Thursday, February 08, 2007

Παραμύθι για τους κακόκεφους φίλους.

Το νησί του Λάμδα.

Ήταν ένα νησί που όταν το κοίταζες στο χάρτη έμοιαζε με δυο κορμούς ενωμένους, θύμιζε κεφαλαίο λάμδα, γι’ αυτό και οι άνθρωποι το είχαν ονομάσει έτσι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο νησιά αφού ακόμα και σήμερα οι άνθρωποι που ζουν στα δύο του σκέλη, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους κι έχουν διαφορετικό τρόπο ζωής. Στο ένα σκέλος του επιδίδονται στις καλλιέργειες, στο άλλο στην κτηνοτροφία. Μόνο στο σημείο που ενώνονται τα δυο σκέλη, σχηματίζεται μια μεγάλη πλατεία όπου είναι το μέρος συνάντησης για τις εμπορικές τους συναλλαγές.
Λέγεται πως στα πολύ παλιά χρόνια, αυτές οι δυο λωρίδες Γης δεν ήταν ενωμένες μεταξύ τους και ότι αυτοί που τις κατοικούσαν ήταν άνθρωποι διαφορετικών εθνικοτήτων και μιλούσαν διαφορετική γλώσσα. Στο νησί Λαμ, υπήρχε μεγάλη εμπορική δραστηριότητα. Από εκεί έφευγαν τα πιο γεροφτιαγμένα σκαριά για να γυρίσουν τον κόσμο, φορτωμένα σφουγγάρια, κοράλλια, χαλβαδόπιτες και πήλινα σκεύη που ήταν η ντόπια παραγωγή των κατοίκων. Γύριζαν πίσω με καινούργια πραμάτεια από τις μακρινές χώρες του Νότου που μοίραζαν στο νησί. Μπαχαρικά, μετάξια, ξύλινα οικιακά σκεύη γεμάτα σκαλιστές παραστάσεις, μουσικά όργανα, εξωτικά πουλιά, χαλιά, τρόφιμα. Οι κοσμογυρισμένοι αυτοί νησιώτες που στα μακρινά ταξίδια τους έπαιρναν μαζί τις γυναίκες και τα παιδιά τους, σε τίποτα δεν έμοιαζαν με τους κατοίκους του Δα. Αυτών το νησί λεγόταν πάλι έτσι γιατί ό,τι και να έλεγαν έβαζαν μπροστά το ιδιωματικό μόριο δά. «Έφαγες δα; τέλεψες δα; πήες δα; ήκανες , ήρανες δα;»
Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν οι γεωργικές ασχολίες τους και τα λίγα κτηνοτροφικά είδη που διέθεταν. Οι πιο προνομιούχοι είχαν ψαρόβαρκες που μ’ αυτές ανοίγονταν στην θάλασσα για να ψαρέψουν, μα επειδή ήταν και καντέμηδες , όλο που έκαναν ήταν να θαυμάζουν τα φαντασμαγορικά καΐκια του Λαμ που έπλεαν στα μέρη. Από κάθε τέτοια συνάντηση είχαν και τα τυχερά τους αφού οι γυναίκες των καϊκιών, τους πέταγαν στις βάρκες μπόγους από μεταχειρισμένα ρούχα, που οι γυναίκες του Δα ξεδιάλεγαν και μεταποιούσαν, επειδή είχαν βαρεθεί τις μάλλινες ρόμπες και τα δερμάτινα βρακιά.
Η θάλασσα ήταν το μόνο μέρος όπου μπορούσαν να συναντηθούν οι κάτοικοι των δυο νησιών εξαιτίας των νόμων που ίσχυαν περί συνόρων. Για όποιον ερχόταν στο νησί του Λαμ υπήρχε ένα τσουχτερό ποσό εισόδου που δεν μπορούσαν οι κάτοικοι του Δα να πληρώσουν, ενώ στο δικό τους το νησί δεν μπορούσε να πάει κανείς από τους άλλους, επειδή εκεί ήταν κρυμμένο το μυστικό της νεότητας που δεν ήθελαν ν’ αποκαλυφθεί σε κανέναν, γιατί το μαγικό φίλτρο της νεότητας θα έχανε τη δυναμή του.
Μεγάλος ήταν ο ανταγωνισμός των δυο νησιών γιατί οι κάτοικοι του Λαμ είχαν γίνει άπληστοι και έστελναν συνέχεια κατασκόπους στο Δα για να μάθουν το μυστικό και να το μοσχοπουλήσουν στο εξωτερικό. Αλλά τζίφος κατέληγε η δουλειά γιατί έπαιρναν πάντα είδηση τους εισβολείς, και τους τιμωρούσαν. Οι παντοτινά νέοι πάλι ήθελαν να μπουν μέσα στο Λαμ, να δουν και να μάθουν όλα αυτά τα θαυμαστά πράματα που είχαν κουβαλήσει οι γειτονές τους από τους μακρινούς κόσμους . Αλλά δεν είχαν τα απαιτούμενα χρήματα εισόδου κι έμεναν απ’ έξω. Όλα βλέπεις έχουν την τιμή τους σ’ αυτή τη ζωή, κι αν συμφωνείς θα καταλάβεις γιατί πρέπει να πληρώσεις κι εσύ για να δεις τη συνέχεια. Αλλά δεν θα το κάνεις και έτσι συνεχίζουμε την πίστωση.

Έτσι περνούσε ο καιρός για τους κατοίκους των δυο νησιών, που σιγά σιγά παραιτήθηκαν κι από την επιθυμία να μπουν οι μεν στο νησί των Δε, και βλέπονταν μεταξύ τους με μεγάλη έχθρα. Οι πλούσιες κυρίες των καϊκιών, έπαψαν να ρίχνουν τους μπόγους με τα ρούχα στις βάρκες των φτωχών και οι γυναίκες τους όχι χωρίς διαμαρτυρία, ξαναγύρισαν στις μάλλινες ρόμπες. Μερικές δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν στο παραδοσιακό τους ντύσιμο και δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα πιέζοντας τους βαρκάρηδες να πλευρίζουν τα μεγάλα πλοία ζητώντας ρούχα. Αλλά οι άντρες ήταν πιο υπερήφανοι από τις γυναίκες. Δεν το είχαν σκοπό να ζητήσουν ελεημοσύνη από τον εχθρό. Τότε οι γυναίκες άρχισαν να τους πιέζουν να πουλήσουν το μυστικό της νεότητας στους άλλους, για να δουν επιτέλους κι αυτές μιαν άσπρη μέρα, αδιάφορο αν θα έβλεπαν την ομορφιά τους να μαραίνεται. Αλλά οι άντρες είπαν σθεναρά, «ΟΧΙ».
Υπήρχε κι ένα ζευγάρι στη χώρα του Δα που ήταν ακόμα αγαπημένο. Ένα ζευγάρι που καθόλου δεν νοιαζόταν γι’ αυτά που γινόντουσαν γύρω του, γιατί αντιπαθούσε τη χλιδή και ήταν ευτυχισμένο με τη μετρημένη ζωή του. Ο άντρας είχε καταφέρει να φτιάξει μια βάρκα και να πηγαίνει στο ψάρεμα παίρνοντας μαζί και την όμορφη γυναίκα του για παρέα. Το ονομά της ήταν Μαγδάλω, γιατί είχε υπέροχα αμυγδαλωτά μάτια και το όνομα αυτού Φράγκος, γιατί το δέρμα του από το αλάτι ήταν ξηρό σαν της φραγκοσυκιάς και το κεφάλι του γλυκό και όμορφο σαν τον καρπό της.

Δεν υπήρχε άντρας στο Δα και σ’ όλα τα Πέρατα της οικουμένης που να μην ονειρεύεται την όμορφη Μαγδάλω. Για χάρη της το νησί είχε περικυκλωθεί από τα πιο πλούσια και φορτωμένα με πολύτιμα δώρα πλοία, αλλά κανείς δεν κατάφερε ποτέ να τη δει γιατί κάθε απόβαση απαγορευόταν και ο Φράγκος την κυκλοφορούσε πάντα μέσα στα χωρικά ύδατα του Δα και την είχε και κουκουλωμένη. Όμως ένα από τα ξένα πλοία με αποφασιστικό καπετάνιο, κατάφερε μια νύχτα να μπει στην απαγορευμένη ζώνη και να παραμείνει κρυμμένο πίσω από κάτι ψηλά βράχια. Οι κομάντος του γλίστρησαν μ’ ένα φουσκωτό στο νερό και πλησίασαν αθόρυβα τη βάρκα του κοιμισμένου ζευγαριού, που περίμενε να περάσει η ώρα για να τραβήξει τα παραγάδια. Άρπαξαν την κοπέλα από τα χέρια του κουρασμένου Φράγκου που χαμπάρι δεν πήρε, κι εκείνη πρόλαβε μόνο να βγάλει ένα μικρό «Α!» και τίποτε άλλο.
Το καράβι αυτό ήταν από το νησί Λαμ, και οι κομάντος σκέφτηκαν πως ήταν ευκαιρία αφού εξασφάλισαν τη Μαγδάλω να προχωρήσουν προς το εσωτερικό του νησιού μήπως και μάθουν κάτι για το μαγικό φίλτρο. Γιατί καλή η γκόμενα αλλά ακόμα καλλίτερο το κέρδος. Ο καπετάνιος όμως διαφώνησε, αυτόν τον ενδιέφερε μόνο η κοπέλα, είχε χάσει τον ύπνο του για χάρη της και ήθελε να την αποκτήσει πάση θυσία, αλλά δεν ήταν κατάσκοπος και δεν τον ενδιέφεραν τα κρατικά μυστικά. Δεν εισακούστηκε όμως από τους άπληστους άντρες του και γι’ αυτό πήρε το κορίτσι κι έφυγε εγκαταλείποντας τους μαλάκες στην τύχη τους.
Όταν ξύπνησε το παλικάρι ο Φράγκος, πολύ ταράχτηκε γιατί κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Μια και δυο τράβηξε κουπί κυνηγώντας το μεγάλο καϊκι, αλλά ήταν αργά. Πρόλαβε μόνο να ξεχωρίσει τη σημαία του που ήταν η σημαία του Λαμ, δηλαδή το δάχτυλο του χεριού που αποκαλούμε «μέσος» λυγισμένο προς το εσωτερικό της παλάμης και τα άλλα δάχτυλα όρθια προς τα πίσω. Η σημαία αυτή συμβόλιζε τη δύναμη του νησιού Λαμ. Γύρισε πίσω στο νησί του ο Φράγκος οργισμένος από την ταπείνωση που υπέστη αυτός και η χώρα του και μάζεψε τους άντρες του νησιού. Δεν είπαν «Πόλεμος» όμως, γιατί ήταν σοφοί άνθρωποι στο βάθος και ήξεραν πως για να ξεκινήσουν έναν πόλεμο χρειαζόντουσαν πολλά περισσότερα από μια σκέτη οργή. Είπαν, «ΚΑΪΚΙ!» και βάλθηκαν όλοι με πρωτοπόρο τον Φράγκο να φτιάξουν το πρώτο τους καϊκι, που θα κυνηγούσε το πειρατικό του καπετάν Καψούρη μέχρι την άκρη του κόσμου αν χρειαζόταν και πέρα απ’ αυτήν. Afterzed που λένε και οι αγγλομαθείς. Βάλε και το ντατ κομ, και θα καταλάβεις τι εννοώ.
Μόλις ετοιμάστηκε το καϊκι, το έριξαν στη θάλασσα με μεγάλο τελετουργικό, και κωδωνοκρουσίες, γιατί ήταν βλέπεις το πρώτο τους, (και πήραν θάρρος τώρα οι βλάχοι για να φτιάξουν κι άλλα, μια σημαία του Λαμ τους χρειαζόταν να δούνε και την είδανε), και το φορτωμένο με ευχές μπρίκι του καπετάν Φράγκου ξεκίνησε το ταξίδι της εκδίκησης.
Στο μεταξύ η Μαγδάλω, είχε πέσει σε βαθιά μελαγχολία, δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν τραγουδούσε, μόνο έκλαιγε για το κακό που τη βρήκε και ο γερο Καψούρης ερχόταν κάθε τόσο και της έταζε λαγούς με πετραχήλια αλλά αυτή δεν τον άκουγε. Το μυαλό της ήταν συνέχεια στο Φράγκο κι αναστέναζε η δυστυχισμένη, γιατί δεν περίμενε από τον ψωμόλυσσα τον άντρα της ότι θα τα κατάφερνε να τους ακολουθήσει με την ψαρόβαρκα και δεν ήξερε να υπάρχει κανένα καϊκι στον τόπο της. Έκανε λοιπόν κι αυτή τις ετοιμασίες της για έναν αξιοπρεπή θάνατο έχοντας μεσάνυχτα από τηλεπάθεια, γιατί τότε θα είχε ακούσει τον Φράγκο που της φώναζε γεμάτος αγωνία. «-Περιμενέ με Μαγδάλω, έρχομαι!»
Ανίκανη λοιπόν ν’ ακούσει το Φράγκο που της φώναζε, έβγαλε από την τσέπη της ένα σακούλι με θειάφι και το διέλυσε σε δυο μέρη νερού όπως έλεγε η συνταγή, το ανακάτεψε και το κατέβασε. Αλλά δεν πέθανε αμέσως τη βρήκε τάβλα ο καπετάν καψούρης που ανέβαλε την κρουαζιέρα και την πήγε άρον- άρον στο Λαμ, για να την κάνουν καλά οι γιατροί, αλλά του κάκου.
Στο Δα ο ουρανός συννέφιασε και οι κάτοικοι που δεν είχαν μεσάνυχτα σαν την Μαγδάλω τη χαζή καθότι όμορφη, κατάλαβαν αμέσως πως κάποιο μεγάλο κακό είχε συμβεί. Ο Φράγκος πρώτος απ’ όλους το κατάλαβε και πήγε στη μύτη του Δα που είναι αντικριστά με τη μύτη του Λαμ, και κάθισε κατάχαμα κι άρχισε να θρηνεί με το βλέμμα του στραμμένο προς τα κει.
Στο μεγάλο αρχοντικό οι υπηρέτες ανάστατοι με διαταγή των γιατρών έτρεχαν πάνω κάτω, κουβαλώντας λεκάνες με νερό και κομπρέσες με ξύδι και διάφορα που προκαλούν εμετό, μήπως και προλάβουν να της βγάλουν από μέσα της το θανατηφόρο δηλητήριο και σωθεί η κοπέλα και τη γλιτώσουν κι αυτοί από την οργή του καπετάν καψούρη, αλλά είπαμε του κάκου. Μέχρι και την απελευθέρωση της έταξε ο καπετάνιος, αλλά αυτή είχε πάρει το δρόμο χωρίς γυρισμό. Στην τελευταία της αναπνοή ανασηκώθηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο τη μύτη του νησιού Δα και είπε. «-Ψύχρα σήκωσε, ελπίζω ο Φράγκος να φοράει σακάκι δα». Αυτό θα είχε να το θυμάται η υπηρέτρια που την είδε και μετά την είδε να πέφτει πάλι στο μαξιλάρι και να μένει με τα μάτια της ανοιχτά κι ακίνητα. Έλα όμως που δεν της ήταν γραφτό να θυμηθεί τίποτα, γιατί αμέσως το πάτωμα άνοιξε και το κρεβάτι χωρίστηκε στα δυο και από το σώμα της Μαγδάλως βγήκαν ρίζες που πήγαν και βρήκαν τη Γη, και μέσα σε λίγα λεπτά είχε μεταβληθεί ολόκληρη σ’ έναν πανύψηλο Ευκάλυπτο που τα κλαδιά του στην Κορφή έγερναν προς τη μεριά του Δα. Αθάνατη κι όσοι έμεναν στο σπίτι αυτό, τους πήρε και τους σήκωσε.
Όταν ο ουρανός μαύρισε τελείως, ο Φράγκος κατάλαβε πως είχαν τελειώσει όλα κι έπεσε κάτω και χτυπιόταν σαν επιληπτικός και ούρλιαζε. Βλέποντας τη δυστυχία του οι Θεοί τον λυπήθηκαν και τον μετέτρεψαν αμέσως σ’ έναν δεύτερο Ευκάλυπτο. Αθάνατος κι αυτός που τα κλαδιά στην κορφή του έγερναν προς τη μεριά του Λαμ και πήγαν κι ανταμώθηκαν με της Μαγδάλως, και μπλέχτηκαν και σφίχτηκαν κι άρχισαν να τραβιούνται για να έρθουν όλο και πιο κοντά. Τράβα ο ένας τράβα ο άλλος μέσα στους αιώνες, κατάφεραν να φέρουν κοντά τα δυο κομμάτια Γης και να τα ενώσουν και να γίνουν κι αυτοί επιτέλους δύο σε ένα και το καινούργιο αυτό νησί που οναμάστηκε Λάμδα, να μη τα ξαναλέμε.
Πριν απ’ αυτή την ένωση, μια κατάρα έπεσε στο Λαμ και τίποτα πια δεν ευδοκιμούσε ούτε σφουγγάρια της προκοπής έβγαζαν, ούτε κοράλλια παρά κάτι σπασμένα και βρώμικα μπουρδουκλώματα, ούτε χαλβαδόπιτα τους καθότανε ούτε τα πήλινα ψηνόντουσαν σωστά κι έσπαγαν στη φωτιά με έκρηξη και τα κομμάτια τους έπεφταν στα κεφάλια των ανθρώπων και…αυτά. Αφού δεν είχαν εμπορευμα για ν’ ανταλλάξουν, τα μεγαλόπρεπα πλοία τους σάπισαν στο λιμάνι και σε λίγο καιρό έγιναν όλοι πιο φτωχοί από τους κατοίκους του Δα κι επιδόθηκαν στη γεωργία.
Οι κάτοικοι του νησιού Δα, είχαν μάθει το μυστικό κατασκευής μπρικιών αλλά αποφάσισαν να μη αλλάξουν τη ζωή τους τρομαγμένοι από την κατάρα και τη συμφορά που ενέσκηψε στους αντιπάλους τους. Είπαν καλά είμαστε κι έτσι και κράτησαν το δικό τους μυστικό της νεότητας κι έβλεπαν τους άλλους να γερνούν και να πεθαίνουν ενώ αυτοί αυξάνονταν και πληθύνονταν, εκτρέφοντας κότες και πρόβατα, αίγες και γουρούνια , που τα πήγαιναν στη μεγάλη πλατεία του Λάμδα πια και τα παζάρευαν με τους γέρους του πάλαι ποτέ Λαμ.
Είναι ένα νησί στο χάρτη του κόσμου που μοιάζει με Λάμδα και αναβοσβήνει πάνω του σαν απλανής αστέρας, για κείνους που δεν έχουν μεσάνυχτα σαν τη Μαγδάλω, ενώ γι’ αυτούς που έχουν, απλώς δεν υπάρχει.
ΤΕΛΟΣ

7 comments:

o kairos said...

Αμμαααααν.Πλησιαζουν μεσανυχτα.

tyharpastos said...

Σ'ευχαριστώ (κι όχι γιατί δεν πλήρωσα για να διαβάσω τη συνέχεια)

Herinna said...

@καιρός
Έλα μωρέ καιρέεεε από το χμμμ περάσαμε στο αμααααν μ' έχεις κατατρομάξει τι να τα κάνω τα μεσάνυχτα;

@Παρακαλώ τυχάρπαστε για σένα είναι δωρεάν.

Τίποτα said...

Το Λάμδα των ευκαλύπτων...
Όμορφο, herinna:)

Herinna said...

@τίποτα
ελπίζω μόνο να σας έφτιαξε λίγο το κέφι τιποτά μου γιατί ο καιρός παραπάνω μάλλον το βρήκε δρακουλέ. :(
Τουλάχιστον καιρέ μου έσκασε καθόλου το χείλη σου; Ή θα το γυρίσω πάλι στα βαριά κι ασήκωτα, πρόσεχε σε απειλώ.
Τίποτα, ευχαριστώ :)

Ημίαιμος-Imiaimos said...

Ρίζα ευκαλύπτου ...και νησί σέρνει! :))

Herinna said...

@ημίαιμος

ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!
Πέστο ψέματα