις αναγούλες μου, τη σεγκοντάριζα στις κλάψες. Περιμέναμε να φέξει με λαχτάρα. Μόλις ξημέρωσε, η Θάλεια βγήκε έξω, ξοπίσω της κι εγώ. Πήγα κι είδα τους εκτελεσμένους, που άλλοι πιο ανήσυχοι από μένα, είχαν πια βάλει πετραδάκια γύρω στα πτώματα και λουλούδια πάνω στα κορμιά τους. Ήτανε άγνωστοι. Κανείς δεν τους γνώριζε. Καημένοι άνθρωποι! Ποιός ξέρει ποιοί ήτανε. Κι από κλάμα, δε θα' χανε παράπονο: η γειτονιά ολόκληρη θρηνούσε…Κι ο μάγκας της περιοχής, αφού τους έριξε ένα βλέμμα λυπητερό είπε: «Σερσέ λα φαμ», κι έφυγε βαρύς…

Τότε που δεν καταλάβαινα τίποτα και δεν μπορούσα να λάβω μέρος πουθενά, μου αρκούσε η ικανοποίηση που ήτανε μέσα στις δυνατότητές μου. Η ανακάλυψη και η εντόπιση των σκοτωμένων μετά από κάθε τέτοια φασαρία.

Σ' αυτές μου τις εκστρατείες δεν ήθελα ποτέ συντροφιά. Αν η Θάλεια έλειπε από το σπίτι, έπαιρνα τους δρόμους μόλις ο εχθρός έβγαινε απ' το συνοικισμό. Αν ήτανε σπίτι, έκανα υπομονή μέχρι να βρω ευκαιρία να το σκάσω. Η πρώτη θαρραλέα που ξεμύτιζε ήμουνα εγώ που σίγουρα δεν ήξερα τι είδους ευχαρίστηση εύρισκα ανακαλύπτοντας τα πτώματα, τα κομμένα χέρια, πόδια, τα μυαλά στους τοίχους, το ύφος των νεκρών. Πολλές φορές σ' αυτές τις εξερευνήσεις, συναντούσα συνομήλικους, αλλά τους απόφευγα με μανία: δε μου λέγανε τίποτα αυτά τα παλιόπαιδα που ανοίγανε κάτι στόματα και κάτι μάτια τόοοσα, σαν χαζά. Στο γυρισμό μου, αν ήταν η Θάλεια σπίτι, της περιέγραφα τα πάντα με απόλυτη ακρίβεια. Στο τέλος της περιγραφής που γινότανε σε χαμηλό γρήγορο τόνο, η Θάλεια με ρώταγε:

-Και το ύφος; οι φάτσες τους; πως ήτανε αυτές.

Α, το ύφος! Αυτό το πρόσεχα ιδιαίτερα. Τώρα βγάζω το συμπέρασμα πως οι άνθρωποι που πεθαίνουνε μ' αυτό τον τρόπο, μόνο τα τελευταία λεπτά του θανάτους τους, θυμούνται την ανθρώπινη υπόσταση και τα βασανά τους. Όλες τις άλλες ώρες, μέρες, μήνες, είναι κάτι πέρα απ' το ανθρώπινο. Κανένας τους λοιπόν, δεν είχε ύφος «θείας υπεροψίας» ή περηφάνιας όπως μας λένε τα μυθιστορήματα. Κανένας δεν καυχιότανε. Ητανε όλοι τους απλά αγόρια ή άντρες του λαού, με φυλαχτά στο λαιμό, μάλλινες φανέλες κατάσαρκα, καλοκαιριάτικα, ή αν ήτανε κανένας φοιτητής, θά'χε κοκέτικα δεμένο στο λαιμό, ένα κόκκινο μαντιλάκι καταχαρούμενο.

Ο ένας είχε μια αθώα απορία στο στόμα του που ήτανε ορθάνοιχτο, άλλος χαμογελούσε λυπημένα, ίσως για κάποιο αστείο που πέταξε ο αντίπαλος την τελευταία στιγμή, όπως το συνήθιζαν δα, αλλουνού θά'ταν η θλίψη διάχυτη στα ματωμένα ή στα ανέπαφα χαρακτηριστικά του. Μόνο ένας μια φορά, δεν είχε κανένα ύφος, γιατί όλο το προσωπό του ήτανε μια κρεατένια σαλάτα και μόνο το μετωπό του σώπαινε αρυτίδωτο και παντέρημο.

Ποτέ δεν κατάφερα να δω ένα σκοτωμένο του εχθρού, είτε Έλληνα είτε Γερμανό. Αν αυτοί είχανε κανέναν, τον έπαιρναν μαζί τους, βρίζοντας και βγάζοντας αφρούς από το στόμα, σάμπως ο νεκρός ν' ανήκε σε κάποια άλλη φυλή, όχι στην ανθρώπινη ράτσα, υψηλή κι ανώτερη, που αυτοί οι κάτοικοι αυτού του βρωμοσυνοικισμού, δε μπορούσανε να καταλάβουνε την ανωτερώτητά της…



«….κι η λέαινα η δυνατή, η βασίλισσα των ζώων, πήρε το μικρό της στο στόμα, πληγωμένο κι ανήμπορο κι έφυγε απ' το πεδίο της μάχης μαζί με τ' άλλα ζώα….»

Χμ….τα παραμύθια που μου αράδιαζε η Θάλεια τις νύχτες που είχα τις μεγάλες μου αναγούλες, δεν καταφέρνανε να διώξουν τα εφιαλτικά μου όνειρα. Γύρναγα προς τον τοίχο, δήθεν πως κοιμόμουνα και σκεφτόμουνα τα δικά μου. Δεν με φτάνανε αυτά που είχα δει όλη την ημέρα, να σου και τα λιοντάρια ανάμεσα στους σκοτωμένους μου.



΄Ενα άλλο πρωί, ξημέρωνε πρώτη του Μαγιού, γερμανικά αυτοκίνητα, φορτηγά, ήρθανε και σταθήκανε στη γωνιά, μπροστά στο καφενείο του κυρ-Μπάμπη.

Τα γερμανικά γαυγίσματα ταράξανε τη γαλήνη της αυγής, που ετοιμαζότανε να κατέβει θορυβώδικα και να λάμψει στο συνοικισμό.

Ανάμεσα στα γαυγίσματα, ελληνικά τραγούδια: «Στη στεριά δε ζει στο ψάρι ούτε ανθός στην αμμουδιά και οι Έλληνες δε ζούνε δίχως την Ελευθεριά».

Καημένοι μου τυχεροί! Πόσες φορές άραγε, θ' ακουστεί ακόμη, τούτη η ρομαντική στροφή. Κι αυτός ο μύθος, πως οι Έλληνες δε ζούνε δίχως την Ελευτεριά…Μα γιατί, μήπως ζούνε οι άλλοι λαοί δίχως λευτεριά; Πολλές φορές σκέφτουμαι πως κάτι ύποπτο κρύβεται πίσω απ' αυτή τη δοξασία…

Καθόμαστε λοιπόν με τη Θάλεια πίσω απ' τις γρύλιες, βλέπαμε κι ακούγαμε. Η Θάλεια είπε:

-Θε μου, μου φαίνεται πως τους πάνε πάλι στο Σκοπευτήριο. Πραγματικά ήρθαν κι άλλα φορτηγά, και ξεκίνησαν όλα μαζί για το Σκοπευτήριο. Έναν τεράστιο χώρο για σκοποβολή, που υπήρχε και πριν τον πόλεμο.

Σε λίγο, ομοβροντίες έσκισαν τον αέρα και τις ανθρώπινες σάρκες. Όταν πια διακόσιοι άνθρωποι πέσανε νεκροί, κι όταν οι Γερμανοί φύγανε, ο ήλιος πρόβαλε λαμπρός, ο κόσμος βγήκε στους δρόμους, διαλαλώντας το θρήνο και την οργή του.

Το σχολείο που προσωρινά μ' είχε γράψει η Θάλεια, ήτανε κοντά στο Σκοπευτήριο όπου γινόντουσαν οι εκτελέσεις. Έτσι με την άνεσή μας, παρακολουθήσαμε τη μεταφορά των πτωμάτων, σε κλειστά φορτηγά και το αίμα που έσταζε και γέμιζε το δρόμο, ήτανε μια ποικιλία, γιατί δεν μπορούσαμε να δούμε και τίποτε άλλο. Είμαστε αραδιασμένοι στο πεζοδρόμιο, παραδομένοι στο θέαμα. Αν και το κουδούνι χτυπούσε δαιμονισμένα, το διάλειμμα είχε τελειώσει από ώρα, εμείς, δεν χαμπαρίζαμε από τίποτα. Τέλος πάντων, σαν τέλειωσε η παρέλαση των φορτηγών, φύγαμε και γυρίσαμε σχολείο κι οι δάσκαλοι υπομονετικοί και κλαμένοι, μας περιμένανε αμίλητοι. Εμένα μέσα στην τάξη, μ' έπιασε ναυτία, έκανα εμετό πάνω στο θρανίο, την ώρα ακριβώς που ο δάσκαλος της έκτης από δίπλα, έλεγε. «Θά' θελα να γράφατε μια έκθεση γι' αυτό που έγινε σήμερα». Κι η δική μας η δασκάλα κοίταζε βουρκωμένη έξω στο δρόμο κι έλεγε: «Σήμερα παιδιά, θα μάθουμε πρόστεση, δηλαδή…». Ο εμετός ο δικός μου, έφερε αναστάτωση μέσα στην τάξη και αποξεχάστηκε για λίγο η κακομοίρα.



Την ημέρα της απελευθέρωσης, με πήρε η Θάλεια κάτω στην Αθήνα, όπου ο κόσμος ήρθε κι από την επαρχία για να γιορτάσει αυτή την τόσο ποθητή μέρα. Με κρατούσε σφιχτά απ' το χέρι κι οι άνθρωποι δίπλα, μπρος, πίσω, αλαλάζανε, η Θάλεια έκλαιγε κι εγώ επίσης. «Θάλεια, τι θα πει κου-κου-γέ», ρώτησα για μια στιγμή.

Αυτή έκανε ένα «χμ…» κι έσκασε στα γέλια.

Στο Σύνταγμα, κάτω από το μνημείο του Άγνωστού Στρατιώτη, η Θάλεια με σήκωσε και μ' έβαλε να καθίσω στο πεζούλι ψηλά, για να βλέπω καλύτερα.

Αν μπορούσα έστω και μια φορά να ξανανιώσω εκείνο τον ίλιγγο της ευτυχίας που με πλημμύριζε! Σίγουρα δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από κείνη όπου όλοι οι άνθρωποι μαζί μπορούν να νιώσουν. Φαντάζομαι τώρα, πόση μεγάλη ικανοποίηση θα νιώθανε αυτοί που συντελέσανε για τούτη τη χαρά. Ο κόσμος στα πόδια μου φώναζε, τραγουδούσε, έκλαιγε, χόρευε. Μια κοπέλα δίπλα μου, απήγγειλε ένα ποίημα.



Αλίμονο όμως! Οι χαρές του πλήθους είναι σαν τα πυροτεχνήματα. Διασχίζουν τους αιθέρες για λίγο, μετά, πέφτουν και χάνονται και στα μάτια μας μένει για ώρες η φαντασμαγορία των χρωμάτων τους και κείνο το ψήλωμα προς τα ουράνια.



Ο Δεκέμβρης ήρθε και σάρωσε ό,τι απόμεινε από την κατοχή των Γερμανοϊταλών. Εκείνος ο εμφύλιος πόλεμος ήτανε πιο καταστροφικός απ' τον πόλεμο με τους ξένους. Σήμερα, υπάρχουν περισσότερα ίχνη απ' τις σφαίρες των «Δεκεμβριανών», παρά απ' τις βόμβες των καταχτητών.

Τα παιδιά δεν μπόρεσαν πια να αντιληφθούν τίποτα απ' αυτό το κακό. Κάτι είχαν νιώσει απ' τον πόλεμο με τους ξένους, αλλά τώρα;



…………Να όμως, που μόλις ξέσπασε ο εμφύλιος, χρειάστηκε να φύγουμε από κει, να πάμε κάπου πιο ασφαλισμένα. Κατεβήκαμε στο Παγκράτι όπου οι αριστεροί είχανε επιτάξει ορισμένα σπίτια με πολλά δωμάτια, διόροφες, τριόροφες πολυκατοικίες και μέσα, στεγάζανε τον κοσμάκη που κατέβαινε απ' τους συνοικισμούς για να γλυτώσει απ' το κακό που ξετυλιγότανε σχεδόν στα σπίτια του. Στριμωχτήκαμε κι εμείς λοιπόν σ' ένα δωμάτιο ενός διόροφου σπιτιού προς μεγάλη δυσαρέσκεια της μητέρας και των ιδιοκτητών. Ποιός ξέρει πόσοι είμαστε εκεί μέσα. Είχαμε ξαπλώσει την αρίδα μας σε κάτι νόστιμα κρεβάτια, μόνο που δε μπορούσαμε ν' ανοίξουμε τις μπαλκονόπορτες: οι σφαίρες σφυρίζανε απόξω δαιμονισμένα και δεν μπορώ να καταλάβω τί καπρίτσιο ήτανε αυτό που δεν μπαίνανε και στο δωμάτιο. Ήτανε κι άλλα παιδιά εκεί μέσα, είχαμε γίνει κομπανίες, παίζαμε, κυνηγιόμαστε, κυλιόμαστε στα ωραία χαλιά, μας φωνάζανε οι μεγάλοι και το βράδυ ερχότανε ένας νέος κι έπαιζε πιάνο Ήτανε οι μόνες στιγμές που τα παιδιά καθόντουσαν φρόνιμα. Όλμοι σκάζανε κοντά και γύρω στο καταφυγιό μας, αλλά όχι πάνω του. Τ' αεροπλάνα θερίζανε όσους κυκλοφορούσανε η βγαίνανε έξω να πάρουνε λίγο συσσίτιο που μοίραζε η Εθνική Αλληλεγγύη και μας, που μέναμε μέσα, μας θέριζε η πείνα.

Όλη τη μέρα παίζαμε, πλήτταμε μαζί με τ' άλλα παιδιά, τόσες μέρες πια κλεισούρα, μόνο τα μεσημέρια είχαμε ένα διάλειμμα ευτυχίας μισής περίπου ώρας, όταν ερχότανε η θεία η Θάλεια και μας έβαζε να φάμε, καμιά φορά έτρωγε κι αυτή μαζί μας κι η ομορφιά κι η καλοσύνη της, έλαμπαν θαρρείς και φώτιζαν και τα δικά μας πρόσωπα που είχανε μαραζώσει και ζαρώσει. Το βράδυ πάλι, περιμέναμε τον πατέρα με χτυποκάρδι.

Κι ένα άλλο πρωί, τέλειωσε κι αυτό το καταστροφικό πανηγύρι, με την ήττα φυσικά του ενός απ' τους δυο «εχθρούς». Η Θάλεια ήρθε στην πολυκατοικία κι είπε σ' όλους να λένε πως είναι μητέρα μας, ώσπου να περάσει ο κίνδυνος της έρευνας που κάνανε οι «νικητές», σ' αυτά τα επιταγμένα σπίτια. Ο πατέρας εξαφανίστηκε. Άντρας βλέπεις αυτός!

Την άλλη μέρα αυτής της δεύτερης «απελευθέρωσης», φύγαμε να πάμε στο δωμάτιο της Καισαριανής που φαίνεται πως η Θάλεια το θεώρησε πιο ασφαλισμένο απ' το σπίτι της στο κέντρο της Αθήνας. Πήρε την αδερφή μου αγκαλιά, ενώ ο αδερφός μου κι εγώ φορτωμένοι ρούχα και διάφορα άλλα συμπράγκαλα, βαστούσαμε τη φούστα της, γιατί με τ' άλλο της χέρι, κρατούσε έναν τενεκέ, απ' αυτούς που κάποτε κουβαλούσανε νερό, γεμάτο τρόφιμα και κατσαρολικά.

Ήμαστε σχεδόν η πρώτη οικογένεια που επέστρεφε στην εγκαταλειμένη Καισαριανή. Συνοικία χαριτωμένη που ξεκινάει ακριβώς από τους πρόποδες του Υμηττού. Αυτός ο συνοικισμός ήτανε το κέντρο της μάχης, κι είχε αδειάσει από κατοίκους, απ' τις πρώτες κιόλας μέρες του εμφύλιου πολέμου.

Έτσι λοιπόν είχαμε την τύχη ν' απολαύσουμε το θέαμα της συμφοράς ολόκληρο δικό μας, καθώς οι νικημένοι που ήταν αριστεροί αντάρτες της πόλης των Αθηνών, αλλά και νέοι από την επαρχία, ήταν οχυρωμένοι στους πρόποδες του Υμηττού και μέσα στα σπίτια ακόμα της Καισαριανής, σαν είδανε πως πλησίαζε το τέλος, πήρανε τον κατήφορο της μοναδικής μεγάλης λεωφόρου, και σ' αυτό το τρεχιό τους, εγκτέλειψαν…άλλοι το σώμα τους, άλλοι την ψυχή τους, άλλοι το θάρρος. Η ερημιά του δρόμου, που έφτανε ως τις ρίζες του Υμηττού, θαρρούσες πως ήτανε εκεί από χρόνια. Οι σκοτωμένοι από αδέσποτες σφαίερες και όλμους, ήτανε κάθε ηλικίας και σπαρμένοι ολούθε: στα πεζοδρόμια, στις βεράντες των σπιτιών, στα μπαλκόνια, στην άσφαλτο, ακριβώς σαν τις προκυρήξεις που ρίχνανε οι Εγγλέζοι με τ' αεροπλάνα και σκάλωναν παντού.

Ένα πτώμα αντρός, μπρούμυτα κι ένα κουτί φαγητό χυμένο δίπλα, ένα άλλο ανάσκελα μ' ένα μπουκάλι άθικτο στην αγκαλιά του, ένα παιδί που δεν πρόλαβε ν' ανέβει στο πεζοδρόμιο κι ήτανε μισό κάτω, μισό πάνω. Όμως εκείνο που προκαλούσε τη μεγάλη κατάθλιψη, ήταν τα πεταμένα αντικείμενα και τα χαρτιά σ' όλο το δρόμο: βιβλιάρια, φωτογραφίες, αποδείξεις, ταυτότητες, σημειώσεις, κράνη, όπλα, ζώνες, χλαίνες, σακάκια στρατιωτικά και πολιτικά, οτιδήποτε τέλος πάντων που μπορούσε ν' αποδείξει πως… «αυτός ήτανε απ' την άλλη μεριά, αυτός μας πολέμησε».



Α, τα δάκρυα της αγαπημένης μου Θάλειας τρέχανε καυτά, καθώς με μάλωνε που κάθε τόσο έσκυβα κι έπαιρνα φωτογραφιες, ταυτότητες, διάβαζα…Τί άταχτη φυγή θά'πρεπε να είχαν κάνει εκείνα τα παιδαρέλια που έβλεπα στις φωτογραφίες, οικεία τα ήρεμα μάτια σε καιρούς ειρήνης, τί απελπισία θα' χανε και τί φόβο…

Τα ηλεκτρικά καλώδια πεσμένα απ' τις κολόνες, μπερδεύνονταν μέσα στα πόδια μου, έκανα πως σκάνταφτα, έπεφτα κάτω και χασομερούσα πίσω, εξετάζοντας τα αντικείμενα ολόγυρά μου: σουγιάδες, στυλό, μολύβια,…Θεέ! Τί πανικός. Αλλά τί πείραζε ένα στυλό, ένα άσπρο χαρτάκι. Αχ αυτή η σκατοζωή τι γλυκιά είναι!

Μέσα σε μια βεράντα, τρία νεανικά κορμιά, άθικτα, ήτανε όλα χτυπημένα στο κεφάλι: τρεις θαρραλέοι, είχανε αυτοκτονήσει. Τα περίστροφα δίπλα τους, είχανε τελειώσει τον προορισμό τους. Το αίμα είχε μουσκέψει τα κεφάλια και μέσα απ' τα σκοτεινά δαχτυλίδια των μαλλιών, ξεχύθηκε, πλημμύρισε τη βεράντα, καταπάνω στο πεζοδρόμιο. Στάθηκα και τα κοίταζα αυτά τα τρία παλικάρια. Είχα λόξα να εντοπίζω τα πτώματα. Μόλις τά'βλεπα από μακριά έτρεχα, λες κι έβλεπα κανένα Λούνα-Παρκ.

Η Θάλεια δεν κοίταζε καν δίπλα της, αριστερά, δεξιά. Περπάταγε βιαστικά και τα δάκρυά της δεν την άφηναν ναδει ούτε μπροστά της γιατί ένα σωρό φορές κινδύνεψε να πέσει με την αδερφή μου αγκαλιά. «Πάνε χαμένοι όλι, όλα», μουρμούριζε. «Καλύτερα ο θάνατος, τώρα θα πάμε όλοι φυλακή» Μουρ, μουρ, έλεγε συνέχεια κι εγώ μαζί μ' όλες τις άλλες μου πρεμούρες είχα κι αυτή: να ακούω τί έλεγε η Θάλεια. Αλλά τί κάνανε και θα πάνε φυλακή; τί είχε ελπίσει η Θάλεια μου, σε τί είχε στηριχθεί; ποιός την κορόιδεψε έτσι άγαρμπα;

Σταμάταγε λίγο να ξεκουραστεί, κατέβαζε την αδερφή μου απ' την αγκαλιά, μας έβαζε γύρω της σαν τοίχος και δος του θρηνούσε κι έκλαιγε…σπαραγμός καρδιάς, αληθινά.

«Εμπρός, προχωράμε», έλεγε ξαφνικά και πίεζε τον εαυτό της να συνέλθει. Κι πάλι παραπάνω απόσταζε και δος του το ίδιο βιολί. Η αδερφή μου, βλέποντας τη Θάλεια να κλαίει, έκλαιγε κι αυτή σιωπηλά με κάτι δάκρυα χοντρά που στάζανε στο δρόμο πάνω σ' όλη την άλλη πραμάτια. Ο αδερφός μου καλά πιασμένος απ' τη φούστα της βάδιζε σοβαρός κι εγώ έκανα τις μανούβρες μου ολόγυρα για να βλέπω και να πιάνω, ό,τι μου χτύπαγε στο μάτι και δος του μου ανέβαινε η αναγούλα μου, σαν ένα ερπετό που ήθελε σώνει και καλά να βγάλει το κεφάλι του απ' το στόμα μου.

Δίπλα σ' ένα σκοτωμένο, έκανα εμετό και καθώς στηρίχτηκα σ' ένα δέντρο, είδα πως ήτανε ένας γνωστός της Θάλειας, που είχε το ψευδώνυμο «ο Κρητικός» γιατί είχε έρθει απ' την Κρήτη. Τριγυρνούσε μέσα στο σπίτι κι άλλο δεν έκανε παρά να κυνηγά τη Θάλεια από πίσω καθώς αυτή είχε σούρτα-φέρτα με τις δουλειές του σπιτιού. Το κυνηγητό τέλειωνε πάντα μ' αυτή τη φράση:

«Συντρόφισσα Θάλεια, σα θα τελειώσει με το καλό τούτο το κακό κι ελευτερωθούμε, θά'ρθεις στην Κρήτη με την ανιψιά σου, τον πρώτο κιόλας μήνα». Μετά απ' αυτή τη στερεότυπη κουβέντα, άρχιζε το τραγούδι, πάντα το ίδιο κι αυτό. «Είμαστε μεις Ελλάδα τα παιδιά σου». Τίποτε άλλο. Βυθισμένη μέσα στην κουρελαρία μου: απομεινάρια, σκέλεθρα παιχνιδιών, ανατωριόμουνα γιατί διάβολο δε συνεχίζει λίγο παρακάτω αυτό το τραγούδι, μόνο κοπανάει συνέχεια το ίδια λόγια; Αυτό το κακόμοιρο το Κρητικάτσι, το ανυπόμονο για γλέντια, να'το τώρα ξαπλαρωμένο στη γης, αναπαύεται ήσυχο και σκοτωμένο.

Δεν ξέρω πως μου ήρθε και τραγούδησα κι εγώ το ίδιο τραγούδι καθώς σερνόμουνα π ίσω απ' τη Θάλεια. «Είμαστε εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου…».

Τότε αυτή γύρισε απότομα και μου φώναξε άγρια: -Σιωπήηη, χαζή.

Τρόμαξα. Η Θάλεια ποτέ της δεν έβαζε φωνή. Ή μπας και δεν είμαστε παιδιά της Ελλάδας; σκέφτηκα…

Φτάσαμε στο σπίτι της Καισαριανής, στο δωμάτιο της Θάλειας, κι από κει κι έπειτα, άρχισε πάλι ένας άλλου είδους Γολγοθάς, μια ζωή θλιβερή, αλλά παιχνίδι…τι παιχνίδι κάναμε Χριστέ μου τα μεταπολεμικά χρόνια. Τί ασύδοτη ελευθερία, τι ποικιλία παιχνιδιών είχαμε.



Τα σχολεία ξαναρχίσανε κανονικά. Μόλις πήγαμε, αμέσως είχαμε και τα τυχερά μας: ξεθάβανε, εκεί γύρω στο Σκοπευτήριο, τα πτώματα αυτών που είχανε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, ο λεγόμενος άμαχος πληθυσμός, και τα είχανε πρόχειρα θάψει στην απλωσιά τριγύρω εκεί, στο μικρό δασάκι με τα κυπαρίσια που σήμερα είναι η μεγαλοταβέρνα «το Χάραμα». Βάζαμε κολώνια στα μαντίλια μας, προετοιμασίες να δουν τα μάτια σου, βουλώναμε τις μύτες μας και πρακολουθούσαμε την εκταφή. Βρωμούσε ο κόσμος βλέπεις. Τι παιχνίδια: κρυφτό και κυνηγητό και σάχλες. Μόλις χτυπούσε το κουδούνι διάλειμμα, ορμούσαμε έξαλλοι προς τα κει που γινότανε κλαυθμός και οδυρμός: υπήρχανε πάντα συγγενείς εξαφανισμένων κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη και προσπαθούσανε να αναγνωρίσουνε τους δικούς τους. Μωρε σας λέω, γινότανε μακελειό από φωνές. Εκείνα που εντοπίζαμε εμείς, ήτανε τα παιδιά: «ρε, ρε για κοίτα, αυτός δεν είναι ο Κώστας ο κεφάλας»;

-Πάρτε τα παιδιά από δω, φώναζε επίσημα ο υπεύθυνος της εκταφής. Πού είναι οι δασκαλοί σας;

Πάνω στην ώρα να κι ο δάσκαλος ο Σαρκάνης με μια ματσούκα στο χέρι. Άρχιζε ένα τρελό κυνηγητό μέσα στο μικρό δάσος. Κρυβόμαστε πίσω απ' τα κυπαρίσια, πίσω απ' τα φορτηγά που περιμένανε, πίσω απ' τους σωρούς τα πτώματα, μέσα στους λάκκους κι αυτός δος του με τη βέργα στο χέρι να αφανίζει όποιον έβρισκε μπροστά του. Τελικά μάζευε μερικά χαζοπούλια, γύρναγε στο σχολείο και μεις οι φανατικοί φίλοι των νεκρών, οι «νεκροθάφτες», όπως μας είχε ονομάσει ο Σαρκάνης, ξαναγυρνούσαμε να απολάψουμε το θέαμα ολόκληρο δικό μας: τουμπανιασμένα παιδιά, νέους, γέρους, μάχιμους, άμαχους, οι περισσότεροι σκοτωμένοι άνωθεν!!! Θέλω να πω με τ' αεροπλάνα των Εγγλέζων.

Η Θάλεια λοιπόν, ήτανε μια θαυμάσια «μητέρα» αλλά πολύ θλιμμένη.

Κι ένα ωραίο ξημέρωμα, ήρθε ο πατέρας. Σώος και αβλαβής. Που ήτανε αυτός πάλι; Στη επαρχία λέει. Η Θάλεια πέταξε από τη χαρά της. Όλη μέρα μιλούσανε, συνέχεια, και δος του κι ανακατεύανε στις κουβέντες τους μια «Βάρκιζα».

Δύο εβδομάδες χαρήκαμε όλοι μαζί σαν μια οικογένεια, και την τρίτη, πάλι το βραδάκι, βήματα βαριά ακούσαμε στις σκάλες κι έπειτα βρόντηξε η πόρτα.

-Ανοίξτε, αστυνομία.

Τους συνέλαβαν και τους δυο και μεις που κοιμόμαστε κι οι τρεις στο τεράστιο κρεβάτι, μόλις προφτάσαμε να δούμε τί συμβαίνει.

Και μετά, μείναμε πάλι μόνοι.

Η Θάλεια τότε καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλακή κι ο πατέρας σε πέντε.

*Δημοσιεύτηκε τον Απρίλη του 2007 
Ακριβής μεταφορά από το βιβλίο "ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ"

Κατερίνα Γλυκοφρύδη -διήγημα short stories
Θα την βρείτε και στην παρακάτω διεύθυνση
Home - refene.com
Kατερίνα Γλυκοφρύδη -Home Page
με το διήγημα,  
Η πομπή των λουομένων 04-03-04

3 comments:

ευτραφής said...

Καλό μήνα! Πάντα να είσαι ορεξάτη για όμορφα κείμενα

herinna/ said...

Καλό μήνα και σε σένα ευτραφή μου. Δεν πίστευα ότι θα βρισκόταν κάποιος να διαβάσει αυτό το τόσο μεγάλο κείμενο. Είναι κομμάτι αντι-blogικό. Σ' ευχαριστώ.

herinna/ said...

Η Κατερίνα Γλυκοφρύδη είναι σπουδαία συγγραφέας κι όποιος έχει την ώρα να αφιερώσει θα μάθει πολλά και θα πάρει και πολλά.