Sunday, May 09, 2010

Επιστροφή στην Ηerinna,

Μετά από δυο χρόνια, βρήκα τι έφταιγε στην αρχική Herinna. Είχε χαθεί η διάταξη και τώρα βαρέθηκε να είναι χαμένη και γύρισε πίσω.

Saturday, June 28, 2008

μούσες και πανούκλες

Είναι μερικοί άνθρωποι που η αύρα τους σε φτάνει από πολλά χιλιόμετρα αν έχεις την τύχη με κάποιον τρόπο να τους γνωρίσεις και να επηρεαστείς από την υπαρξή τους. Είναι και κάτι άλλοι που αμέσως μετά την γνωριμία σου μαζί τους αισθάνεσαι σαν ψεκασμένος με πυροσβεστική φιάλη, άσπρος και κοκαλωμένος εσωτερικά, νιώθοντας αυτό το είδος πνευματικού θανάτου να εισχωρεί στα κυτταρά σου λεπτό προς λεπτό, αλλά ταυτόχρονα αδύναμος να αντιδράσεις, να κάνεις οτιδήποτε για να το σταματήσεις.
Οι πρώτοι αποτελούν ένα είδος μούσας στις πνευματικές σου αναζητήσεις, οι άλλοι είναι απλώς οι καταστολείς του πνευματός σου με όποιον τρόπο κι αν σου συστήνονται, όποια επικοινωνιακά τερτίπια κι αν χρησιμοποιούν για να σε παγιδεύσουν.
Τα ελεύθερα πνεύματα γίνονται πόλος έλξης και θαυμασμού, ενώ εκείνοι που διακατέχονται από το κόμπλεξ της ανεπαρκειάς τους, κάνουν ότι είναι απανθρώπως δυνατόν για να καταστρέψουν ένα υγιές πνεύμα μόνο και μόνο για την ικανοποίηση του ότι το κατάφεραν. Σε τέτοιους ανθρώπους δεν ισχύουν έννοιες που είναι παγιωμένες σαν αξία μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Σεβασμός, σεμνότητα, κατανόηση, αναγνώριση, ντροπή, είναι άγνωστα πράγματα σ' αυτούς.
Κάποτε είχα βρεθεί σε μια σκασκιστική λέσχη κι ως πολλά υποσχόμενη νεαρή σκακίστρια τότε, είχα καθίσει να παίξω ένα παιχνίδι με έναν βετεράνο του είδους. Ήταν ένας Καραγκιόζης. Ένας βρώμικος παίχτης που χρησιμοποιούσε την υπεροψία και την απαξία του για το προσωπό μου για να με κάμψει ηθικά. Ένας σαρκαστής που σχολίαζε καυστικά και με άσχημο προσβλητικό τρόπο την κάθε μου κίνηση, έκανε νεύματα στους θεατές μας κοροϊδευτικά για μένα, κι ότι τέλος πάντων πέρναγε από τη βρώμικη σκέψη του να κάνει, για να κερδίσει εκείνη την παρτίδα. Ποτέ όσα χρόνια ζω, δεν ξέχασα αυτόν τον άνθρωπο, αυτό το κέρδισε περισσότερο από την παρτίδα εκείνη που μου πήρε με τα μέσα αυτά. Γιατί εγώ σαν νέο παιδί, γεμάτο χαρά κι ενθουσιασμό που έπαιζα με έναν τόσο καλό συμπαίχτη όπως τον έβλεπα αρχικά, γεμάτη σεβασμό για το προσωπό του, ξαφνιάστηκα όταν είδα αυτή τη συμπεριφορά, αναποδογύρισε η εικόνα του στα μάτια μου και την ίδια στιγμή ένιωσα ότι δεν έχω τον τρόπο να αποδείξω ότι δεν είμαι τόσο ηλίθια όσο εκείνος επιδεικτικά έκανε γνωστό σε όλους πως ήμουν. Έχασα κάθε αυτοπεποίθηση και άρχισαν να πέφτουν τα κομμάτια μου στο πι και φι, ένας αποδεκατισμός τόσο ταπεινωτικός για μόνο το λόγο ότι κάποιος, ψέκασε την ψυχή μου και το πνεύμα μου, με την πυροσβεστική του φιάλη.
Βεβαίως ήθελα να του ορμήξω, να του ρίξω μια μπουνιά μέσα στη μούρη, να του πάρω το σκαλπ, αλλά δεν ήθελα να επιβαρύνω την ήττα μου με μια τέτοια κίνηση και διατηρώντας μιαν υποτυπώδη ψυχραιμία μέχρι το τέλος, του έδωσα συγχαρητήρια και σηκώθηκα από το τραπέζι. Το ενδιαφέρον όλων των παρισταμένων στράφηκε τώρα σ΄αυτόν τον γελοίο τύπο που όλοι ανυπομονούσαν να παίξουν μαζί του και δεν έβρισκαν την ώρα να ξεκουμπιστώ εγώ για να πάρουν τη θέση μου.
Καθώς έπαιρνα το σακάκι μου για να φύγω έχοντας πάρει την απόφαση να μην ξαναπατήσω εκεί μέσα, ένας από τους παίχτες με πλησίασε.
-Αυτόν πρέπει να κάτσεις να μελετήσεις, όχι το σκάκι.
-Τι εννοείς; τον ρώτησα ψιλοενοχλημένη γιατί δεν ήμουν και σε κατάσταση για πολλά πολλά.
-Μέχρι ένα σημείο πίστεψα ότι πραγματικά θα έπαιρνες αυτή την παρτίδα. Αλλά τον άφησες να σε επηρεάσει. Το ίδιο κάνει με όλους. Με αυτό τον τρόπο παίρνει τις παρτίδες αυτός και ψαρώνει τους νέους. Επειδή προβλέπω πως πρόκειται να εξαφανιστείς, σου λέω πως θα είναι λάθος να το κάνεις. Αν κάποιος μπορεί να τον κερδίσει εδώ μέσα αυτή είσαι εσύ.
-Δεν ξέρω πως να αντιμετωπίσω τέτοιες συμπεριφορές. Όχι. Αυτός θα κερδίζει πάντα γιατί από τους άλλους, δεν έχει κανείς την ξιπασιά του. Κι εγώ αυτή την ξιπασιά δεν μπορώ να την αντικρύζω μπροστά μου.
-Δεστο αλλιώς. Αν έναν τέτοιο τύπο τον είχες στη δουλειά σου κι επρόκειτο για το ψωμί σου τι θα έκανες; Αν ήσουν υποχρεωμένη να τον τρως στη μάπα μέσα στο ίδιο σου το σπίτι;
-Στη δουλειά μου θα τον αγνοούσα και στο σπίτι μου μέσα δεν υπάρχει περίπτωση να ζω με έναν τέτοιο κρετίνο.
-Το λες τώρα. Μπορεί κάλλιστα να σου συμβεί κάποια στιγμή στη ζωή σου όμως. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι ζουν με τέτοιους;
-Τι μου ζητάς εν πάση περιπτώσει, να ανοίξω πόλεμο μαζί του;
-Σου ζητώ να κάτσεις να σκεφτείς καλά τις μεθόδους του και το πως αντέδρασες εσύ σ' αυτές. Ξέρεις Ελένη το σκάκι, είναι ένας μεγάλος δάσκαλος γι' αυτούς που παίζουν. Μια παρτίδα σκάκι είναι όλη μας η ζωή κι αν το σκεφτείς έτσι και να μην ξαναπατήσεις εδώ, θα τον συναντήσεις αυτό τον τύπο στη ζωή σου ξανά και ξανά. Και πάντα θα τρέχεις να κρυφτείς.
-Πες μου λοιπόν τι κάνω εγώ, που αυτός παίρνει είδηση και πατάει σ' αυτό για να με χτυπήσει;
-Μα είναι ολοφάνερο. Κατάφερε να σου επιβάλλει την ιδέα πως είναι καλύτερος. Τον αντιμετωπίζεις σαν τέτοιο. Τον σέβεσαι και πάνω απ' όλα τον φοβάσαι και το ξέρει. Ένας μαλάκας είναι. Δεν παίζει σκάκι αυτός ο τύπος, δεν συγκεντρώνει τη σκέψη του επάνω στη σκακιέρα αλλά επάνω σου. Καταφέρνει με τα κόλπα του να σε αποσυγκεντρώσει και σένα, μόλις σου πάρει ένα σημαντικό κομμάτι, εσύ μέσα σου παραιτείσαι κι εκεί έρχεται ο αποδεκατισμός.
-Αφού ξέρεις τόσα γι' αυτόν γιατί δεν πας να τον αντιμετωπίσεις εσύ και να τον κερδίσεις;
-Γιατί δεν έχω τη φαντασία σου. Μόνο εσύ μπορείς να τον αντιμετωπίσεις αυτό τον τύπο".

Έτσι χωρίς λόγο, γιατί ένας άνθρωπος μου είπε πόσο πιστεύει σε μένα, γιατί ένας άγνωστος βρέθηκε να μου απαλύνει την "απογοήτευση" την κατάλληλη στιγμή, γιατί ένας άνθρωπος απλώς μου μίλησε, έφυγα έχοντας αλλάξει απόφαση. Θα ξαναγύριζα σε αυτό το μέρος.
Επί δυο εβδομάδες δεν έκανα άλλο από το να μελετώ το Σιαπέρα και να παίζω φανταστικές παρτίδες μόνη μου. Είχα στ' αυτιά μου συνέχεια την αντιπαθητική φωνή του συμπαίχτη μου, τον άκουγα να σαρκάζει, τον έβλεπα να κάνει νεύματα στους άλλους, και προσπαθούσα να τον αγνοώ. Είχα σκεφτεί να βάλω και ωτασπίδες όταν θα πήγαινα να τον βρω αλλά κατάφερα κάτι καλύτερο. Την απόσπαση. Θα έπαιζα αποσπασμένη από το χώρο και το τι γινόταν μέσα σε αυτόν. Για να το πετύχω αυτό πήγαινα σε πολυθόρυβους χώρους κι έπαιζα τις παρτίδες μου εκεί. Μαγαζιά με τέρμα το χέβι μέταλ, όπου όλοι χτυπιόντουσαν κι έπιναν κι εγώ να προσπαθώ να διατηρήσω τη συγκεντρωσή μου στην επόμενη κίνηση. Στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας είχα την αίσθηση πως ο χρόνος, ήταν πολύ λίγος για να χτίσω μέσα μου το αδιαπέραστο τείχος προστασίας και ανέβαλα την επισκεψή μου στη λέσχη.
Δεν γύρισα ποτέ. Ποτέ το τείχος δεν ήταν αρκετά γερό και αδιάβλητο. Έπεσα όμως επάνω σε πολλούς τέτοιους τύπους στη διάρκεια της ζωής μου. Και ήξερα ακριβώς τι να κάνω.
Εκεί που τα έχασα και ξέχασα τελείως κάθε μου εξάσκηση και κάθε μου σκακιστική εμπειρία, ήταν όταν ένας τέτοιος άνθρωπος μπήκε τελικά και στη ζωή μου. Τον πρώτο καιρό που η δύναμη της επιρροής του ήταν μεγάλη πάνω μου, τότε που είχα ξεχάσει τα πάντα, είχαμε παίξει μαζί σκάκι και όπως ήταν φυσικό με είχε κερδίσει. Γύρισε τότε έχοντας καβαλημένο το καλάμι και μου είπε.
"Απορώ γιατί σε είχαν για τόσο καλή, δεν βρίσκω να παίζεις καθόλου καλά, στην πραγματικότητα είσαι ακόμα αρχάρια. Και δεν είναι δικαιολογία ότι έχεις να παίξεις δεκαπέντε χρόνια, γιατί το σκάκι είναι σαν το ποδήλατο. Δεν ξεχνιέται".
Δεν είχα τι να πω στην παρατηρησή του αυτή και σήκωσα τους ώμους μου.
"-Ίσως το πνεύμα μου να έχει φθαρεί, ποιος ξέρει..."
Και μπλοκάρισα την τρελή μου παρόρμηση να του πετάξω στα μούτρα ότι τον είδα, την ώρα που πήρε τον ψεκαστήρα της πυροσβεστικής και άρχισε να ψεκάζει τα πάντα μέσα μου.
Δεν ήμουν έτοιμη.
Κατέβασα από τα ράφια μου το σκονισμένο Σιαπέρα και άρχισα να μελετώ συστηματικά πάλι. Ωστόσο δεν έφτανε. Παρατηρώντας τον συμπαίχτη μου στη ζωή μου πια, βρήκα ένα πλήθος από τρύπες και κενά στις αμυνές του. Τη μέρα που τον κέρδισα στο σκάκι, ήξερα πως το τέλος της σχέσης μας ήταν κοντά. Μου είπε,
"Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν είσαι τόσο καλή όσο πιστεύεις για τον εαυτό σου.
-Ούτε κι εσύ όμως". Του απάντησα με ήρεμο ύφος που ίσως δεν κατάφερε να κρύψει την άγρια χαρά μου, ούτε να αποτρέψει το τέλος που ερχόταν.
Ναι οι εχθροί έχουν μπει και μέσα στην πόλη. Αλλά δεν ζουν μόνο αυτοί μέσα της. Ζουν και κάτι τύποι σαν αυτόν που μου είχε μιλήσει στη λέσχη. Ζουν οι άνθρωποι που στα χέρια τους δεν κρατούν τον ψεκαστήρα αλλά το βάλσαμο της ψυχής. Ζουν τα ελεύθερα πνεύματα που γνώρισα και γίνανε οι μούσες μου. Ζουν όλοι αυτοί που βρέθηκαν δίπλα μου στα χοντρά λούκια μου, όλοι αυτοί που δεν θέλησαν να δεχτούν ότι ένα πνεύμα που κάμπτεται από τις βρώμικες μεθόδους ενός συμπαίχτη καίγεται για πάντα. Δεν καίγεται. Γυρίζει στα κρυφά του καταφύγια ανακαλώντας τη δύναμη και την πίστη του, τις μνήμες και τις επαφές του με τα ελεύθερα πνεύματα, ξαναγεννιέται και συνεχίζει. Γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Και γιατί το φως που κατοικεί μέσα μας απαγορεύει την επικράτηση της απόλυτης νύχτας.
Κι ας υπάρξουν όσες πανούκλες θέλουνε. Όσοι βρώμικοι παίχτες θέλουν για να επιβάλλουν το δικό τους στάτους στο δικό μας γίγνεσθαι. Η αποτυχία είναι ζωγραφισμένη στο νικηφόρο βλέμμα τους και δεν αντιφάσκω.
Με ή χωρίς σκάκι εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω με τις μούσες μου. θα συνεχίσω να ευχαριστώ για πάντα εκείνον τον τύπο στη λέσχη, όπως κάθε άλλον ή άλλη βρέθηκε στο δρόμο μου για να μου δώσει την ώθηση μιας συνέχειας. Ναι Νίκο (vromios), ναι πολίτη Πήττα, ναι Κώστα Γκορτζή, ναι Βαγγέλη Μαργαρίτη που με χαιρετάς από τους ουρανούς, ναι Άκη Πρίντεζη, ναι κόσμε άγνωστε γνωστέ που μπαίνεις εδώ μέσα για να φυσήξεις την πνοή της δικής σου δύναμης, στο πνεύμα που οι ψεκαστήρες δεν μπόρεσαν να αφανίσουν, γιατί απλούστατα δεν είναι μόνο δικό μου. Είναι όλων μας. Είναι το πνεύμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και υπόστασης που όλοι προστατεύουμε, με η χωρίς σκάκι.

Tuesday, June 24, 2008

Λόγω του ότι δεν είχα το χρόνο να το κοιτάξω, το παρακάτω κείμενο που γράφτηκε κατευθείαν εδώ, δημοσιεύτηκε αμέσως μετά την τελευταία τελεία κι έτσι ζητώ συγνώμη από αυτούς που πρόλαβαν και το διάβασαν πριν να του κάνω κάποιες διορθώσεις. Όχι ότι τις έκανα όλες, αλλά τουλάχιστον τώρα διαβάζεται.

Τα άχρωμα φανάρια



Μέσα στην πολύβουη αυτή πόλη, όπου όλοι προσπερνούν τον διπλανό τους χωρίς να του ρίξουν ούτε μια ματιά, ένας φτωχός Δον Κιχώτης παίρνει μέσα στο τροχοσπιτό του τους άστεγους, ζητιανεύει για να συντηρεί τον εαυτό του και το σκύλο του, σηκώνει από την άσφαλτο τα ξαπλωμένα πρεζόνια, δίνει το μοναδικό του πεντοευρώ στο πιτσιρίκι που του απλώνει το χέρι, τρώει στην αίθουσα για τους φιλόπτωχους της εκκλησίας, και τραγουδάει πάντα τον ροζ Πάνθηρα. Ταρα ταρά ταραταρατατα ταρατατααα τα.

Λένε πως τα φαινόμενα συχνά απατούν. Τις περισσότερες φορές όμως, το ξέρουμε πως είναι απατηλά κι απλώς τα δεχόμαστε σαν πραγματικά. Γιατί έτσι θέλουμε να τα βλέπουμε. Γιατί αυτό έχουμε ανάγκη να πιστεύουμε.

Σάματις η Μαρίνα δεν ήξερε ότι ζει με έναν άνθρωπο με οριακή πνευματική κατάσταση; Αλλά ήταν ένας κεφάτος και πρόσχαρος άνθρωπος. Το βλέμμα του το αποσπούσαν όλα τα περίεργα και αστεία όχι μόνο πάνω στους ανθρώπους, αλλά και στα ζώα, τα κτίρια, τη φύση, τον ουρανό.

Είχε κι ένα πάθος με τις φωτογραφίες ο Κούλης. Η αλήθεια είναι πως μίλαγε ελάχιστα παρά τη χαρούμενη φυσιογνωμία του. Είτε θα τον έβλεπες με την κάμερα κρεμασμένη στον ώμο να γυρίζει τις γειτονιές και να φωτογραφίζει ότι του καθόταν στο μάτι, είτε θα κρατούσε ένα μολύβι,. και θα σκιτσάριζε (πάντα ασπρόμαυρα τα σκίτσα του γιατί είχε αχρωματοψία και ήθελε να βλέπει το χρώμα που χρησιμοποιεί) την ώρα που η Μαρίνα του μιλούσε, είτε έπαιζε μπουγιέλο στην αυλή με τους φίλους του παρασύροντας στο παιχνίδι αυτό και την σοβαρή κοπέλα που θύμωνε με τα παιδιαρίσματα.

Ο Κούλης όμως είχε καταφέρει να την βάλει στον κόσμο του. Το πιο μεγάλο του προσόν ήταν ότι ήταν ο μοναδικός άντρας που κατάφερνε να παραμείνει έξω από τον δικό της κόσμο, χωρίς διαμαρτυρία και σκηνές ζηλοτυπίας. Γιατί η Μαρίνα, ήθελε κάποιες ώρες καταδικές της, να μη την ενοχλεί κανείς, να μην είναι υποχρεωμένη να ασχοληθεί με τίποτε άλλο εκτός από τις μελέτες της.

Και δεν υπήρχε καλύτερος συγκάτοικος ως προς αυτό από τον Κούλη. Ο οποίος για να πάει να μείνει μαζί της στο μικρό διαμερισμά της, είχε έρθει σε ρήξη με το σπίτι του. Και η μάνα του, τον είχε απειλήσει ότι θα τον αποκληρώσει αν συνεχίσει να είναι μαζί με αυτή την αδέκαρη κουλτουριάρα, που ποιος ξέρει πόσους άλλους είχε πριν από αυτόν και με ποιο τρόπο σκόπευε να τον ξεφορτωθεί.

Βλέπεις το κύριο ζητούμενο της μάνας του δεν ήταν να μη της πάρει καμιά τον κανακάρη της όπως κάνουν άλλες μάνες με τους γιούς τους που αντιπαθούν τις νύφες εξ αιτίας αυτού, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Να βρεθεί κάποια που να δεχτεί να φορτωθεί τον Κούλη εφόρου ζωής, ώστε κι αυτή να ησυχάσει από δαύτον. Με την Μαρίνα δεν έβλεπε όμως να γίνεται κάτι τέτοιο.

Κάποια φορά που τους έκανε έφοδο στο σπίτι που μαζί έμεναν, τη ρώτησε τι σκοπεύει να κάνει με το παιδί της, αν έχει καλό σκοπό μαζί του ή θα τον παρατήσει σύξυλο μια μέρα και δεν θα ξέρει τι θα τον κάνει. Η Μαρίνα αντί να της απαντήσει είχε γελάσει πάρα πολύ, μέσα στα μούτρα της, κι αυτή δεν μπορούσε να καταλάβει τι την έπιασε, τι της φάνηκε τόσο αστείο από αυτά που της είπε. Δεν είχε το δικαίωμα σαν μάνα να ανησυχεί για την τύχη του παιδιού της; Έτσι ευθέως τη ρώτησε κι αυτό αλλά η Μαρίνα άλλο δεν έκανε από το να γελάει. Έφυγε από το σπίτι χωρίς να πάρει καμιά απάντηση στην αγωνιώδη της ερώτηση, μόνο την ειρωνική διαβεβαίωση της εικοσιπεντάχρονης τότε κοπέλας, ότι αν είναι να χωρίσουν, θα φροντίσει ώστε ο κανακάρης της να μη μείνει στο δρόμο χωρίς μοίρα στον ήλιο. Όχι ότι είχαν καμιά περιουσία, αλλά παλιά της τέχνη κόσκινο να φεύγει με μια μοναδική βαλίτσα αφήνοντας ότι είχε φτιάξει μέχρι τότε στη ζωή της, σε κάποιον άλλο. Είχε βγει από μικρή στη ζωή, ήξερε πως είναι να ξαναρχίζεις και τρεις φορές που μέχρι τότε είχε υποχρεωθεί να το κάνει αυτό, τα είχε καταφέρει μια χαρά. Οι δυο προηγούμενες αφορούσαν η μια το πατρικό της σπίτι και η άλλη τη συμβιωσή της με έναν άλλο άντρα, χρόνια πριν της προκύψει ο Κούλης.

Και το λέω έτσι γιατί ο Κούλης πραγματικά της προέκυψε. Η αλήθεια είναι πως κάτι στην αύρα της τραβούσε τις ιδιόρρυθμες καταστάσεις. Σπάνια άνθρωπος χωρίς παραξενιά της τράβηξε το ενδιαφέρον. Η Μαρίνα είχε σκεφτεί πολλές φορές το πώς η ίδια σκεπτόταν τον ιδανικό σύντροφο. Ήξερε πως εκεί που με το μυαλό της και την καρδιά της πετούσε, δεν υπήρχε περίπτωση ν’ απαντήσει πλάσμα ανθρώπινο με σάρκα και οστά. Οι περίοδοι της μοναξιάς της ήταν μεγάλες και μέσα σε αυτές είχε βολέψει τους βιορυθμούς της με τρόπο που να είναι ευχαριστημένη, αυτάρκης και δημιουργική. Για όσο μακρύ διάστημα παραγκώνιζε το θέμα της ερωτικής της κάλυψης, έμπαινε σε μια κατάσταση αισθησιακής ύπνωσης, σαν να μην είχε τις ίδιες με τους άλλους ανθρώπους ανάγκες, σαν να είχε βρει το μυστικό της ευτυχίας σ’ αυτά που έκανε και την κάλυπταν. Εδώ που τα λέμε δεν έβλεπε και τον εαυτό της σαν την σούπερ γκόμενα που θα έπεφταν σαν μύγες τ’ αρσενικά στο διάβα της. Μάλλον δεν της άρεσε και πολύ ο εαυτός της σαν εμφάνιση, γι’ αυτό και είχε βγάλει από τη σκέψη της κάθε ιδέα που είχε να κάνει με την ιδανική συνεύρεση και μάλιστα με τον τύπο του άντρα που γι’ αυτήν θα συμπλήρωνε όλα τα ατου και τα προτερήματα για να την κατακτήσει ολοκληρωτικά.

Δεν έφταναν αυτά σαν προβλήματα, πήγε κι αυτή να μορφωθεί, τι άλλο να κάνει εδώ που τα λέμε, να κατεβάζει όλα τα βιβλία από τις βιβλιοθήκες στις πνευματικές στέγες, να δανείζεται από φίλους, γνωστούς, δασκάλους, συγγενείς και τελικά να αποκτήσει μέσω αυτών μια κοσμοθεώρηση που δύσκολα θα έβαζε στην άκρη για να δεχτεί το ρόλο της σαν γυναίκα, μέσα στα στενά πλαίσια που την καθόριζε η Ελληνική κοινωνία, χωρίς και πάλι να ξέρει τι γινόταν έξω από τη χώρα της.

Η Μαρίνα την εποχή που γνώρισε τον Κούλη, είχε καταφέρει να περάσει σε μια σχολή των ΤΕΙ η οποία δεν της άρεσε και διάβαζε για να ξαναδώσει εξετάσεις για τη φιλοσοφική. Έμενε στο νοίκι, δούλευε περιστασιακά ίσα για να πληρώνει το ενοίκιο, το ψωμοτύρι της και τα τσιγάρα της, διάβαζε δεκαπέντε ώρες την ημέρα και ευελπιστούσε πως οι κόποι της δεν θα πήγαιναν χαμένοι.

Ο Κούλης, εμφανίστηκε στο σπίτι της ένα βράδυ ξαφνικά με έναν παλιό της συμμαθητή που είχε πάει να την επισκεφτεί και σκόπευαν μετά από κει να πάνε να συναντήσουν την παρέα τους. Ο συμμαθητής της είχε φέρει κάτι βοηθήματα του αδελφού του που θα της χρησίμευαν για τις εξετάσεις, ο ίδιος όμως είχε αποφασίσει να μην προχωρήσει σε σπουδές και δούλευε σε ένα μαγαζί σαν dj.

Όταν ο Νίκος της έλεγε, «παίζω σήμερα στο μαγαζί» εκείνη πάντα μπερδευόταν γιατί είχε συνδέσει το «παίζω» με κάποιο μουσικό όργανο ή με κάποιο συγκρότημα και πάντα του έκανε την ίδια αφελή ερώτηση. «Παίζεις; Τι παίζεις; Κιθάρα; -Όχι ρε, μουσική δεν σου έχω πει ότι είμαι dj? –Α, εννοείς θα βάζεις μουσική να την ακούει ο κόσμος. –Όχι Μαρίνα, θα παίξω μουσική. Γιατί δεν έρχεσαι μια μέρα να δεις πως είναι; -Δεν προλαβαίνω για τέτοια, έχω διάβασμα. Άλλωστε δεν έχω λεφτά για εξόδους»

Τη μέρα εκείνη λοιπόν την έψηναν και οι δυο να τους ακολουθήσει στο μαγαζί που θα έπαιζε ο Νίκος, αλλά δεν τα κατάφεραν. Η Μαρίνα είχε άλλα σημαντικότερα πράγματα να κάνει. Να μαγειρέψει το ρύζι της, να φτιάξει τον καφέ της, να κάνει εξάσκηση στην κιθάρα της για λίγη ώρα και τελικά να μελετήσει μέχρι το πρωί. Τίποτα δεν ήταν καλύτερο από την ησυχία της εκείνη την περίοδο.

Ο Κούλης παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ιδιαίτερα οξυδερκής, αγκιστρώθηκε συναισθηματικά από την δύναμη και την επιμονή της Μαρίνας να περάσει στη σχολή που ήθελε και το θεώρησε άδικο γι’ αυτή να παιδεύεται. Χωρίς να αναφέρει ξανά στον Νίκο τίποτα, άρχισε να παραφυλάει έξω από το σπίτι της και μόλις εκείνη έφευγε να πάει για κανένα μεροκάματο ή στη σχολή που ήδη φοιτούσε, της άφηνε μια τσάντα γεμάτη με φαγητά έξω από την πόρτα. Καλομαγειρεμένο φαγητό που η Μαρίνα είχε να φάει από την εποχή που ζούσε με την οικογενειά της, τότε που η μάνα της έσπαγε το κεφάλι της τι να της φτιάξει που να της αρέσει, γιατί ήταν πράγματι μίζερη και δεν έτρωγε πολλά.

Είτε γιατί το φαγητό που έβρισκε η Μαρίνα στην πόρτα ήταν πράγματι καλό, είτε γιατί πολύ καιρό είχε ν’ απολαύσει σπιτική κουζίνα, το έτρωγε με μεγάλη ευχαρίστηση και αίσθημα ευγνωμοσύνης για κείνον που της το πήγαινε.

Είχαν περάσει δυο βδομάδες και δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει ποιος την σκεπτόταν τόσο τακτικά, οι επισκέψεις του παράξενου ευεργέτη είχαν γίνει καθημερινές κι αυτή πια το έβαλε σκοπό να τον ανακαλύψει. Έκανε λοιπόν ένα μεσημέρι ότι φεύγει για δουλειά, περπάτησε δυο τετράγωνα γύρω από το σπίτι της και μετά κρύφτηκε στην αυλή του απέναντι σπιτιού για να δει ποιος θα πάει να της αφήσει την τσάντα με τα τρόφιμα.

Κατά τις τέσσερις, είδε τον Κούλη να έρχεται φορτωμένος με την τσάντα, κοίταζε τριγύρω για να δει αν τον βλέπει κανείς, χτύπησε και το κουδούνι της για να σιγουρευτεί ότι εκείνη λείπει, μετά άφησε την τσάντα μπροστά στην πόρτα της και απομακρύνθηκε.

«Σ’ έπιασα!» Του φωνάζει η Μαρίνα πίσω από την πλάτη του κι αυτός καρφώθηκε στη θέση του.

Από κει και μετά όλα εξελίχθηκαν γρήγορα. Συγκινημένη από το πραγματικό του ενδιαφέρον γι’ αυτήν η Μαρίνα άρχισε να τον βλέπει ζεστά και να περνά κάμποσες ώρες μαζί του τα βράδια. Ο Κούλης δεν ήταν τύπος υστερόβουλος, πήγαινε εκεί φανερά πια με την τσάντα τα τρόφιμα και έτρωγαν παρέα, μετά έβγαζε από έναν φάκελο τα συνεργά του που ήταν μολύβια, κάρβουνα και πινέλα και ενώ η Μαρίνα διάβαζε μέσα στη νύχτα χαμένη στον κόσμο της, αυτός ζωγράφιζε ακούγοντας μουσική από το γουόκμαν. Όταν η κοπέλα κουραζόταν και ήθελε να κοιμηθεί, του έλεγε… «Έλα Κούλη, ώρα να το διαλύσουμε, κουτουλάω από τη νύστα». Κι αυτός μάζευε τα συνεργά του και έφευγε.

Αυτή ήταν η σχέση των δυο νέων τους πρώτους μήνες της γνωριμίας τους. Συζητούσαν, μιλούσαν για όλα και είχε μάθει από αυτήν αρκετά από το παρελθόν της, ενώ ο ίδιος δεν είχε μέχρι τότε δημιουργήσει καμιά σταθερή σχέση.

Ένα βράδυ η Μαρίνα γυρίζοντας στο σπίτι δεν βρήκε ούτε τον ίδιο απέξω, ούτε καμιά τσάντα με φαγητό να την περιμένει, αλλά δεν ανησύχησε. Έβγαλε το ρύζι από το ντουλάπι κι άρχισε αν το μαγειρεύει, με τη σκέψη πως αν δεν εμφανιστεί και την άλλη μέρα ο Κούλης θα τηλεφωνούσε στο σπίτι του να μάθει αν είναι καλά. Ύστερα άλλαξε γνώμη κι αποφάσισε να του τηλεφωνήσει το ίδιο εκείνο βράδυ, ώστε αν χρειαζόταν την βοηθειά της να έτρεχε να του συμπαρασταθεί.

Έσβησε λοιπόν τη φωτιά με το φαγητό και πήγε στον τηλεφωνικό θάλαμο της γειτονιάς. Η μάνα του της είπε ότι έπεσε με το ποδηλατό του, χτύπησε στο κεφάλι του και τον μετέφεραν στον Ευαγγελισμό. Η Μαρίνα βρέθηκε την άλλη στιγμή στο νοσοκομείο να του κρατάει το χέρι και να προσπαθεί να καταλάβει πως έγινε το ατύχημα. Η καταστασή του δεν ήταν σοβαρή, μια ελαφριά διάσειση είχε πάθει από το χτύπημα, που το έπαθε επειδή δεν ξεχώρισε το κόκκινο χρώμα στα φανάρια όπως της είπε και αφού κάθισε μαζί του αρκετή ώρα, τον άφησε να κοιμηθεί τη νύχτα και πήγε στο σπίτι της να τελειώσει εκείνο το μαγείρεμα, κόντευε να πέσει κάτω από την πείνα.

Έτσι νόμιζε. Από την πείνα. Ωστόσο της ήρθε μια μεγάλη ζαλάδα στο δρόμο και στηρίχθηκε για λίγα δευτερόλεπτα σε μια κολόνα, πήρε δυο βαθιές ανάσες και πήγε να συνεχίσει το δρόμο της αλλά διαπίστωσε πως την είχε πιάσει ακατάσχετη αιμορραγία και το αίμα έτρεχε ανάμεσα στα πόδια μέχρι κάτω στο δρόμο. Καταντροπιασμένη έδιωχνε κάθε περαστικό που σταματούσε για να τη βοηθήσει και παίζοντας το κρυφτό από τους ανθρώπους έφτασε στο σπίτι της, έκανε μπάνιο, φόρεσε καθαρά ρούχα και ξάπλωσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της συνέβη, πέραν του γεγονότος ότι από την ημέρα που χώρισε με τον άνθρωπο που συζούσε, εδώ και τρεις μήνες δηλαδή δεν είχε έμμηνα, αλλά το είχε θεωρήσει απίθανο να είναι έγκυος και είχε αποδώσει την καθυστέρηση στο στρες για τις εξετάσεις.

Σκέφτηκε παρηγορημένη κάπως ότι λόγο αυτής της μεγάλης καθυστέρησης λοιπόν της είχε έρθει απότομα τώρα το αίμα και προσπάθησε να ηρεμήσει και να κοιμηθεί αλλά ακολούθησε κάτι που δεν γινόταν πλέον να αγνοήσει. Ένα μεγάλο κομμάτι από κάτι, βγήκε από μήτρα της σπρώχνοντας και έπεσε μέσα στην κιλότα της. Εντελώς σοκαρισμένη, σηκώθηκε επάνω κι έτρεχε στην τουαλέτα. Είδε πως επρόκειτο για ένα στρογγυλό ζεστό κρέας με φλέβες και αρτηρίες αλλά δεν ήθελε να δει περισσότερα.

«-Τι είναι αυτό το πράγμα τώρα εδώ θεε μου; Τι να το κάνω τώρα αυτό; Από πού μου ήρθε;» Μονολογούσε μέσα στον πανικό της και κάνει μια και το πετάει μέσα στη λεκάνη και τραβάει το καζανάκι. Είχε χάσει τόσο πολύ αίμα που δεν είχε δυνάμεις πια να πάει από την τουαλέτα στο δωμάτιο, κι έμεινε καθισμένη κατάχαμα στο μπάνιο, ημιαναίσθητη κι έτσι την βρήκε ο Κούλης που στο μεταξύ δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στο νοσοκομείο και γυρίζοντας στο σπίτι του, πέρασε να της πει μια καληνύχτα.

Ήταν αναπόφευκτο. Η Μαρίνα αφού νοσηλεύτηκε για λίγες μέρες στο νοσοκομείο και χάρη στην έγκαιρη παρέμβαση του Κούλη σώθηκε, αποφάσισε να του επιτρέψει να μένει στο σπίτι της μιας κι εκείνος ήθελε να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον του σπιτιού του. Οι δυο νέοι ήρθαν κοντά και αυτό που μεταξύ τους υπήρχε δεν είχε τη βάση του σε έναν κεραυνοβόλο έρωτα, αλλά στην ιδέα μιας ανθρώπινης μεταχείρισης, στην έγνοια του ενός για τον άλλον, και σε μια σειρά από θετικές παραμέτρους όπως το χιούμορ και η ανεμελιά που τους έδιναν μοναδικά καλές στιγμές και απολάμβαναν ο ένας τη συντροφιά του άλλου.

Ωστόσο ο Κούλης δεν ήταν για πολλά και δύσκολα. Δεν μπορούσες να απαιτήσεις από αυτόν να παρακολουθήσει μια φιλοσοφική συζήτηση, ούτε την ανάλυση μιας σκέψης που τραβούσε σε βάθος, όταν έμπαιναν σε τέτοια θέματα εκείνος χασμιουριόταν, κοκκίνιζαν τα μάτια του έβλεπε το κόκκινο καθαρά στις περιπτώσεις αυτές και με το ζόρι κρατιόταν όρθιος.

Το θέμα αγάπη πάλι, δεν ήταν ένα θέμα που είχε απασχολήσει σοβαρά τον Κούλη μέχρι τότε. Πίστευε ότι οι άνθρωποι αξίζουν ένα ενδιαφέρον, μια συμπαράσταση, οι άνθρωποι που είναι αδύνατοι οικονομικά και υποφέρουν από τη φτώχεια, αγαπούσε την Μαρίνα με τον ίδιο τρόπο που αγαπούσε τον ξέμπαρκο που έκανε οτοστόπ στην εθνική όταν ξαμολιόντουσαν με το σαράβαλο για μακρινές διαδρομές. Ο θαυμασμός του για το προσωπό της και η απόλυτη αποδοχή δεν τον άφησαν να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς του συνέβαινε μαζί της, αλλά σύντομα γι’ αυτόν η Μαρίνα αποτέλεσε το άλφα και το ωμέγα του. Μαζί της γνώρισε όχι μόνο τη γυναίκα αλλά και το πώς είναι να ζει κανείς με μια γυναίκα χωρίς σεξουαλικές αναστολές, που ήταν πρόθυμη να παίξει με τις φαντασιώσεις του και όλα αυτά με τρόπο ανάλαφρο και χιουμοριστικό, κυρίως όταν μια προσπάθεια αποτύγχανε και ψάχνανε στο κάμα σούτρα να βρουν που έγινε το λάθος. Κοιμόντουσαν με γέλια, ξυπνούσαν με γέλια, ερωτευόντουσαν με γέλια, περνούσαν πολύ καλά μαζί οι δυο τους και αυτό κράτησε μερικά χρόνια.

Η Μαρίνα όμως ήταν άνθρωπος με πνευματικές ανησυχίες και δεν έπαψε να ασχολείται με τα βιβλία και τα διαβάσματα, είχε κι ανάγκη να ανταλλάξει και απόψεις για διάφορα θέματα στα οποία ο Κούλης δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, επιπλέον ο Κούλης, έπαιρνε τη γραμμή της ηθικής συμπεριφοράς από την ίδια, καθότι ο ίδιος είχε μεν ένα σωστό ένστικτο κυρίως σε ότι αφορούσε τον συνανθρωπό του, αλλά μια παρανοημένη αντίληψη σε σχέση με το καλό και το κακό, πράγμα που τον έκανε ευάλωτο σε λάθη, που μπορούσαν να τον εμπλέξουν ακόμα και σε ποινικά αδικήματα. Έτσι πολλές φορές η συντροφός του βρέθηκε στη θέση να του τονίσει, ότι είναι μια κακή πράξη το να κλέψουμε από το σπίτι της μάνας μας αντικείμενα για να πάμε να τα πουλήσουμε, είναι προτιμότερο να έχουμε μια δουλειά και να τα βγάζουμε πέρα, ή είναι ανήθικο να δέχεσαι να συνοδεύεις μέχρι έξω από την πόρτα μια κοπέλα που πάει να εκδοθεί, επειδή σου ζήτησε να είσαι εκεί για να αισθάνεται ασφαλής, κι ότι αμα το κάνεις αυτό γίνεσαι νταβατζής, που σημαίνει σε πήρε η κάτω βόλτα, άσχετα αν δεν παίρνεις λεφτά από αυτό και το κάνεις από τα φιλικά και αλτρουιστικά σου συναισθήματα.

Άπειρες τέτοιες συζητήσεις έγιναν η αφορμή για καυγάδες, ειδικά τότε που της ανάφερε πως έχει γνωρίσει μια μικρή που θέλει να το σκάσει από το σπίτι της γιατί δεν άντεχε την κακομεταχείριση των γονιών της και ήθελε να τη βοηθήσει. Τότε είχε ζητήσει από τη Μαρίνα να τη φιλοξενήσουν στο σπίτι που έμεναν μαζί και η τελευταία έχοντας χάσει την υπομονή της προσπαθούσε να του εξηγήσει σε τι μπελάδες πήγαινε να βάλει τον εαυτό του κι αυτήν. Τελικά συμφώνησε να συμβουλέψει την κοπέλα να πάει να καταγγείλει τους γονείς της στις αρχές και να ζητήσει τη βοήθεια κοινωνικού λειτουργού και μετά από αυτό να μη την ξαναδεί.

Τέτοια ευτράπελα ήταν τα ξαφνικά του Κούλη που σου έσκαγε σαν κεραυνό εν αιθρία και η Μαρίνα δεν ήξερε από πού να φυλαχτεί. Ευτυχώς όσο εκείνος βρισκόταν στην άμεση επιρροή της έκανε πάντα στο τέλος ότι του έλεγε, ακόμα και με διαμαρτυρίες κι έτσι, με αυτό τον τρόπο κατάφερνε να τον προφυλάξει από τα χειρότερα. Γιατί μη φανταστείς ότι του έλεγε μόνο τι χρώμα έχει το φανάρι στο δρόμο όταν κυκλοφορούσαν με το αυτόματο.

Αλλά είπαμε. Ο καιρός περνούσε και ο Κούλης ένιωθε ολοένα και περισσότερο την ευθύνη του απέναντι στην κοινή τους συμβίωση. Δούλευε, κουραζόταν, γκρίνιαζε, η δε Μαρίνα είχε φορτσάρει για την τελευταία της προσπάθεια να περάσει στη φιλοσοφική, κι ο Κούλης ένιωθε ότι έχασε την διασκεδασή του τόσο μαζί της, όσο και με τους φίλους του που εξαιτίας της είχε κάνει στην άκρη. Η Μαρίνα του υποσχέθηκε πως αμέσως μετά τις εξετάσεις που ήταν κοντά, θα έβρισκε κι αυτή μια δουλειά και θα του έπαιρνε από την πλάτη την ευθύνη της συντήρησης τους, αλλά ο Κούλης δεν έβλεπε πια τα πράγματα με χιούμορ, είχε μπει στο λούκι της παραγωγής και ένιωθε πως η Μαρίνα τον εκμεταλλεύεται. Της έδωσε λοιπόν προσθεσμία ένα μήνα για να βρει κι αυτή μια δουλειά και την απείλησε πως αλλιώς θα την εγκατέλειπε και ήταν ακριβώς τότε που πάτησε το λάθος κουμπί.

Η Μαρίνα βρήκε κι έπιασε από την άλλη μέρα δουλειά σε ένα φαστ φουντ, μείωσε στο ελάχιστο τις ώρες του διαβάσματος και άρχισε να πακετάρει τα πραγματά της. Δεν υπήρχε τρόπος πια να επανορθώσει ο Κούλης. Όσες συγνώμες κι αν της ζήτησε, όσο κι αν προσφέρθηκε να την βοηθήσει σ’ αυτή την τελική ευθεία πριν από τους διαγωνισμούς, όσα κι αν της είπε πως σήμαινε γι’ αυτόν, αυτό που κυριαρχούσε στη σκέψη της ήταν η απειλή του. Και με αυτή την απειλή κατά νου, τον τελειώσε οριστικά μέσα της. Μάζεψε μετά από ένα μήνα τα ρούχα της και τα βιβλία της, τιποτε άλλο δεν θεώρησε δικό της μέσα στο σπίτι εκείνο και πήγε σε μια γκαρσονιέρα. Τέλος στα γέλια και στα πειράματα τα ερωτικά και στις συμβουλές και στις συζητήσεις και στα κοψίδια που ονειρεύονταν και στις πίτες που μαζί έμαθαν να φτιάχνουν, γύρισε εκείνη στο βραστό της ρυζάκι κι αυτός στη μοναξιά του.

Μετά τη συμβιωσή του μαζί της, του ήταν αδύνατο να διασκεδάσει με τα ίδια πράγματα που διασκέδαζαν τους παλιούς φίλους του. Του ήταν αδύνατο να ζει χωρίς σκοπό, ή να ερωτευτεί την οποιαδήποτε κοπέλα δεν ανέλυε τα πράγματα και δεν προσπαθούσε να μπει στα μύχια της σκέψης του, να φανταστεί ακόμα και το πώς θα συνέχιζε τη ζωή του από δω και πέρα.

Αφού Μαρίνα δεν υπήρχε πια σ’ αυτήν δεν ήθελε να πληρώνει το ενοίκιο για πάρτη του, αλλά ούτε και να γυρίσει στη μάνα του με τις ηλίθιες βλέψεις της γι’ αυτόν. Πήρε το κάραβαν και το μετέτρεψε σε σπίτι, χάρισε μέσα από το σπίτι όλα τα πράγματα που του είχε αφήσει η Μαρίνα για να ζει, τα έδωσε όπου βρήκε και άραξε το κάραβαν κάτω από την Ακρόπολη, ενώ συνέχιζε να δουλεύει και να μαζεύει χρήματα με σκοπό να αποκτήσει ένα τροχόσπιτο.

Το τροχόσπιτο το απέκτησε αρκετά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο της μάνας του που του άφησε στη διαθήκη ένα μικρό διαμέρισμα το οποίο αυτός πούλησε. Αρκετά μετά μάλιστα κι από την αδιανόητη εκείνη πράξη που συγκλόνισε το πανελλήνιο…

Η Μαρίνα που στο μεταξύ την περίοδο εκείνη είχε παντρευτεί, ήταν έγκυος στον έβδομο μήνα και ζούσε μέσα στον πυρετό τω προετοιμασιών για το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο. Η ζωή της είχε αλλάξει ριζικά. Χωρίς να έχει περάσει στη φιλοσοφική είχε καταφέρει να διατηρήσει την επαφή της με τα γράμματα αλλά τώρα οι προτεραιοτητές της ήταν άλλες. Με τον Κούλη είχε χαθεί για περίπου δυο χρόνια κι όταν ξανασυναντήθηκαν, εκείνης η κοιλιά ήταν ήδη φουσκωμένη.

Εκεί, σε κείνη την συνάντηση που έγινε ανάμεσα στους τρεις, αυτήν, τον Κούλη και τον συζυγό της που εξέφρασε το ενδιαφέρον να τον γνωρίσει, ο Κούλης τους εξομολογήθηκε ότι ήταν μπλεγμένος σε μια πολύ πολύ περίεργη και αγχωτική κατάσταση με μια γυναίκα. Δεν ήταν το κορίτσι του, δεν ήταν μια από τις καλύτερες φίλες του, δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του αλλά δεν τον άφηνε και σε ησυχία.

-Πως και γιατί αυτό;

Τον είχε ρωτήσει η Μαρίνα.

-Την αποφεύγω γιατί είναι πειραγμένη στο μυαλό. Με πιέζει να κάνω κάτι που δεν γουστάρω και θα μου κοστίσει μεγάλα προβλήματα, αλλά όταν σας λέω με πιέζει, εννοώ μου έχει κάνει τη ζωή ποδήλατο. Δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ, να φάω, να δουλέψω να ησυχάσω. Δράμα σου λέω, άστα.

-Που πήγες κι έμπλεξες πάλι ρε κακομοίρη;

Τον ρώτησε η Μαρίνα με μια χροιά ανησυχίας στη φωνή.

-Θα σου πω όταν είμαστε μόνοι μας. Δεν λέγονται μπροστά σε τρίτους αυτά, ακόμα κι αν είναι ο άντρας σου, με συγχωρείς κι όλας.

Και έτσι εκείνη την ημέρα τίποτε περισσότερο δεν κατάφερε να μάθει η Μαρίνα για το προβλημά του. Μετά από μερικές μέρες όμως, επισκέφτηκε το σπίτι του ζευγαριού.. Ήταν φανερά ταραγμένος και είπε πως πέρασε για μια καλησπέρα βιαστικά αλλά δεν είχε καθόλου χρόνο για να τους δει. Ο άντρας της Μαρίνας, διακριτικός πάντα, της έκανε νόημα ότι πηγαίνει να καθίσει στο σαλόνι ώστε να δώσει την ευκαιρία στον Κούλη να της εκμυστηρευτεί αυτό για το οποίο κατάλαβαν ότι είχε έρθει. Αυτή πάλι ήταν σίγουρη πως μόλις ο Κούλης που δεν μπορούσε να αντισταθεί στη μυρωδιά ενός μεζέ έβλεπε το πρώτο παϊδάκι να πέφτει στο πιάτο από το τηγάνι, θα στρογγυλοκαθόταν και θα χαλάρωνε. Όμως έπεσε έξω. Αυτός ούτε από τη μυρωδιά επηρεάστηκε ούτε από τη θέα του ωραίου φαγητού, ούτε πολύ περισσότερο από τα παρακάλια της Μαρίνας να βάλει στο στόμα του μια μπουκιά πριν φύγει να πάει στο βιαστικό του ραντεβού. Έτσι υποψιασμένη η κοπέλα τον ρώτησε αν έχει τόσο άγχος γιατί πρόκειται να συναντηθεί πάλι με κείνη την τρελή.

-Ναι, σ’ αυτήν πάω.

Της απάντησε ξερά ο Κούλης και χωρίς να της δώσει τον καιρό να σκεφτεί η να του πει τίποτε άλλο, της έβαλε στα χέρια μια κασέτα από γουόκμαν.

-Αν μου συμβεί οτιδήποτε, θέλω να κάτσεις και να την ακούσεις αυτήν και μετά να πας να την παραδώσεις εκεί που νομίζεις πως πρέπει να την ακούσουν.

Της είπε, και με αυτά τα λόγια άνοιξε την πόρτα και βγήκε σχεδόν τρέχοντας έξω, χωρίς να γυρίσει το πρόσωπο κατά το μέρος της που τον φώναζε να γυρίσει πίσω και να της εξηγήσει.

Έδειξε την κασέτα στον άντρα της κι αυτός της είπε να την βάλει σε ένα συρτάρι γιατί σύντομα θα ερχόταν να την πάρει πίσω ο Κούλης και καλά θα έκανε να μην την ακούσει, γιατί αν την άκουγε ίσως έπρεπε να κάνει κινήσεις και να πάρει αποφάσεις που θα την τάραζαν στην κατάσταση που βρισκόταν, κι αυτός δεν εννοούσε να χάσει το παιδί και τη γυναίκα του, επειδή ο Κούλης δεν μπορούσε να δώσει λύση στο προβλημά του με μια τρελή. Αρκούσε να αλλάξει το νούμερο του κινητού του και να της ζητήσει να μη τον ξαναενοχλήσει, ωστόσο αυτός έτρεχε κάθε φορά που τον καλούσε και μετά την έβριζε.

-Εκτός κι αν είναι ήδη μπλεγμένος.

Συμπλήρωσε μετά ο άντρας της Μαρίνας.

-Μπλεγμένος σε τι όμως;

-Αυτό δεν το ξέρουμε. Είσαι σίγουρη όμως ότι θέλεις να το μάθεις;

-Όχι. Τα ξέρω τα μπλεξίματα του Κούλη. Μια ζωή μπλέκεται στις πιο περίεργες κι επικίνδυνες καταστάσεις κι όταν παίρνει είδηση ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, τρέχει για βοήθεια να τον ξεμπλέξουν.

-Γι’ αυτό σου λέω, κάτσε στ’ αυγά σου εσύ τώρα. Και βρες έναν τρόπο ώστε να αραιώσουν αυτές οι επισκέψεις του εδώ.

Σωστά. Βέβαια. Ο Χάρης είχε κάθε λόγο να ανησυχεί για τη γυναίκα του, επειδή ήξερε πόσο πρόθυμα θα έτρεχε να βοηθήσει τον οποιονδήποτε, αλλά τώρα κι αυτή έπρεπε να σκεφτεί το σπίτι της, την οικογενειά της και το παιδί που με τόση λαχτάρα περίμεναν να γεννηθεί. Μέσα της όμως, μια παλιά της οργή ξυπνούσε, για το πόσο εύκολα οι άνθρωποι αποποιούνται το παρελθόν τους μόλις βρεθούν σε μια καινούργια κατάσταση, πόσο εύκολα υποκρίνονται ότι καμιά σχέση με αυτό δεν έχουν κι εκείνη δεν αισθανόταν πως έχει έναν οποιονδήποτε λόγο να ντρέπεται γι’ αυτό. Από την άλλη ένας παλιός της έρωτας και τωρινός φίλος της πια, ένιωθε πως είχε ανάγκη τη βοηθειά της. Ωστόσο δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που έπρεπε να κάνει, για να βοηθήσει τον Κούλη. Έβαλε την κασέτα σ’ ένα συρτάρι και αποφάσισε να την κρατήσει εκεί ξεχασμένη μέχρι να την αναζητήσει ξανά ο τελευταίος.

Μια Τρίτη βράδυ είχε γίνει εκείνη η γεμάτη μυστήριο επίσκεψη του Κούλη. Και την άλλη μέρα, Τετάρτη, η Μαρίνα ένιωθε το μωρό αναστατωμένο από το πρωί στην κοιλιά της, έπαιρνε συνέχεια στροφές και έκανε κινήσεις που της προκαλούσαν ταραχή σε όλο της το σώμα, γι’ αυτό κι αποφάσισε όταν ξάπλωσε ο Χάρης να βγει από το σπίτι και να περπατήσει μέχρι το πάρκο της γειτονιάς, ψιθυρίζοντας κάποιο απαλό τραγούδι μπας και ηρεμήσει το παιδί μέσα της. Εκεί στο πάρκο, είδε τις μητέρες δυο μικρών παιδιών που τα επέβλεπαν στο παιχνίδι τους και κάθισε σ’ ένα διπλανό παγκάκι να πάρει ανάσα. Οι γυναίκες της έπιασαν την συζήτηση, πόσο μηνών είναι και πότε με το καλό, άντε και καλή λευτεριά, τα συνηθισμένα που αβάρετα ρωτούν οι γυναίκες σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα κι αν έχουν κάνει δέκα κουτσούβελα. Η Μαρίνα χαμογέλασε με τη σκέψη αυτή και ευγενικά απαντούσε στις ερωτήσεις τους μέχρι τη στιγμή που οι γυναίκες άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους για το πόσο πολύ πρέπει να προσέχουν τα παιδιά τους σ’ αυτόν τον τρελό κόσμο που τα έφεραν να ζήσουν. Τον γεμάτο παρανοϊκούς και σχιζοφρενείς κόσμο, τον γεμάτο ψυχωσικά άτομα που κυκλοφορούν αναμεσά μας και που μπορεί να τους βλέπουμε και με εμπιστοσύνη.

«-Να δεν είδες πάλι τι έγινε χθες;» Είπε η πρώτη στη δεύτερη γυναίκα, πάνω που η Μαρίνα άρχισε να μη τις αντέχει και σηκωνόταν για να επιστρέψει στο σπίτι της.

«Όχι δεν άκουσα ειδήσεις, τι έγινε;» Της απάντησε η άλλη.

«Ένας τρελός πήγε και πυροβόλησε μια γυναίκα, επειδή λέει του ζητούσε επίμονα αυτή και για πολύ καιρό, να την σκοτώσει. Ε στο τέλος βρήκε αυτό που γύρευε. Τη σκότωσε».

«-Μα τι; Φόνος κατά παραγγελία και μάλιστα από το θύμα;

-Μάλιστα, όπως το ακούς. Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας….»

Η Μαρίνα πλησίασε τις δυο γυναίκες με κομμένα τα γόνατα.

-Πότε το ακούσατε αυτό;

-Ω! Από το πρωί το λένε οι ειδήσεις κοπέλα μου. Και τώρα αν πας κι ανοίξεις την τηλεόραση, αυτό θα συζητούν. Έχουν έρθει ψυχολόγοι κι επιστήμονες από όλη την Ευρώπη γι’ αυτό τον τρελό».

Γύρισε στο σπίτι τρελή από την αγωνία και άνοιξε αμέσως την τηλεόραση.

-Τι έγινε Μαρίνα μου; Την έχεις πολύ δυνατά, με ξύπνησε…

Διαμαρτυρήθηκε ο Χάρης γυρίζοντας πλευρό προς το μέρος της.

Ωστόσο όταν άκουσε το όνομα του Κούλη στις ειδήσεις, ανακάθισε έκπληκτος στο κρεβάτι του.

"-Την κασέτα. Φέρε γρήγορα ν’ ακούσουμε την κασέτα».

Της είπε με φούρια. Η Μαρίνα έβγαλε την κασέτα του γουόκμαν από το συρτάρι και την έβαλε μέσα στο μηχάνημα. Ακούστηκε μόνο μια φράση κι αυτή κομμένη.

«-Τώρα εγώ εδώ, θα εξηγήσω γιατί πρέπει να κάνω αυτό που πάω να κάνω…» Και ύστερα ένας βόμβος, ήχος από λόγια μασημένα και ταινία που σπάει. Τίποτε άλλο.

Κάθισαν για λίγη ώρα αμήχανοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

-Μπορούμε να τη φτιάξουμε, δεν μπορούμε;

-Για να ακούσουμε τι Μαρίνα; Το λόγο που αυτός πρέπει να πάει και να κάνει αυτό που έκανε; Δεν καταλαβαίνεις ότι όποιο λόγο και να αναφέρει εφόσον το σκέφτεται από τα πριν στα σοβαρά είναι μια κίνηση προμελετημένη; Μόνο κακό θα του έκανε αυτή η κασέτα, οτιδήποτε άλλο θα τον βοηθήσει πολύ καλύτερα από αυτόν εδώ τον δυναμίτη. Πεταξέ την γρήγορα.

-Αν υπάρχει κίνητρο προσωπικό στην κινησή του δεν πρέπει να το ξέρουν αυτό οι αρχές;

-Μη λες ανοησίες αγάπη μου, για τον Κούλη μιλάμε. Οτιδήποτε μπορεί να αποτελεί κίνητρο προσωπικό γι’ αυτόν να πράξει ακόμα και αν κίνητρο δεν έχει. Αφού τον ξέρεις.

-Έχεις δίκιο. Κάλλιστα μπορεί να το θεώρησε και χρέος του δηλαδή να κάνει αυτό.

-Ακριβώς. Και αν δε φοβόμουν ότι θα εμπλακείς προσωπικά κι εσύ στην προσπαθειά σου να τον ξεμπλέξεις, θα στο αποδείκνυα φτιάχνοντας αυτή την κασέτα. Αλλά είμαι σίγουρος, μόνο ζημιά μπορεί να του κάνει. Πέτα την λοιπόν. Πιο καλά θα τα πάει με την εικόνα του, μ’ αυτό που βγάζει έτσι όπως όλοι τον ψάχνουν τώρα, παρά με τούτην εδώ.

-Κι αν κατηγορηθούμε ότι αποκρύψαμε στοιχεία σημαντικά από την δικαιοσύνη και μας τρέχουν για συνεργούς; Α όχι, δεν την πετάω. Θα την βάλω πίσω στο συρτάρι γιατί δεν ξέρεις τι θα αναφέρει τώρα ο Κούλης στον ανακριτή. Μπορεί κάποιος να μας χτυπήσει την πόρτα. Κι αν ο Κούλης έχει δώσει τη διευθυνσή μας, θα το έχει κάνει γι’ αυτήν εδώ την κασέτα. Θα την φυλάξω.

-Κάνε ότι θέλεις αλλά να ξέρεις, αν έστω και στο ελάχιστο ακουστεί το ονομά σου στα ΜΜΕ, θα έχεις κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολα αναμεσά μας. Αυτό να θυμάσαι.

Η Μαρίνα δεν απάντησε, τι να απαντήσεις σε μια τέτοια προειδοποίηση; Όχι και τελείως άδικη από τη μεριά του Χάρη βέβαια.

Την κασέτα δεν την αναζήτησε κανείς στη διάρκεια των ανακρίσεων, ούτε και κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Κούλης δικάστηκε και καταδικάστηκε με το ελαφρυντικό του πρότερα εντίμου βίου και της αγαθής του φύσης, (λόγω μαλακίας δηλαδή), εξέτισε την ποινή του και μετά από μερικά χρόνια αποφυλακίστηκε.

Η κασέτα ως δια μαγείας χάθηκε από το συρτάρι μετά από κάποιον καιρό και ο Κούλης όταν βγήκε, δεν διανοήθηκε να πάει να τη ζητήσει από την Μαρίνα.

Μέσα στην πολύβουη αυτή πόλη, όπου όλοι προσπερνούν τον διπλανό τους χωρίς να του ρίξουν ούτε μια ματιά, ένας φτωχός Δον Κιχώτης παίρνει μέσα στο τροχοσπιτό του τους άστεγους, ζητιανεύει για να συντηρεί τον εαυτό του και το σκύλο του, σηκώνει από την άσφαλτο τα ξαπλωμένα πρεζόνια, δίνει το μοναδικό του πεντοευρώ στο πιτσιρίκι που του απλώνει το χέρι, τρώει στην αίθουσα για τους φιλόπτωχους της εκκλησίας, και τραγουδάει πάντα τον ροζ Πάνθηρα.

Friday, June 20, 2008

Ένα βάρος

Κάθομαι και σκέπτομαι όλον αυτό τον καιρό. Αν υποθέσουμε ότι η ζέστη δεν μ' ενοχλεί τόσο πολύ και μπορέσω ν' αφιερώσω λίγο χρόνο για να γράψω, με τι να καταπιαστώ που να με κάνει να θέλω να βρίσω το λιγότερο; Μόλις σκεφτώ την ακρίβεια αρχίζει και μου ανεβαίνει η πίεση, σαν την τιμή του πετρελαίου έχει πάρει τ' απάνω της κι αυτή. Μόλις σκεφτώ τους λογαριασμούς που έχω αυτό το μήνα να πληρώσω με πιάνει σύγκρυο. Μόλις σκεφτώ το μισθό μου με πιάνει ένα πράγμα σαν μοιρολατρεία, τι στο διάλο δουλεύω κι εγώ για να λέω ότι δουλεύω; Μόλις σκεφτώ τη θάλασσα βουλιάζω μέσα σε μια λίμνη ιδρώτα, που και πως να πας χωρίς να βλαστημήσεις την ώρα που ξεμύτιζες; Αλλά το χειρότερο με πιάνει μόλις σκεφτώ τους πολιτικούς. Το διανοείσαι ρε τα κωθώνια να παίζουν την πινακωτή οι τέως με τους νυν πάνω στην πλάτη μας, να τσεπώνουν τα εκατομμύρια από δεξιά και αριστερά με τις λαμογιές και τις χοντροαπατεωνιές τους, να βάζουν νταβατζηλίδικα το χέρι τους στην τσέπη σου δεν τους φτάνουν αυτά που λαδώνονται και να σου λένε 35 ευρώ εσύ και άλλα τόσα ο άντρας σου για το σπίτι κι άλλα είκοσι για το γκαραζ κι άλλα τόσα για την αποθήκη το πατάρι το ξεχάσατε ρε μαλάκες, πως σας ξέφυγε αυτό; Να σε δουλεύουν έτσι αδιάντροπα μέσα στα μούτρα σου αναφέροντας έκτακτα επιδοτήματα θέρμανσης και απόρων οικογενειών, λες και βγήκε η Μαρία Αντουανέτα να λυπηθεί τους φτωχούς, κι από την άλλη να μη τολμάς να πλησιάσεις στο σούπερ μάρκετ, να μη τολμάς να σκεφτείς τα λεφτά που πήρες που θα πάνε και πόσο γρήγορα, να μη τολμάς να ονειρευτείς ένα πούστικο παγωτό, και να βγαίνει και βρώμα ότι υπάρχει σκέψη να περάσουν λέει και τα παλιά σπίτια από ΚΤΕΟ.
Και δεν είναι και της μόδας ο αυτοπυρπολισμός να πάρει. Και δεν τα ρίχνει τα δικά τους τα σπίτια κάτω ο εγκέλαδος, όχι δεν τα ρίχνει, γιατί αυτοί τα έκτισαν με γερά και ακριβά υλικά, μέχρι και αυτόν εξαγόρασαν, αλλά ως πότε, ρωτάω ως πότε...
Κι έτσι όπως κάθομαι όλες αυτές τις μέρες και σκέπτομαι, τι να πιάσεις που να μη βρωμάει, και που να βρεις την όρεξη και τη διάθεση για ρομαντικές ιστορίες και ποιήματα, ντριν το τηλέφωνο.
-Χάι
-Καλώστον, πως και τέτοια ώρα; είσαι καλά;
-Όχι, αισθάνομαι αδύναμος και κάθομαι στο κρεβάτι.
-Τι εννοείς αδύναμος;
-Εννοώ βαθιά εξαντλημένος. Δεν έχω κουράγιο να κάνω τίποτα, μόνο κοιμάμαι.
-Σήκω κι έλα στην Αθήνα να πάμε στους γιατρούς.
-Τέλειωσες εσύ με τους δικούς σου;
-΄Οχι
-Γιατί αργείς;
-Δεν φταίω εγώ, μου δίνουν ραντεβού για μετά από ένα ενάμισι μήνα κάθε φορά.
-Άστο τότε, δεν έρχομαι.
-Μα θα σε πάω στα επείγοντα.
-Άστο δεν είμαι του θανατά. Όταν θα είμαι, θα έρθω να με πας στα επείγοντα.
Παω να πέσω τώρα. Μάλλον υπερκόπωση έχω, μόλις ξεκουραστώ θα συνέλθω.
-Εντάξει, αλλά δεν είσαι καλά μην κάθεσαι να περιμένεις. Πήδα στο καράβι κι έλα.
-Ναι μαμά. Αν δω ότι τα τινάζω θα έρθω να με σώσεις.
-Βρε άι σκάσε. Με τις βλακείες, Κοίτα μην παίζεις με την υγεία σου έχεις κι ένα παιδί να σκεφτείς.
-Και μια Ελένη.
-Αν θέλεις...
-Σκάσε χαζή. Ποιον άλλο έχω;
-Έλα ντε. Να προσέχεις. Σε φιλώ. Αν χρειαστείς κάτι πάρε με.
-Είμαι εντάξει. Εσύ να προσέχεις. Θα τα πούμε σύντομα. i love you, bye.
-love you too. Take care".

Τι λέγαμε; Α ναι. Για το σκατοεπίδομα θέρμανσης που θα δώσουν στις μονογονεϊκές οικογένειες. Θα ζητήσουν βεβαίως αποδεικτικά, ένα διαζύγιο, ένα πιστοποιητικό θανάτου, μια αίτηση έστω διαζυγίου, ή δικαστική απόφαση για την ολοκληρωτική επιμέλεια του παιδιού, όπως κι όταν πήγα να πάρω το επίδομα τέκνου, ζήτησαν το βιβλιάριο ενσήμων του πατέρα, την αίτηση του ιδίου, υπεύθυνη δήλωση του ιδίου, και βρε παιδιά αμάν, δεν γράφει ελληνικά ο άνθρωπος, δεν έχει ΙΚΑ, -Α, να πάει στο υπουργείο εξωτερικών για επίσημη μετάφραση, και να φέρει βεβαίωση από το ΙΚΑ ότι δεν βάζει ΙΚΑ.
-Οκ κύριοι, βάλτε το κει που ξέρετε το επίδομα γιατί αυτά είναι χοντρά παλούκια να τα πηδήξει κανείς κι ακόμα χοντρότερο να με αναγκάσετε να δηλώσω υπεύθυνα πως είμαι σε διάσταση με τον πατέρα που δεν δίνει μία για το παιδί του. Γιατί άλλο δεν ζούμε μαζί άλλο είμαι σε διάσταση κι αν είχε θα έδινε αλλά δεν έχει μαλάκες, ντε και καλά δεν θα μας κολλήσετε την ταμπέλα στο κούτελο και πάτε στο διάολο εσείς και τα επιδοματά σας.
-Τι έχεις; δεν σ' ακούω καλά.
-Καλά είμαι μάτια μου, στενοχωρέθηκα που δεν είσαι συ καλα.
-Σου είπα δεν είναι τίποτα. Μόλις ξεκουραστώ θα συνέλθω. Οκ;
-...
-οκ Ελένη;
-οκ, οκ. Μπάι λοιπόν. Κι όπως είπα. Πρόσεχε πλιζ.
-γιε γιε γιε. Θα προσέχω. Σε φιλώ".
Κι εγώ σας φιλώ. Με αγάπη Ελένη.

Tuesday, June 10, 2008

Επετειακό

Ιούνης του Καρκίνου
κι ένα κεφάλι στάχτη
διπλό κενό κρεβάτι
το δώρο τ' ουρανού
το άρωμα του δυόσμου
ξεπούλησε το βιος μου
στο λίγο του καιρού

Να φέγγει καλοκαίρι
σαν μακρινό αστέρι
που τρεμοσβήνει αχνό
κι εγώ σαν ακροβάτης
ν' αρπάζομαι απ' το χθες μου
και να το σπάω ξερό.

Ιούνης του Καρκίνου
και το κυκλώπειο μάτι
της νύχτας
καίει τ' άνθη τ' ανούσιου λυγμού
Βαρέθηκε τις λύπες
στη θέση αυτών που είπες
στο φως του αυγερινού.

Ως τ' άλλο μεσονύχτι
ο δείχτης του μυαλού μου
θά' χει στραφεί στην ώρα
του μέσα μου σεισμού
και τέρμα το ξενύχτι
και η νεκροψία στο σώμα
του εξευτελισμού.

Wednesday, June 04, 2008

Άι γαμίδια κύριοι

Φαντάζομαι όλοι θα ξέρετε τον πολιτικά ορθό λόγο. Είναι ένας λόγος που εφαρμόζεται ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θέλουν να διασταυρώσουν τα ξίφη τους. Ένας λόγος ξεδοντιασμένος στηριγμένος στο αναγκαίο του συμβιβασμού. Ένας λόγος θολός, δυσυπόστατος και ασαφής που εκπορεύεται από τις ένοχες συνειδήσεις και βρίσκει έδαφος στην ανασφάλεια. Ο πολιτικά ορθός λόγος είναι ο λόγος του πούστη ανθρώπου. Όταν ο πούστης άνθρωπος διεκδικεί και πολιτικό αξίωμα ο λόγος αυτός είναι το μέσον της απόκρυψης των προθεσεών του. Αλλά υπάρχουν και αυτοί που τον χρησιμοποιούν χωρίς να διεκδικούν πολιτικό αξίωμα. Οπωσδήποτε όμως κάτι διεκδικούν από το περιβάλλον τους, τους συγγενείς, τους φίλους, τις σχέσεις τους και τους υποψήφιους γνωστούς τους. Διατηρεί κι εδώ την ιδιοτητά του ως ο λόγος του πούστη.
Δεν θα πεις στη γυναίκα του φίλου σου που γουστάρεις κι έχεις λυσσάξει να του την πάρεις ότι σκοπεύεις να καταστρέψεις το γάμο του. Θα της πεις ότι της αξίζει κάτι καλύτερο από αυτό που έχει υπονοώντας πως εσύ είσαι σε θέση να της αναπληρώσεις όλα τα κενά. Θα μπαινοβγαίνεις στο σπίτι τους με το πασαπόρτι της φιλίας και κάθε μέρα ένα κουσούρι θα έρχεται να τσαλακώνει όλο και περισσότερο την εικόνα του φίλου σου στα μάτια της με σκοπό να την κάνεις να τον σιχαθεί. Δεν θα της πεις τι μαλάκας που είναι ο άντρας σου. Θα της μιλήσεις με τον πολιτικά ορθό λόγο. "Θα μπορούσε να το χειριστεί αλλιώς. θα μπορούσε να προσέξει λίγο περισσότερο τις ανάγκες σου. Είσαι χλωμή. Δεν κοιμάσαι καλά; Πρόσεχε τον εαυτό σου σε παρακαλώ και υποσχέσου μου ότι κάθε πρωί θα πίνεις χυμό από φρέσκο πορτοκάλι. Θα σου τηλεφωνήσω για να σου το θυμίσω". Και η γυναίκα παθαίνει από το ενδιαφέρον. Βλέπει τον άντρα της που γυρίζει κατάκοπος από τη δουλειά να μη την ρωτάει πως πέρασε τη μέρα της, αν ήπιε χυμό πορτοκάλι, αν νιώθει καλά και τον συγκρίνει μ' αυτόν τον ευαίσθητο και γεμάτο ζεστό ενδιαφέρον άνθρωπο. Αρχίζει σιγά σιγά να του εκμυστηρεύεται τα παραπονά της, τους φόβους και τις αγωνίες της. Κι αυτός αρχίζει να την συμβουλεύει. Της αφιερώνει πολλές ώρες γιατί είναι ο μόνος τρόπος για να της γίνει απαραίτητος. Γίνεται ο μάνατζερ και ο μεντοράς της σε όλα. Κυρίως στον έρωτα. Και πάει, πέταξε το πουλί, σχόλασε ο γάμος, ανεπίσημα αρχικά, επίσημα κατόπιν. Πολιτικά ορθός λόγος εδώ είναι ο λόγος που δεν στρέφεται κατευθείαν εναντίον του αντιπάλου δέους αλλά δείχνει να συμμερίζεται και την θέση του. Η Πολιτική έγκειται στο ότι βάζεις την άλλη στη διαδικασία ν' αρχίσει να βλέπει ότι πριν περνούσε απαρατήρητο και μετά τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους. Το ζωντόβολο πάλι που είναι ο δέκτης αυτής της πολιτικής κίνησης, δεν μπορεί να αξιολογήσει τον άνθρωπο γιατί υπάρχει η ματαιοδοξία της από τη μια και η σπίθα που πέφτει πάνω στην ανιαρή της ρουτίνα από την άλλη για να φωτίσει τα ρομαντικά της όνειρα. Η απαρχή του κερατώματος.
Στον τομέα της εργασίας, πολιτικά ορθός λόγος είναι κυρίως ο λόγος του υπαλλήλου προς τον εργοδότη του. Δεν λες ποτέ στον εργοδότη σου, "ρε μαλάκα πότε θα μου κάνεις καμιάν αύξηση;" γιατί θα βρεθείς στο δρόμο. Λες, "Μήπως γίνεται κύριε Αρχήδογλου να κοιτάξετε φέτος λίγο και το θέμα του μισθού μου; Τα τελευταία τρία χρόνια είναι στάσιμος και όπως ξέρετε τα πάντα έχουν αυξηθεί, δυσκολεύομαι πολύ ν' ανταπεξέλθω στις οικονομικές μου υποχρεώσεις". Και ο κύριος Αρχίδογλου σου απαντά με τη σειρά του. "Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω πολύ καλά φίλε μου τη θέση σου και σε συμμερίζομαι απόλυτα. Να είσαι σίγουρος ότι σε πρώτη ευκαιρία θα το δω, προς στιγμήν όμως προέχουν άλλα. Βλέπεις οι δουλειές μας δεν πάνε πολύ καλά τελευταία τα κέρδη μας μειώθηκαν κλπ κλπ" Και συ πάλι δεν γυρίζεις να του πεις. "Τι με νοιάζει εμένα ρε κόπανε αν τα κέρδη σου μειώθηκαν; Εσύ μπορεί να λες αυτό, αλλά εμένα η δουλειά μου αυξήθηκε και παίρνω λιγότερα απ' όσα όταν ήρθα". Όχι. Λες, "Ευχαριστώ για την κατανόηση. Ας ελπίσουμε φέτος να πάμε καλύτερα". Και συνεχίζεις να υπάρχεις σαν να μην υπάρχεις έχοντας κατά νου να την κοπανήσεις σε πρώτη ευκαιρία να πας αλλού, αλλά η ευκαιρία σπάνια έρχεται και κάθεσαι και περιμένεις να γεράσεις και να πάρεις τη σύνταξη. Θα μου πεις στην περίπτωση του υπαλλήλου ο πολιτικά ορθός λόγος δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την έννοια του πούστη αλλά του ανθρώπου που βρίσκεται σε ανάγκη. Ωστόσο κι από αυτόν έχει γίνει μια επιλογή ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και την επιβίωση. Το θέμα είναι σε τι βαθμό είσαι αποφασισμένος να επιβιώσεις εις βάρος της αξιοπρεπειάς σου. Εδώ τα όρια είναι συχνά δυσδιάκριτα.
Πολιτικά ορθό λόγο όμως χρησιμοποιούν και οι συγγραφείς. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα ρεύμα προς αυτόν που σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη επικρατήσει. Αντί να βγάλεις τον βόρβορο της ψυχής σου επάνω σε έναν ήρωα περιγράφοντας με ρεαλιστικό τρόπο το ποιον του, προχωράς στις παραμέτρους που συνθέτουν το χαρακτήρα σου και με το ψυχαναλυτικό σου νυστέρι καρατομείς τον εγκεφαλό του έτσι που να μην είναι σε θέση κανείς να καταλάβει αν πρόκειται για τέρας ή για έναν πολύ δυστυχισμένο άνθρωπο. Ή ταυτίζεις τα τέρατα με τους πολύ δυστυχισμένους ανθρώπους κι αυτό είναι κατά την άποψή μου το οικτρό λάθος της λογοτεχνίας. Διότι τέρατα μπορεί και συνηθέστερα είναι, οι πολύ ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους άνθρωποι.
Για να πάμε στις διάφορες κατηγορίες των ανθρώπων και τους κώδικες συνεννόησης και αποδοχής από τους οποίους δεν ξεφεύγει ούτε η λογοτεχνία. Η τηλεόραση εδώ έχει κάνει καλά τη δουλειά της. Η γλώσσα ισοπεδώθηκε παντελώς, οι άνθρωποι μεταξύ τους μιλάνε την τηλεοπτική γλώσσα που περιλαμβάνει εκφράσεις προσώπου και νεύματα τη λέξη "βασικά" απαραίτητα και την μετατροπή της ονομαστικής ενικού του ουδετέρου των δικατάληκτων επιθέτων σε ονομαστική πληθυντικού αρσενικού/θηλυκού. Το αγενές, το σαφές, το πλήρες,
"Το αγενή κορίτσι, το σαφή νόημα, το πλήρη συμπέρασμα". Καλλιτέχνες και συγγραφείς παίρνουν το χρίσμα στην κολυμπήθρα των σεμιναρίων και στρατιές επίδοξων διασημοτήτων παρευλαύνουν με ένα τετράδιο στα χέρια καταφθάνοντας από τα πολύ βόρεια και τα πολύ νότια προάστεια για να δοκιμάσουν τις συγγραφικές τους ικανότητες. Ευθαρσώς δηλώνουν ότι ποτέ πριν δεν ένιωσαν την ανάγκη να γράψουν και ψάχνουν το δρόμο και τον τρόπο της εκφρασής τους μέσα από μια σειρά προτεινόμενες λύσεις. (Αν δεν σου κάνει η ποίηση έχουμε και τον θεατρικό λόγο, αν πάλι δεν σε τραβάει αυτός, υπάρχουν και οι ταινίες μικρού μήκους, έχουν λιγότερα λόγια αυτές και μετά πάμε στην υποκριτική όπου εσύ δεν χρειάζεται να γράψεις τίποτα, το κάνουν άλλοι για σένα, αλλά πρέπει να μάθεις να διαβάζεις, μήπως αν αγόραζες το παλιό βιβλίο της πρώτης δημοτικού που είναι και συλλεκτικά πια, τον Μίμη και την Άννα, σε βοηθούσε να καταλάβεις τι γίνεται εδώ πέρα;"
Άντε μετά να δηλώσεις συγγραφέας και να πεις ότι περιφρονείς και τον εξεζητημένο λόγο. Σου έρχεται να επιστρατεύσεις τα πνεύματα Βέλτσου Κάφκα Καστοριάδη και Αξελού, όλους τους συγγραφείς που αγάπησες από Ευρώπη Ασία και Αμερική, όλους που σ έκαναν να περπατάς παραμιλώντας στην άσφαλτο, να μαζευτούν λοιπόν να βγάλουν μια κραυγή όλα αυτά τα πνεύματα και να γκρεμίσουν κάθε χάρτινο πύργο της γλώσσας της πουτάνας, της γλώσσας που κόκαλα απέκτησε για να μασάει γιαούρτι. Γιατί άλλο να ξοδεύεις τη ζωή σου όλη προσπαθώντας να μάθεις πως να γίνεις απλός κι άλλο να κάνεις την ηλιθιότητα και την έπαρση σημαία, τσουβαλιάζοντας ύφη, τεχνοτροπίες, εποχές, φιλοσοφίες και πνεύματα αιώνων σε τρεις παραγράφους που η πρώτη έχει αραδιασμένα τα ονόματα των μεγάλων δημιουργών, η δεύτερη μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της λογοτεχνίας και η τρίτη οδηγίες και συμβουλές για το πως μπορεί κανείς με τον καλύτερο τρόπο να χρησιμοποιήσει τον εκφυλισμό της για να γίνει συγγραφέας. Άι γαμίδια κύριοι.
Πολιτικά ορθός λόγος λοιπόν εφαρμόζεται κι εδώ.
Βλέπετε πως αυτός έχει πλέον εισχωρήσει σε κάθε έκφανση της κοινωνικοπολιτικής και της ερωτικής μας ακόμα ζωής, μοιάζουμε όλοι πια μεταξύ μας γλωσσικά, μοιάζουμε και οπτικά σαν ήρωες ενός ανατριχιαστικού μυθιστορήματος αποκλεισμένοι στο νησί της ευτυχίας.
Πρέπει να κλείσω γιατί ήρθε η ώρα να φύγω για τη δουλειά. Να βγω έξω εκεί και να ανακατευτώ πάει να πει με το μεγάλο σώμα των ανθρώπων που οι μισοί ψάχνουν την ουσία τους στα βιβλία και οι άλλοι μισοί το βιβλίο μέσα στην ουσία τους ότι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό, αποκομμένοι από το χθες και το αύριο, με παντελή την άγνοια του φουτουρισμού και των άλλων εννοιών που θα δικαιολογούσαν το χασιμό τους, ασφαλείς ωστόσο ανάμεσα σ' αυτήν και την απαξία της γνώσης. Ο πολιτικά ορθός λόγος απαιτεί ν' αποκαλώ τους αγάμητους, ανθρώπους με σεξουαλικές διαταραχές. Αλλά δεν φτάνει αυτό. Τίποτα δεν είναι αρκετό για να κατονομάσει κανείς την ηλιθιότητα του κόσμου στις μέρες μας.

Friday, May 30, 2008

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΑΓΓΕΛΕ ΕΛΕΦΑΝΤΗ

Καλά τα παλιά

Αλλά έρχονται συνέχεια καινούργια. Και λέμε ότι δεν προλαβαίνουμε να αντιδράσουμε με την ταχύτητα που συμβαίνουν τα πάντα. Μισθοφόροι στα ελληνικά πανεπιστήμια, ξυλοδαρμοί που θυμίζουν δολοφονικούς τραμπουκισμούς εποχής Λαμπράκη, συζητήσεις για το αν θα πρέπει να καταργηθεί το πανεπιστημιακό άσυλο, αιχμές κατά των αριστερών κομμάτων, πολύ μπόχα που αναδύεται από την πλευρά την κυβερνητική και την αμέσως από κάτω, ως αιτία και λόγος που επιβάλλουν άμεσα μέτρα. Από τη μια διορίζουν σεκιουριτάδες από την άλλη βάζουν τους τραμπούκους να τους ξυλοφορτώνουν μέχρι θανάτου. Ρε δάχτυλο νομίζετε ότι βυζαίνουμε οι υπόλοιποι; Αφού φαίνεται το πράγμα κι από που εκπορεύεται και προς τα που πάει. Σιχτιρ συγχύστηκα παλιομαφιόζοι όλοι σας! Πάω να πάρω αέρα. Έξω.

Οι πρίμουλες της Άννας



Δεν είναι μια φορά, ούτε δυο ούτε τρεις. Στην πόλη που ζω δεν ευδοκιμούν τα γεράνια. Μόλις ξεπροβάλλουν τα κεφαλάκια τους έτοιμα ν’ ανθίσουν, έρχεται ένας χιονιάς και τα καίει. Η αυλή μου είναι γεμάτη από γλάστρες με ξερά λουλούδια, ακόμα και οι κάκτοι έχουν μαραθεί.

Μα είναι ένα φυτό που στέκεται ανάμεσα στα άλλα πράσινο πράσινο και κορδωμένο. Δεν ήξερα πως το λένε. Μία γιαγιά που πέρασε απέξω κάποτε, μου είπε πως το φυτό αυτό έχει μεγάλη ιστορία. Το έφερε μαζί της μια οικογένεια προσφύγων από την Μικρά Ασία μέσα σε μια γλάστρα και έλεγαν πως το ονομά του είναι Πρίμουλα. Έχω δει σε περιοχές της Ελλάδας πολλά τέτοια φυτά με διάφορα χρώματα, ετούτη εδώ είναι δίχρωμη. Έχει βυσσινί τα μισά της άνθη και γαλάζια τα άλλα μισά.

Το φυτό το βρήκα φυτεμένο στο μικρό παρτέρι της παράνομης αυλής, αφότου ήρθα να κατοικήσω σε αυτό το σπίτι. Δεν το πείραξα, αν και τα φύλλα του μου θύμιζαν αγριόχορτο που έπρεπε να ξεριζωθεί. Και κει προς τα μέσα του Δεκέμβρη, το είδα να ανθίζει.

Ακόμα και τότε όμως, δεν το εκτίμησα όσο του ταίριαζε, παρασυρμένη από τον ενθουσιασμό μου να φυτέψω πολλά λουλούδια, να φτιάξω μια ονειρεμένη γωνία με τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, κρίνους, γεράνια που είναι τα αγαπημένα μου και να καλύπτονται όλα αυτά από τα άνθη μιας βουκαμβίλιας. Όσο κι αν το προσπάθησα όμως, τίποτα δεν κατάφερα. Και τότε, μέσα σε κείνη τη μεγάλη αποτυχία, ξεπρόβαλλαν για πρώτη φορά τα άνθη της Πρίμουλας.

Κάτω από τα μάτια μου, ένα προκλητικό γαλάζιο άρχισε να λικνίζεται στον αέρα, πήγαινε κι ερχόταν σκορπίζοντας στις διαδρομές του μνήμες από αλλοτινές εποχές, εικόνες και συμβάντα που εγώ ήμουν ανίκανη να μεταφράσω.

Αποφάσισα να γεμίσω όλη την αυλή μου με αυτές. Ξερίζωσα τις μαραμένες προσπάθειες και στη θέση τους φύτεψα μασχάλες από το λουλούδι, το οποίο ήλπιζα, να καταλάβει όλη την αυλή με τα δυο υπέροχα χρωματά του. Όταν τέλειωσα τη δουλειά αυτή, έφτιαξα έναν καφέ και βγήκα να τον απολαύσω στο τραπέζι της αυλής. Το τραπέζι μου αποτελείται από μια παλιά πλάκα λευκού μαρμάρου που βρήκα πεταμένη μετά την κατεδάφιση ενός γειτονικού προσφυγικού και μια βάση από σίδερο που έφτιαξα μόνη μου. Όταν δεν βρέχει, τις περισσότερες ώρες της μέρας μου τις βγάζω σε αυτό, ακόμα και το χειμώνα. Έχω την ευκαιρία να εργάζομαι πάνω του ακούγοντας τους παλμούς του δρόμου και τους ανθρώπους στις καθημερινές τους ασχολίες. Συχνά πυκνά σταματάει το φορτηγάκι του ο ψαράς μπροστά στην αυλή και καθώς περιμένει να πουλήσει τα ψάρια του, πιάνω μαζί του το κουβεντολόι.

Μια μέρα, ο ψαράς με ρώτησε. «Την ξέρεις την ιστορία αυτού εδώ του λουλουδιού;

Του είπα πως ξέρω ότι το έφερε μια οικογένεια προσφύγων και τίποτα περισσότερο».

-Άκου λοιπόν τι ξέρω εγώ για το σπίτι σου.

Η οικογένεια που έμενε εδώ, απέκτησε κάποτε περιουσία, αλλά το σπίτι δεν το άφησε για να πάει σε άλλο, καλύτερο. Αντίθετα ο άντρας, ήταν μερακλής και κάθε τόσο το έβαφε, το ανακαίνιζε και κλάδευε την πρίμουλα. Της είχε μεγάλη αδυναμία.

Βλέπεις μετά τον πόλεμο του σαράντα, ο γιος του είχε προσχωρήσει στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό και ζούσε με τους άλλους αντάρτες πάνω στα βουνά. Κάθε φορά που κρυφά επισκεπτόταν την οικογενειά του, έκοβε ένα κλαδί με δυο τρια λουλούδια από την πρίμουλα και το έπαιρνε μαζί του φεύγοντας. Έβαζε το ένα λουλούδι στο αυτί του και τα άλλα στην τσέπη του. Είχε μια κοπελιά πάνω στο βουνό που τον περίμενε να γυρίσει και κάθε φορά, της έδινε ένα τέτοιο ανθάκι.

Μετά τη συνθηκολόγηση στη Βάρκιζα, όπου ο ΕΛΑΣ κατάθεσε τα όπλα του και οι άντρες του κυνηγήθηκαν ως τα σύνορα, πολύς ήταν ο κόσμος, ο περισσότερος, που δεν πρόλαβε να περάσει σε γειτονική χώρα. Όπου τους έβρισκαν τους θέριζαν επιτόπου. Ο Μάρκος, μοναχοπαίδι του μερακλή νοικοκύρη εδώ, δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Την τελευταία φορά που έφυγε με το λουλούδι στην τσέπη του, είχε φιλήσει τους γονείς του, με τα λόγια «καλή αντάμωση» μα ήξεραν και οι δυο πλευρές, πως αυτό ήταν το αντίο τους.

Πέρασαν μήνες. Οι επαναστάτες είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους, όσοι γλύτωσαν από το κυνηγητό και μερικοί μπόρεσαν να πείσουν τις αρχές, ότι καμιά σχέση δεν είχαν με το αντάρτικο. Ο Μάρκος όμως πουθενά. Οι γονείς το είχαν πάρει απόφαση ότι το παιδί τους κάπου είχε σκοτωθεί, αλλά δεν έπαψαν να το ψάχνουν έστω και πεθαμένο, για να το θρηνήσουν ανοιχτά, να πάρουν την ικανοποίηση πως ο νεκρός τους είχε τουλάχιστον μια σωστή κηδεία, αντί να τους στοιχειώνει η σκέψη της επιστροφής του. Όπου κι αν έψαξαν όμως, όσο κι αν έψαξαν, δεν βρέθηκε ίχνος του.

Μια μέρα ξαφνικά, έκανε την εμφανισή της στο σπίτι αυτό μια κοπέλα που η οικογένεια δεν είχε ξαναδεί. Τους είπε ότι την έλεγαν Άννα, πως ήταν η κοπέλα του Μάρκου κι αυτοί αφού την αγκάλιασαν σαν παιδί τους την άκουσαν να τους λέει και το λόγο της επισκεψής της.

Πάνω στην κορφή του Υμηττού, είχε φυτρώσει μία μοναδική πρίμουλα, δίχρωμη, με βυσσινιά και γαλάζια άνθη. Αυτό δεν το θεωρούσε καθόλου τυχαίο και οι γονείς που το άκουσαν, αναθάρρησαν. Πήγαν λοιπόν περπατώντας μέχρι το σημείο που η Άννα είδε το λουλούδι κι ο πατέρας του Μάρκου έσκαψε προσεχτικά, μέχρι που το φτυάρι του χτύπησε πάνω σε μια μπότα. Αποκαλύφθηκε το σώμα του Μάρκου, με όλη τη φρίκη που φέρνει στους ζωντανούς η διαδικασία του θανάτου και η αποσύνθεση και αφού μάζεψαν όλο το κουράγιο τους οι αγαπημένοι του, άρχισαν να προσέχουν τις λεπτομέρειες. Ο Μάρκος είχε γαζωθεί από ένα αυτόματο, χιαστί, θα πρέπει να πέθανε μετά από δευτερόλεπτα, είχε ωστόσο προλάβει να βγάλει από την τσέπη του την πρίμουλα, που την κρατούσαν τώρα τα σκελετωμένα χέρια του πάνω στο στήθος κι έτσι τον έθαψαν οι εκτελεστές. Οι θανατώσεις είχαν απαγορευτεί και αυτή ήταν μια ενέργεια άνανδρη και παράνομη, που ζεστά καθώς ήταν ακόμα τα γεγονότα, μπορούσε να ξεσηκώσει μεγάλες αντιδράσεις.

Η πρίμουλα έβγαλε κλωνάρια στα χέρια του, φύτρωσε και πέρασε πάνω από τη γη και τη γέμισε με τα δίχρωμα λουλουδάκια. Πήραν το Μάρκο και τον κατέβασαν στο νεκροταφείο της Καισαριανής προσέχοντας να μην καταστρέψουν το φυτό κι έκτοτε αυτό παραμένει πάνω εκεί και πολλαπλασιάζεται, να πας κάποια μέρα να το δεις.

Η οικογένεια της Άννας είχε ξεκληριστεί, έτσι την πήραν οι γονείς του Μάρκου στο σπίτι τους ψυχοκόρη. Την ενθάρρυναν πολλές φορές να παντρευτεί, να φτιάξει κι αυτή τη ζωή της, αλλά δεν είχε καιρό για γάμους αυτή. Σε μικρό από τότε διάστημα την βρήκε η ασφάλεια και ξόδεψε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της από φυλακή σε φυλακή. Όταν κάποτε αφέθηκε ελεύθερη μαζί με όσους κατάφεραν να επιζήσουν από τους κατατρεγμούς, γύρισε στο σπίτι αυτό και έζησε εδώ μέχρι τα γεράματα.

Φρόντιζε την πρίμουλα μέχρι την τελευταία της μέρα, όπου τη βρήκαν πεθαμένη σ΄ αυτό το πρώτο δωμάτιο και θάφτηκε με έξοδα του δήμου. Ήταν ηρωίδα για τους κατοίκους εδώ η Άννα και όποιος περνούσε από την αυλή, της υποκλινόταν με σεβασμό. Μετά βρέθηκε ένας μακρινός ανηψιός που κληρονόμησε το σπίτι και του έβαλε αμέσως το πωλητήριο. Από αυτόν το αγόρασες εσύ. Και τώρα σε βλέπω να φροντίζεις τα λουλουδάκια αυτά και συγκινούμαι. Πολύ συγκινούμαι όσο τα βλέπω να μεγαλώνουν και ν΄απλώνονται ξανά. Να σ’ έχει ο θεός καλά κορίτσι μου, που δεν αφήνεις την ιστορία μας να ξεχαστεί, ακόμα και εν αγνοία σου».

Είπε ο ψαράς και πέταξε στη γάτα μου τρεις αθερίνες.

Η δουλειά με το μαρμάρινο τραπέζι μου δεν ήταν τόσο καλή, η σιδερένια βάση κουνούσε και δεν είχα τρόπο να το μετακινήσω για να τη φτιάξω καλύτερη. Όταν έφερα το μάρμαρο με είχαν βοηθήσει δυο γείτονες που με είδαν να το τραβολογώ και αυτοί το έβαλαν πάνω στη βάση που είχα ετοιμάσει. Τώρα ο μπαρμπα Στέλιος ο ψαράς, το σήκωσε μόνος του και χτύπησε με ένα σφυρί το σιδερένιο πλαίσιο. Ύστερα έβαλε πάλι τα γραπτά μου πάνω στο τραπέζι και τους έριξε μια περίεργη ματιά.

«Είσαι γραμματιζούμενη; Θα έχεις ακούσει και διαβάσει πολλές ιστορίες. Πιστεύεις ότι αξίζει αυτή που άκουσες για να τη γράψεις; Να μη χαθεί βρε παιδί μου και η μνήμη μαζί μας»

Του είπα πως και αξίζει και θα το κάνω. Αλλά καθόλου σίγουρη δεν είμαι για το τι θα κάνουν οι άνθρωποι στο μέλλον με αυτή τη μνήμη, ούτε και με τις αγαπημένες μου πρίμουλες. Η κόρη μου, έχει από τώρα λυσσάξει να τις ξεριζώσει. Είναι λέει, άκουσον, ένα φυτό παλιομοδίτικο.

Στην πίσω μεριά του σπιτιού υπάρχει μια δεύτερη αυλή με μια χαμηλοτάβανη μισογκρεμισμένη αποθήκη στην οποία δυσκολευόμουν από την αρχή να μπω, επειδή η παλιά ξύλινη πόρτα της έβρισκε αφενός στο πάτωμα και αφετέρου πίσω της, ήταν στριμωγμένα πάρα πολλά πράγματα, αφημένα εκεί από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες. Δεν ήξερα καν αν επρόκειτο για σαβούρα που έπρεπε να πεταχτεί, μόνο από ένα θολό τζάμι μπορούσα να δω το χάος που επικρατούσε μέσα εκεί. Κάποια μέρα πήρα τη μεγάλη απόφαση να ανοίξω πάση θυσία την πόρτα και να κάνω επέλαση.

Μαύρισα την πλάτη μου από το σπρώξιμο αλλά αυτή αντιστεκόταν σθεναρά λες και υπήρχαν χέρια από πίσω που την έσπρωχναν κόντρα στην δική μου προσπάθεια. Οι άντρες όταν τους χρειάζεσαι σπάνια είναι εκεί, ο ψαράς είχε να εμφανιστεί πολλές μέρες, ο άντρας μου την είχε κοπανήσει για το νησί και οι γειτόνισσες με κοίταζαν με μισό μάτι καθότι πολλές θεωρούν μια γυναίκα που δεν ζει μόνιμα με τον άντρα της, ύποπτη κι επικίνδυνη απειλή για την δική τους οικογένεια. Αυτό που λέω είναι εξακριβωμένο, ένα σωρό φίλες είχα στη διάρκεια του ομαλού βίου μου με τον άντρα μου, ερχόντουσαν μου χτύπαγαν την πόρτα κι εγώ έφτιαχνα καφέ και καθόμουν να ακούσω τα προβληματά τους ψάχνοντας τα λόγια της παρηγοριάς για τις θλιβερές καταστάσεις που μου περιέγραφαν για τις δικές τους οικογενειακές σχέσεις.

Επειδή εγώ δεν έκανα τα εν οίκω εν δήμω, από ελάχιστα έως καθόλου γνώριζαν για μένα και γι’ αυτό η ανακοίνωση της διάστασης με τον άντρα μου, τους ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Σταθερό και συγκρίσιμο σημείο αναφοράς δεν υπήρχε πια ώστε να καταφεύγουν για συμπαράσταση στην καλότυχη φίλη τους ενώ σύντομα άρχισαν να κουμπώνονται και να αραιώνουν στο φόβο μην τους φάω τον άντρα.

Δεν έχω άλλη εξήγηση. Γι’ αυτό και πολύ είχα μουλαρώσει, έκανα την περηφάνια μου σημαία και δεν ζήταγα ποτέ βοήθεια από κανέναν.

«-Που θα μου πας χάρβαλο, θ’ ανοίξεις θέλεις δεν θέλεις». Είπα λαχανιασμένη σε μια τελευταία προσπάθεια, μέσα στην οποία έβαλα όση δύναμη μου είχε απομείνει και η πόρτα άνοιξε.

Ένας αποπνικτικός αέρας με χτύπησε αμέσως και μ’ έπιασε βήχας. Βγήκα στα γρήγορα να αναπνεύσω, μπήκα στο σπίτι πήρα ένα μαντίλι το έδεσα στη μύτη μου και ξαναμπήκα στην αποθήκη. Άρχισα να πετάω στην αυλή ότι έβρισκα μπροστά μου, καρέκλες, σπασμένα συρτάρια, ξύλα από κρεβάτια, κούτες με βιβλία και πράγματα, λεκάνες με γυαλικά, παλιά μουχλιασμένα χαλιά κι ότι μπορεί να βάλει ο νους σου.

Μια βαλίτσα με ασπρόμαυρο καρό ήταν στο βάθος της αποθήκης κάτω από ένα τραπέζι και την έβγαλα τελευταία. Προσπάθησα να την ανοίξω γιατί ήταν βαριά και ήθελα να δω τι περιέχει, αλλά είχε σκουριάσει το κούμπωμα και έφερα από το σπίτι μέσα ένα ψαλίδι. Σκάλισα λίγο τα κουμπώματα και η βαλίτσα άνοιξε. Βρήκα μέσα ένα βιβλίο γραμμένο από τον Μπάμπη Κλάρα που είχε για τίτλο «Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη» στην πρώτη του έκδοση. Χαρτιά πολλά, αποκόμματα εφημερίδων από το 1955, ατζέντες με ονόματα, προσωπικές σημειώσεις και στον πάτο, ένα σπιράλ τετράδιο με κίτρινες ρίγες. Κάθισα σε μια καρέκλα κι άρχισα να το ξεφυλλίζω. Ανατρίχιασα όταν διαπίστωσα πως επρόκειτο για ένα προσωπικό ημερολόγιο. Γύρισα ανυπόμονη τις σελίδες του μην ξέροντας σε ποια να σταματήσω και τα μάτια μου έπεσαν σε μια φράση που με κράτησε.

«Θα έρθει μια μέρα που ακόμα και οι τρύπες από τα όπλα στους τοίχους της Καισαριανής δεν θα σημαίνουν τίποτα για τις νεότερες γενιές. Θα έρθει μια μέρα που και η ίδια η Καισαριανή δεν θα είναι παρά ένα ασήμαντο πέρασμα για το κέντρο, μια ασφυκτική γεμάτη πολυκατοικίες μικροαστών γειτονιά που θα συναγωνίζεται την Κυψέλη. Και τότε αγάπη μου η φωνή σου θα σβήσει. Τότε θα έρθω να σου κάνω παρέα μ’ ένα μπουκέτο πρίμουλες στα χέρια»

Τα δικά μου χέρια άρχισαν να τρέμουν. Ξέχασα τι ήθελα να κάνω με τα αραδιασμένα πράγματα στην αυλή. Έσφιξα το τετράδιο στο στήθος μου και μπήκα μέσα στο σπίτι. Κάθισα και το διάβασα από την αρχή μέχρι το τέλος για να διαπιστώσω πως η συγγραφέας του είχε μεγάλη ευχέρεια στη διατύπωση της σκέψης της μα πάνω απ’ όλα, μιαν έντονη μελαγχολία που εκφραζόταν άλλοτε μέσα από κάποιο ποίημα κι άλλοτε μέσα από λόγια πικρά και προφητικά ενώ η ουσία του λόγου της γενικότερα, με συγκλόνιζε. «Υπήρχαν οι εχθροί της ελευθερίας κι απέναντι εμείς. Μα ελευθερία ντύθηκαν κι αυτοί που εκτέλεσαν το οραμά μας. Αύριο θα πείσουν τα παιδιά μας πως για τη δυσχερή θέση τους, φταίνε οι δικές μας αξιώσεις. Και θα τα ρίξουν στο κυνήγι ενός ανύπαρκτου θησαυρού όταν τα δικά τους, ανιστόρητα θα χαίρονται καμαρώνοντας για την τάξη τους, ξεκοκαλίζοντας τις περιουσίες που οι γονείς τους έκλεψαν. Τα βλέπω ήδη που παρκάρουν τ’ αμάξια τους για να πάνε στο Χάραμα. Η σχέση τους με την ιστορία αρχίζει και τελειώνει στην είσοδο ενός νυχτερινού κέντρου. Και στην ηρωική μας πλατεία καταφθάνουν από την Κηφισιά οι λεφτάδες για να φάνε στα ψαράδικα που η μυρωδιά τους σκέπασε την ιστορία μας. Λυπόμουν τόσα χρόνια που δεν καταφέραμε να κάνουμε κι εμείς οκογένεια. Μα τώρα δεν λυπάμαι πια. Δεν λυπάμαι.»

Με ανάμικτα συναισθήματα φύλαξα το τετράδιο ανάμεσα στα βιβλία της βιβλιοθήκης μου. Κοίταξα τη Βάσια που πέρναγε τρέχοντας έξω από το παράθυρο παίζοντας κυνηγητό με τους φίλους της. Σκέφτηκα πως θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να μη μείνει ανιστόρητο το δικό μου παιδί. Αλλά η Άννα είχε δίκιο. Δεν είναι και τόσο στο χέρι μου. Η Βάσια επιδιώκει μια τέλεια εμφάνιση Βλεφαρίζοντας κρυφά το μόντελινγκ. Και δεν φαίνεται τα λόγια μου και οι προσπαθειές μου να έχουν πιάσει τόπο στο παραμικρό. «Και θα τα ρίξουν στο κυνήγι ενός ανύπαρκτου θησαυρού όταν τα δικά τους….»

Μιας και Θεός δεν υπάρχει για να μας φυλάξει, σκέπτομαι τώρα μήπως είναι καιρός να πιστέψουμε στη δική μας θεότητα. Τι άλλο μπορεί να μας σώσει; Οι τέως φίλες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έβρισκαν καταφύγιο στη ζεστασιά του προσφυγικού μου, έχουν μεταφερθεί σε ψηλά διαμερίσματα κι από κει, από το μπαλκόνι τους, τινάζουν πάνω στο κεφάλι μου τις ζωές των γονιών τους και τις μνήμες τους. Ωστόσο τόσο τα δικά τους τα παιδιά όσο και το δικό μου, άρχισαν να επιδίδονται στο κυνήγι του ανύπαρκτου θησαυρού κι αυτό προς το παρόν είναι το μόνο σημείο που φαίνεται να μας ενώνει.